Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Γραμματιστική ευτμολογία, ετυμολογία











                                       ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΙΚΗ
                                          ΕΥΤΜΟΛΟΓΙΑ
               βγαλμένα μέσ’ἀπ’τά παλιά  τα πελασγοδοσμένα
                    καί όχι απ’τά μακρινά τά  ινδικοφερμένα.






Ἡ παρούσα  εργασία ἔγινε από ἀγάπη πρόc τήν γλότα (γλώσσα) καί εἶναι προφανέc ὅτι χρηίζει  διόρθωσηc,   επέκτασηc, sυμπλήρωσηc  καί γιά τόν λόγο αὐτό  αἱ  καλοπροαίρεται παρατηρήσειc καί  τά καλοπροαίρετα sχόλια  θά εἶναι εὐπρόσδεκτα καί οικοδομητικά sτήν διεύθυνση    grammatistiki.blogspot.com.  ἤ sτό ηλεκτρονικό ταχυδρομεῖο nestanaios@yahoo.com.
                     Μέ εκτίμηση
                        Ν. Ν. Ν. 

Αφιερώνω  τήν παρούσα εργασία τοῖc προγονοῖc μου μεγαλοδιδόντοιc Πελαsγοῖc  (διοί πελαsγοί)  τούc ὁποίουc παλαιέc  μαρτυρίεc φέρουν  νά ἔχουν  μόνον αὐτοί φυλάξη  τήν μνήμη τῶν Γραικῶν.                                                                                                                                           









Προλεγόμενα

Δυsτυχήc! Παρηγοριά
μόνη σοῦ ἔμενε νά λέc
περαsμένα μεγαλεῖα
Καί διηγώνταc τα νά κλαῖc
                                        Δ.Σ.

Οἱ πολλέc ἀναφορέc sτό παρελθόν δεικνύουν
τήν κακομοιριά τοῦ παρόντοc,  ἄν μή τί ἄλλο.
                                                                      Ν.Ν.Ν.

Ἡ  επιsτήμη  ἔχει  προηγηθεῖ πολύ τῆc γλοτόc καί  ἡ   επιsτήμη  θά  βρεθῆ  μόνη καί  απροsτάτευτοc•  καί  θά  διατρέχση ἡ   επιsτήμη   μεγάλουc  κινδύνουc.   θά  γίνουν μεγάλεc   ἐκρίξειc  καί  ἡ   γλότα θά    επιβιώση ἔsτω  καί  μάλα τραυματιsμένη.  Ἡ   επιsτήμη  θά  απολεsθῆ καί   ἡ    γλότα ξανά θά  γεννήση ἄλλη  επιsτήμη  καί ἄν ἡ  νέα  επιsτήμη  ἔη λιγότερο   ἀχάριsτοc,  θά  ζήση περισσότερο. 

ὄλεc οἱ γνωsτέc γενεέc είc τήν ιsτορία ἔχουν παραδώση είc τά τέκνα τουc μία γλότα υποδυεsτέρα αὐτῆc τῆc ὀποῖαc παρέλαβαν καί φθάσαμε είc τό σημεῖον τήν τέχνη τοῦ διαλέγεσθαι νά τήν περιορίσωμεν τόσο πολύ και νά τήν ὀνομάσωμεν ’γλώσσα’, οἱ ἀνόητοι•  καί sτήν συνέχεια ἀνακαλύψαμε καί  επιsτήμη  τήν ’γλωσσολογία’,   οἱ  ἀνόητοι.

Οἱ διδάσκοντεc  τήν Ἐλληνική γλότα ἀνά τόν κόσμο καί ἀνά τούc  αιώναc, δέν ἔχουν  επιφέρει κάν μία βελτίωσιν τῆc γλοτόc.  Ἔχουν ἀφήσει τήν γλότα καί κατρακυλάει από τό κακό sτό χειρότερο καί ὄλα αὐτά sτόν βωμό τῆc γλώσσαc καί τῆc καλοφωνίαc καί τῆc ποιήσεοc  διά  ιδιοτελέαc  σκοπούc  καί ἡ ιδιοτέλεια δέν εἶναι ὁ ἔρωc  διά τήν γλότα ἀλλά ὁ ἔρωc  διά τούc ἄνδρας Ἔλληναc  θά ἔλεγε κάποιοc.  Καί ἔχει  επέλθει μία ἀνωμαλία sτήν γλότα καί ἔχει καταsτήσει τήν γλότα δύσκολην πρόc  μάθησιν καί ἡ δύσκολη γλότα ἔχει καταsτήσει τό σκέπτεσθαι τοῦ ανθρώπου δύσκολον.

Ὀφείλομεν νά διαπεράσωμεν  τά περιβάλοντα τήν Ἐλληνικήν γλότα τείχη.  Τό περιεχόμενον τῶν λεξικῶν εἶναι τεῖχοc καί πρέπει νά  τό  διαπεράσωμεν.   Οἱ μεγάλοι γνωsτοί τοῦ παρελθόντοc  γραμματικοί καί λεξικογράφοι  εἶναι τείχη καί ὀφείλομεν νά τά διαπεράσωμεν

Πρέπει νά ἐλευθερόσωμεν τά  sτοιχεῖα τῆc  γλοτόc  διά νά ἔχωμεν τήν δυνατότητα νά πορευθοῦμε ὥc  λογικά ἐόντα.  Πρέπει νά πάμε πίσω  ἐκεῖ ὄπου ἄφησε  ἡ τεχνολογία τήν μητέρα γλότα  καί τῶρα βαδίζει ἡ τεχνολογία μόνη καί απροsτάτευτοc κινδυνεύονταc  νά  επιφέρη μεγάλαc  καταsτροφέc.

Εὐελπιsτῶ  ὅτι  ἡ κακοποίησιc  τῆc  τῶν    Ἐλλήνων διαλέκτου θά  απολεsθῆ καί   τά  τέκνα  τῶν   κακοποιούντων   θά  ἀντιταχθοῦν   αὐτῆc  τῆc  κακοποιήσεοc  μή δυνάμενα νά   ζήσουν  υπό τάc     ἀντελληνικάc    επικρατήσεαc   ὥσπερ    ἔη  ἡ ἀκυρολογία,  ἡ απρέπεια,  ἡ  μακρολογία, ἡ ἀsάφεια, ἡ  κακοsυνθεσία,  ὁ  βαρυαυδιsμόc,  βαρβαριsμόc  καί ἄλλα    πολλά.

Περί γραμμάτων

 sκοπό ἔχω νά  αποδείξω
•    ὅτι τά διπλά δέν  εἶναι μόνον τρία ἀλλά ἑννέα.
•    ὅτι τό πάλαι ποτέ γνωsτό  sτίγμα (S)  εἶναι  επιτατικόν καί   sτερητικόν μόριον καί  δέν δύναται νά   ταυτιsτή μέ τό σίγμα (σ).
•    ὅτι τό σίγμα  εἶναι δασύ πνεῦμα καί  χρησιμοποιῆται διά τήν sύνταξιν τοῦ μέλλοντοc  καί  τοῦ ἀορίsτου  επιτάσσονταc  τό  ἀόριsτον  sτόν μέλλοντα καί  τόν ἀόριsτον.
•    ὅτι  τά  δίχρονα  ι  καί  υ ἔουσι   επιτατικόν καί   sτερητικόν  μόριον   αντίsτοιχα.
•    ὅτι  οφείλομεν  να επαναφέρωμεν τό αποβληθέν από την ἀλφάβητο U καί νά τό διαφοροποιήσωμεν από τό Υ (Y grec) τό οποῖον ἔχει αντικαταsτήσει  τό δίγαμμα (F)  καί τό  (V)  τά οποῖα υπάρχουν ακόμα σέ ξένα αλφάβητα. Τό U εἶναι sτερητικόν μόριον καί τό Υ (τό  F καί  τό V) εἶναι  επιτατικόν ποιότητος. Ἄν δασύνεται  επιτάσσει κακή ποιότητα. Ἄν ψιλοῦται,  επιτάσσει καλή ποιότητα. Τό ψιλόν εὐ εἶναι καλή ποιότητα.  Τό δασύ εὑ εἶναι κακή  ποιότητα.
•    ὅτι    οὐκ     υπάρχουν    ἀνώμαλα ρήματα                          
•    ὅτι     ὁ  μέλλων  τῆc   τρίτηc  sυζυγίαc   διαμορφώνεται  μέ τήν  χρῆσι τοῦ   ζ  ὥσπερ   καί   ὁ  μέλλων   τῆc  πρώτηc  μέ τήν  χρῆσι τοῦ   ψ  καί   ὁ  μέλλων   τῆc  δευτέραc  μέ τήν  χρῆσι τοῦ   ξ.
•    ὅτι    ὁ  μέλλων   τῆc  πέμπτηc  sυζυγίαc   διαμορφώνεται  μέ τήν  χρῆσι τοῦ   Σ  ὥσπερ    οἱ  Αιολέεc    τόν  διαμόρφωναν.
•    ὅτι    αἱ   τρείc   sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων    υπόκεινται σέ πάθη καί  sυνιsτάεται ἡ   χρῆσιc  αὐτῶν    μόνον  κατά     ποιητικῇ  ἀδείαι.
•    ὅτι    αἱ   τρείc   sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων  ὥσπερ   καί  αἱ   τέσσεραι    sυζυγίαι  τῶν   είc  μι  ἔουσι παράγωγαι τῆc  ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων καί   οφείλομεν νά   περιορίσωμεν τήν  χρῆσι αὐτῶν
•    ὅτι οὐκ υπάρχουν διθεματικά.  Κάθε θέμα ἔχει τήν δική του σημασία.



Sκοπό   ἔχω   νά    υπενθυμίσω

1    ὅτι    αἱ   sυζυγίαι  τῶν   ρημάτων ἦσαν  δέκα καί  τρεῖc.
2    ὅτι    Ἐλληνιsμόc  ἔει λέξιc  υγιήc.
3    ὅτι    Ἐλληνιsμόc  ἔει  τό χρῆsθαι πάσαιc  ταῖc  διαλέκτοιc  ὀρθῶc.
4    ὅτι    Ἐλληνιsμόc  ἔει  εὐτμολογία.
sκοπό ἔχω νά    υπενθυμίσω   ὅτι    τά  κατά    διαλεκτόν ιδιάζοντα   οὐ   δεῖ είc  κοινόν παραλαμβάνειν.

Περί γλοτόc  καί διαλέκτου.
Οἱ παλαιοί ἔλεγαν•
                         Διάλεκτοc  μέν ἐsτι φωνῆc  χαρακτήρ ἐθνικόc   καί  ὅτι  διαφέρει διάλεκτοc  γλοτόc,  ὅτι ἡ μέν διάλεκτοc  ἐμπεριεκτική ἐsτι γλωτῶν  καί  ὅτι   sυμβάλλεται  ἡ γλότα πρόc  ὀρθογραφίαν καί εὐτμολογίαν.
Ἐγῶ λέγω.  Τό διαλέγεsθαι ἔει τῶν ανθρώπων καί  δέν  επιτυγχάνεται  μόνον διά τῆc  γλώσσαc.

Περί   γραμματικῆc
Ἔλεγαν οἱ παλαιοί.    
Ἡ γραμματική τέχνη ἐsτίν  ἤ   επιsτήμη;
Τέχνη.
Διά τί;
Διότι ἡ μέν   επιsτήμη ἄπταιsτοc  ἐsτιν, ἡ δέ τέχνη πταιsτή•  καί γάρ ἡ γραμματική τέχνη οὖσα εν πολλοῖc  πταιsτή   εὐρίσκεται• διά τοι τοῦτο τέχνη ἐsτίν,  οὐκ  επιsτήμη.        

Ἡ διαφορά τέχνηc  καί   επιsτήμήc.
Ἡ  επιsτήμή ἔει ἄπταιsτοc.
Ἡ τέχνη ἔει πταιsτή.

Τῇ γραμματιsτικῇ παρέπεται
Ἡ διαίρεσιc  τῶν γραμμάτων.
Ἡ   επίγνωσιc  πάντων τῶν  sτοιχείων.
Οἱ κανόνεc  τῶν  sτοιχείων.
Ἡ  επίγνωσιc  πάντων τῶν τόνων.
Οἱ κανόνεc  τῶν τόνων.
Ἡ  επίγνωσιc  τῶν πνευμάτων.
Οἱ κανόνεc   τῶν πνευμάτων.
Ἡ  επίγνωσιc   τῶν  μορίων.
Οἱ κανόνεc  τῶν μορίων.
Ἡ  επίγνωσιc   τῶν  παθῶν.
Οἱ κανόνεc   τῶν παθῶν.

Οἱ παλαιοί ἔλεγαν•
Γραμματική ἐsτι τέχνη ἔξιc  θεωρητική καί πρακρική τῶν παρά ποιηταῖc τε καί sυγγραφεῦσι, δι’ ἧc  ἑκάsτωι τό οικεῖον αποδιδόντεc  ἐξ απείρου καταληπτόν ποιούμεθα.   Τῆc γραμματικῆc τό τέλοc  ὁ Ἐλληνιsμόc.

Η  γλώσσα  δέν δημιούργησε τήν γραφή. Η  γραφή δημιούργησε τήν γλώσσα.   Τά φυσικά φαινόμενα και γενικότερα τα φυσικά πράγματα(κρύο, ζέστη, κεραυνός, αστραπή, γλυκό, πικρό, κλπ. κλπ.) επιδρούν στίς αισθήσεις (όραση, ακοή, αφή, γεύση, όσφρηση) καί οι αισθήσεις ενεργοποιούν τήν γλώσσα καί γίνεται η εκφώνησις.  Αυτά τά φυσικά φαινόμενα τροποποιήθηκαν σύν τῶ χρόνωι καί τώρα έχουν παντελώς ανοήτως περιορισθεί σέ είκοσι καί τέσσερα• καί η γλώσσα στήν συνέχεια περιορίστηκε καί αυτή παντελώς ανοήτως σέ ένα βιβλίο πού γράφει στό εξώφυλλο μέ μεγάλα γράμματα ⟨⟨ΛΕΞΙΚΟ⟩⟩. Παλαιότερα έγραφαν καί ετυμολογικό. Τώρα έχει παύσει αυτό. Ένας άλλος λόγος πού δέν δημιούργησε η γλώσσα τήν γραφή είναι ότι ο ομιλών πολύ, σκέπτεται λίγο καί η δημιουργία απαιτεί πολύ νιονιό. Τό αυτό συμβαίνει καί μέ τόν γράφοντα πάρα πολλά. Η συντομία είναι αρετή λόγου• η μακρολογία ουχί.
Αἱ   λέξειc   γίνονται ἐκ  τῶν   αυλλαβῶν.  Αἱ    λέξειc   ἐξ  ἄλλων λέξεων   ὀφείλουν νά    υποsτοῦν  δυνατή  κρητική καί  νά   περιοριsτῆ  ἡ   χρῆσιc  αὐτῶν τῶν  λέξεων  sτίc   ἀνάγκαc  τοῦ ποιητοῦ αὐτῶν.   Λέξειc    ἀγνωsτοῦ εὐτμολογίαc   ὀφείλουν νά ξεχαsτοῦν   διότι   υπόκεινται είc  τό ενδεχόμενον κακοsυνθεσίαc.

Περί Ἐλληνιsμοῦ
                                  
Πρό τοῦ Δευκαλίωνοc  καταλκυsμοῦ, ἡ  οικουμένη  διαιρέετο είc  γραικοῦc  (Greeks, Griekos) καί   ἀδαείc.
Καλλίμαχοc,…….Γραικοί καί  γῆc  ημετέρηc   ἀδαείc.
Μετά τόν  Δευκαλίωνοc  καταλκυsμόν,  ἡ  οικουμένη  διαιρέετο είc  Ἔλληναc καί βαρβάρουc.

Οἱ βατικανοί σχολιαsταί τῆc  γραμματικῆc  τοῦ Διονυσίου τοῦ Θρακόc  ἔχουν πεῖ.

Μετά δέ τόν  επί Δευκαλίωνοc  κατακλυsμόν οὐδείc  τῶν περιλειφθέντων Ἐλλήνων ἐφύλαξεν αὐτῶν (τῶν Γραικῶν) τήν μνήμη, πλήν τῶν Πελασγῶν τῶν από  Ἐλλάδοc  είc  βαρβάρουc  πλανηθέντων, οὓc  καί ὁ ποιητήc  δίουc  καλεῖ, φάσκων        (Κ 429 ) καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  δῖοί τε Πελασγοί•


Ὁ Διογένηc  Λαέρτιοc   ἔχει πεῖ.
Ἀρεταί δέ λόγου εισί πέντε, Ἐλληνιsμόc, sαφήνεια, sυντομία, πρέπον, κατασκευή.

Ἐλληνιsμόc  μέν οὖν ἐsτι φράσιc  ἀδιάπτωτοc  εν τῇ τεχνικῇ καί μή εικαίᾳ sυνηθείᾳ•

sαφήνεια δέ ἐsτι λέξιc  γνωρίμωc  παριsτᾶσα τό νοούμενον•

sυντομία δέ ἐsτι λέξιc  αὐτά  τά ἀναγκαῖα περιέχουσα πρόc  δήλωσιν τοῦ πράγματοc•

πρέπον  δέ ἐsτι λέξιc  οικεία τῷ πράγματι•

κατασκευή  δέ λέξιc  ἐκπεφευγυῖα  τόν ιδιωτιsμόν.
Ὁ δέ βαρβαριsμόc  ἐκ τῶν κακιῶν λέξιc  ἐsτί παρά τό ἔθοc  τῶν  εὐδοκιμούντων Ἐλλήνων, σολοικιsμόc  δέ ἐsτι λόγοc  ἀκαταλλήλωc  sυντεταγμένοc.

Ὁ Ἀέλιοc  Ἠροδιανόc  ἔχει πεῖ.
Τοῦ λόγου ἀρεταί μέν ἔξ,

Ἐλληνιsμόc 
sαφήνεια .
sυντομία .
κυριολογία.
εὐsυνθεσία .
εὐπρέπεια .

κακίαι δέ ταύταιc  ἀντικείμεναι

ἀsάφεια
μακρολογία
ἀκυρολογία
κακοsυνθεσία
ἀπρέπεια
βαρβαριsμόc

Ἐλληνιsμόc  μέν οὖν ἐsτί λέξιc  υγιήc  καί ἀδιάsτροφοc  ἢ λόγου μερῶν πλοκή κατάλληλοc.
βαρβαριsμόc  δέ ἐsτι λέξιc  ἡμαρτημένη περί τήν sυνήθειαν. Διαφέρει δέ βαρβαριsμόc  σολοικιsμοῦ, ὅτι ὁ μέν σολοικιsμόc  τήν τάξιν βλάπτει τοῦ λόγου, ὁ δέ βαρβαριsμόc  τῆc  λέξεοc.

Ἐλληνιsμόc  ἐsτιν τό πάσαιc   ταῖc  διαλέκτοιc  ὀρθῶc  χρῆsθαι.

Ἐδῶ    δυνάμεθα  ειπεῖν   ὅτι    Ἐλληνιsμόc   οὔκ ἔει γενιά.  Ἐλληνιsμόc  ἔει sαφήνεια, sυντομία, κυριολογία,   εὐsυνθεσία καί  εὐπρέπεια.

Ὁ  Ἔλλην    οὐ γεννιέται.   ὁ  Ἔλλην  γίγνεται διά  τῆc  παιδεύσεοc.   Καί  Αισχύλοc είc τό ἔργον του ΠΕΡΣΕΣ,  ὧ παῖδεc  Ἐλλήνων ἶτε.  Διά  τί  οὔκ εἶπε,  ὧ Ἔλληνεc, ἶτε?

Ἡ μάχη τοῦ   Μαραθώνοc  δέν κερδίθηκε  sτό πεδίο τῆc  μάχηc   ἀλλά    πολύ πιό πρίν ὄταν οἱ Αθηναῖοι ἔπρεπε νά    αποφασίσουν ἄν θά  πολεμίσουν τούc  Πέρσαc  ἤ θά τούc   ἀφήσουν νά   περάσουν.   Τό  μεγάλο νενικήκαμεν  τό  εἶπε ὁ Μιλτιάδηc  ὄταν ἔπεισε  τούc  Ἀθηναίουc  νά   πολεμίσουν τούc  Πέρσαc.  Οί Λακαιδεμόνοιοι δέν  ἀμισβήτησαν τήν ικανότητα  τῶν   Ἀθηναίων νά   νικήσουν  τούc    Πέρσαc   sτό πεδίο τῆc  μάχηc   ἀλλά    τήν βούλησι  τῶν   Ἀθηναίων νά   πολεμήσουν  τούc    Πέρσαc.   Ἐλληνιsμόc  εἶναι  λόγια  sταράτα.

Πατριῶται  τῶν   Ἐλλήνων ἔουσι αὐτοί οἱ ὀποῖοι βρίσκονται εντόc  τῶν προαναφερθέντων sυνόρων.   Τά  γεογραφικά sύνορα  οὐ ἔουσι  sύνορα Ἐλλάδοc.     Τά  sύνορα τῆc  Ἐλλάδοc  ἔουσι  sαφήνια, sυντομία, κυριολογία,   εὐsυνθεσία καί    εὐπρέπεια.

Ὁ μαραθόνιοc  (μαραθώνιος)  δρόμος δέν εἶναι ἀγώναc δρόμου από τόν μαραθόνα sτήν Ἀθήνα ἀλλά ἀγώναc δρόμου από τήν Ἀθῆνα sτόν Μαραθόνα.  Ὁ μαραθόνιοc δρόμοc εἶναι ἀγώναc πειθοῦc υπερασπίσεοc τῆc πατρίδοc καί ὁ Μιλτιάδηc μέγαc μαραθόνιοδρομεύς.

Τά   γράμματα ἔχουν  ὡc     ἐξῆc

Α     sτοιχεῖον μεγάφωνον, μακρόν, μόριον    επιτατικόν   καί   sτερητικόν.    Οιονεῖ  τά  σώματα.  Τήν ακινησία.    Ωc   sτοιχεῖον ἔχομεν τό ψιλόν ἄλφα καί  τό δασύ ἅλφα. Τό ψιλόν ἄλφα  οιονεῖ τά φίλα   προσκείμενα είc  τόν ἄνθρωπον σώματα.  Τό δασύ ἅλφα οιονεῖ τά  δασαῖα  σώματα•   τήν δασαία ύλη. Τήν ἀόριsτη ύλη•  τήν μαύρη ύλη• τήν μή   κατανοηθεῖσα από τόν ἄνθρωπον ύλη• τά μή φίλα προσκείμενα  sτόν ἄνθρωπον  σώματα.

Β   sτοιχεῖον μικρόφωνον,   μεσαῖο  χειλικόν.  Πιέσεοc.    Οιονεῖ  βία.

Γ   sτοιχεῖον μικρόφωνον,   μεσαῖο  λαρυγγικόν.  Χωρικόν.  Οιονεῖ  ἕναν   εὐρύτερον  χῶρο    από τόν χῶρο   τοῦ ἀνθρῶπου.  Γῆ

Δ  sτοιχεῖον μικρόφωνον,   μεσαῖο  ὀδοντικόν.  Οιονεῖ  χωροενέργιαν.  Τό δίδω. 

Ε     sτοιχεῖον μεγάφωνον,  μόριον    επιτατικόν. Οιονεῖ  τό αἴτιον τῆc  κινήσεοc   τῶν   σωμάτων•  τήν ψυχήν.  Τό ἔψιλον  ὥc     sτοιχεῖον οιονεῖ κίνησιν. Ἔω (ψιλοῦται) οιονεῖ κινῶ εν τῷ χώρωι τοῦ ανθρώπου.  ἕω (δασύνεται) οιονεῖ απομακρύνω από τόν χῶρον τοῦ ανθρώπου• sυνεκδοχικά τό πέμπω,  μέ τήν σημασία τοῦ απομακρύνω. (τό  επίκεντρο  εἶναι πάντοτε  ὁ ἄνθρωποc ).

S  (sτίγμα). μόριον   sτερητικόν/επιτατικόν. Ἔχετε ποτέ σκεφθεῖ διά  τί τόν  ἀριθμό ἐξ τόν  γράφομεν μέ τό  sτ, καί  οὐχί μετά  τοῦ ζ.  δύναται ἄν εἴην  Α=1, Β = 2,  Γ = 3, Δ = 4, ε = 5, Ζ = 6,Η = 7, Ενώ ἔχομεν,Α = 1, Β = 2,  Γ = 3, Δ = 4, ε = 5,  sτ = 6,  Ζ=7, Η = 8, Θ = 9, Ι = 10, ΙΑ = 11, ΙΒ = 12…. οἱ  παλαιοί τόν  ἀριθμο ἐξ  τόν ἔγραφαν καί  μέ ς.  αὐτό  ἔει τό  sτίγμα.  

Ζ    Διπλό μεσαῖο ὀδοντικόν  φέρει τήν δύναμιν τοῦ Δ καί    Σ   εν sυλλήψει.  Τό ζ οὐ ἔει  sτοιχεῖον.  Τό ζ  ἔχει κακοποιηθεῖ  από ὄλουc   τούc    παλαιούc  καί  νέουc  γραμματικούc.   ὄλα  τά   ὀνόματα    τά  ὀποῖα ἔχουν   ὥc    κατάληξιν είc  τήν γενικήν τό ΔΟC   ὀφείλουν νά   ἔχουν  ὡc     κατάληξιν είc  τήν ὀνομαsτικήν τό ζ καί  οὐχί τό Σ.  Λέξειc   ὅπωc  Παλλάc, Ἐλλάc,  Ἄρτεμιc, Πανίc,   Sελίc,    ὀφείλουν εἶναι Παλλάζ, Ἐλλάζ, Ἄρτεμιζ, Πανίζ, Sελίζ.   Ἄν μία ὀμάδα ανθρώπων  αποβάλη τό εν διαsτάσει χωροενεργιακόν,  ὀδοντικόν πρίν τό  Σ     επαγομένου φωνήεντοc,  αὐτό  ἀνήκει είc   τά  κατά διάλεκτον ιδιάζοντα καί   οφειλέομεν νά   μήν τό  αποδεκτοῦμε είc  τήν κοινήν διάλεκτο.  Τό Ζ φέρει τήν δύναμιν τῶν Δ καί Σ,  εν sυλλήψει καί  οὐχί εν διαsτάσει.   Ὄταν τό ἐκφωνοῦμεν δέν  ἀκούομεν οὒτε τό Δ οὒτε τό C.   Ἀκούομεν μόνον τό Ζ.  Μία δύναμιc  εν ἕνα  γράμμα.  Τό Ζ.  ενοποίησιc  δύο δυνάμεων εν μία δύναμιν. Τήν δύναμιν τοῦ Ζ.     Διά νά ἔχωμεν μία ἑν sυλλήψει δύναμιν,  δέν δυνάμεθα νά τήν ποιήσωμεν ἐξ ἑνόc  ἠμιφώνου (σ)  καί ἑνόc  ἀφώνου (δ) διότι τά ἄφωνα προηγοῦνται τῶν ἠμιφώνων.  Αὐτά πρόc  τόν Ἠρωδιανόν,  υιόν τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ γραμματικοῦ.
Ὁ γραμματικόc  ὀφείλει νά ενώση τάc  γλώτταc  τῶν ανθρώπων  εν μία γλότα καί μία γραμματική.  Ἠ καταγράφη τῶν διαφόρων διαλέκτων  καί κατανόησιc  αὐτῶν τῶν διαλέκτων,  δέν  εἶναι τό ἀντικείμενον τοῦ γραμματικοῦ.  Ἡ γλωττομάθεια υπερετεῖ τόν γραμματικόν είc  τήν αποβολήν ἐξ αὐτῶν τῶν διαλέκτων τήν ἀsάφεια,  τήν μακρολογία, τήν ἀκυρολογία, τήν κακοsυνθεσία,  τήν απρέπεια καί ὀ, τί  αντίκειται  τῷ  Ἐλληνιsμῷ.

Οἱ γραμματικοί δέν καταγράφουν καί  δικαιολογοῦν τάc  γλοτικάc  sυνηθεῖαc  τῶν ανθρώπων.  Οἱ γραμματικοί  διορθώνουν τάc  γλοτικάc  sυνήθειαc  τῶν ανθρώπων τρόπωι αὐsτηρῷ  διά τήν  επίτευξιν τῆc  γλοτικῆc  ενώσεοc  τῶν ανθρώπων.  Αὐτά πρόc  ὄλουc  τούc  γραμματικοῦc,  παλαιούc  τε καί  νέουc.

Ἐπίσηc,    είc   τά   ρήματα     τῆc   τρίτηc  sυζυγίαc   ὀφείλομεν νά   χρησιμοποιέωμεν τό  Ζ  είc  τήν sύνθεσιν τοῦ μέλλοντοc  καί  τοῦ  ἀορίsτου. 

Ἡ τετάρτη sυζυγία οὐκ    υποsτάεται (ὑφίsταται)  διότι  τό ζ ἔει διπλό καί   τά   διπλά    ὥσπερ   τό ψ καί  τό ξ  οὐ ἔει ληκτικά  ενεsτῶτοc.    Χρησιμοποιοῦνται είc  τόν μέλλοντα καί   ἀόριsτον.  Ἀc  μεταβοῦμε πίσω  καί   ἀc  δοῦμε τί ἔχει φτέξει καί  ἔχομεν καταsτήσει τήν διάλεκτό μαc  μή ὀμαλή  καί  sυνεπῶc  δύσκολη  ἐοικοία  βαρβάρωι.

Η    μακρόν μεγάφωνον   φέρει τήν δύναμιν τό ε καί   τόν χρόνον τοῦ ε καί         ἄλλον   ἕναν   χρόνο  ενόc  πεφθειρομένου   sτοιχείου τό ὀποῖον sυνήθωc  ἔει ἕνα ἐκ τῶν   α,ε,ο,σ,ν χωρίc  νά    αποκλείωμεν καί τό ενδεχόμενον φθορᾶc ἄλλου sτοιχείου.  Τό Η  οὐ ἔει  sτοιχεῖον.  Παλαιότερα τό Η δέν ἦτο διπλό.  ἐχρησημοποιήτο ὡc  πνεῦμα δασύ τρόπωι λατινικῷ.  Παλαιότερα δέν υπήρχαν ψιλέc  καί δασίεc  ὥσπερ υπάρχουν τήν σήμερον.  Παλαιότερα δέν υπήρχε μακρόν Η.  Ὑπήρχε μόνον ε βραχύ τέ καί μακρόν ὥσπερ υπάρχει σήμερα βραχύ τέ καί μακρόν Α.  Γνώριζαν τότε ποῖον ἔει   μακρόν καί ποῖον ἔει βραχύ ὥσπερ γνωρίζωμεν ἐμειc  τό μακρόν Α καί τό βραχύ Α.

Φαίνεται  εἶχαν ἀρχίση νά sυγχέουν  τό  μακρόν  ε  καί   τό  βραχύ ε καί  αποφάσισαν νά τά χωρίσουν.  Καί τό ἔκαμαν.  Καί  εἶπαν τό ε  εἶναι τό βραχύ ε καί τό Η  εἶναι τό μακρόν ε.

Ἔκαμαν πολύ καλά καί χώρισαν τό μακρόν  ε από  τό βραχύ ε.  ὀφείλομεν καί ἐμειc  νά χωρίσωμεν τό μακρόν Α από τό βραχύ Α.  προτείνω τό διπλό ΑΑ εν ἕνα χαρακτήρα•  ἕνα Μ μέ μία γραμμή  sτήν μέση.

Θ    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  δασύ  ὀδοντικόν,  χωροενεργιακόν,  χωροδραsτικόν.

Ι     μόριον     επιτατικόν   καί   μεγάφωνον    καί  δίχρονον.   Τό  Ι  οὐ ἔει  sτοιχεῖον καί  επομένωc οὔτε ψιλοῦται οὔτε δασύνεται..

Κ    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  ψιλόν  λαρυγγικόν. Οιονεῖ  τόν ψιλόν χῶρο•   τόν  ιδιάζοντα χῶρον•  τόν χῶρον τοῦ  ἀτόμου, τοῦ  ανθρώπου• τόν φίλα προσκείμενον είc  τόν ἄνθρωπον χῶρον.  Ἡ  sυλλαβή κε  οιονεῖ   τόν  ἄνθρωπον (τόν εμέ, τόν ενεργών ἄνθρωπον καί συνεκδοχικᾶ  τόν γείτονα ἄνθρωπον). ἐξ οὕ καί ἡ πρόθεσιc  ἐκ.  τά πάντα ἐκ τοῦ ανθρώπου, ἐξ ἐμοῦ  καί συνεκδοχικᾶ  τόν γείτονα δικό μου ἄνθρωπον.  Ἡ  sυλλαβή Κα  οιονεῖ  τά  τοῦ ανθρώπου υλικά  ἀγαθά.  ἡ  sυλλαβή Κο  οιονεῖ    τά  τοῦ  ανθρώπου νοητικά ἀγαθά.  Τόν σκεπτόμενον ἄνθρωπον.  ἐξ οὓ καί  τό  ὄνομα κοέν.  ἐκ τῶν sυλλαβῶν κο + εν.  ὁ εν συλλογισμῷ   εὐρισκόμενοc  ἄνθρωποc.   Sυνεκδοχικά ὁ ιερεύc  σέ ἄλλη διάλεκτο.

Λ    sτοιχεῖον ἠμίφωνον   ἀμετάβολον•  οιονεῖ  τό φυσικόν φαινόμενον τῆc  διαsτολῆc•  τήν εξάπλωσιν,  τήν διάsπαρσιν, τήν ἐξωτερίκευσιν, τήν διάχυσιν,  τό  απλώνω. 

Μ     sτοιχεῖον ἠμίφωνον  ἀμετάβολον•  οιονεῖ τήν μάζαν,  τήν sυσσόρευσιν, τήν sυρρύκνωσιν,  τήν   αδυναμίαν ἐξωτερικεύσεοc,  τήν sυμπύκνωσιν.   Τρόπωι τινά τό   αντίθετον τοῦ  sτοιχείου λ.

Ν     sτοιχεῖον ἠμίφωνον   ἀμετάβολον•  οιονεῖ  τήν δύναμιν πορεῖαc  εν χρόνωι, τήν     δύναμιν χρωνοπορεῖαc•  τήν διαβίωσιν.  Αγγλιsτι. the power to go on.  ἐξ οὓ καί τό ὀνομα μόνοc•   ἀφαιρέσει τῆc  πτωτικῆc  καταλήξεοc  οc  ἔχομεν μον.   Τό Μ.   τό Ο.  τό Ν.   οιονεῖ   τήν δυνατότητα χρονοτριβῆc  μή ἐξωτερικεύονταc  τάc  sκέψεάc  μου.  ἄλλωc,  δυνατότητα χρωνοπορεῖαc  φυλάτονταc  μέσα μου τάc  σκέψεάc  μου.  Τό ξένο  μόνκ (monk)   οιονεῖ   τήν δυνατότητα τοῦ πορεύεsθαι sυσσορεύονταc  τάc  sκέψεάc  μου  sτόν κ χῶρον ὁ ὁποῖοc   εἶναι ἕναc  ψιλόc  χῶροc.  ὁ χῶροc  τοῦ ανθρώπου.  ἐδυναμήν ἄν τόν μόνον εἴποιμεν μόνκον.  Καί ὄταν ἐμπέση είc  τάc  πτώσειc   γίγνεται  ὁ μόγκοc  τοῦ μόγκου. τό Ν προ τοῦ Κ, Γ, Χ τρέπεται σέ Γ.  Καί ἄν ἐκτείνωμεν τό Ο σέ  οὐ  ἔχομεν μουγκόc.

Ξ    διπλό ψιλόν  λαρυγγικόν.  φέρει τήν   δύναμιν τοῦ  Σ   καί   κ εν sυλλήψει.  Τό Ξ  οὐ ἔει  sτοιχεῖον.  Ἐν sυλλήψει οιονεῖ   ὅτι  ἐκφωνόνταc  τό  Ξ  δέν  ἀκούομεν  οὒτε  τό  Σ   οὒτε τό κ.  Ὑπαρχει μία δύναμιc.   Ὑπάρχει ἡ δύναμιc  τοῦ   Ξ.   Αὐτά πρόc  τόν Ἡρωδιανόν, υιόν τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ γραμματικοῦ.

Ο    sτοιχεῖον μεγάφωνον,   μόριον    επιτατικόν.  Οιονεῖ τά νούμενα•  τάc  σκέψεαc.   Τό  ὄμικρον  επίσειc  φέρεται καί  ψιλόν καί  δασύ.  τό  ψιλόν οιονεῖ ὄ,τι  εἶναι φίλα προσκείμενον είc  τόν ἄνθρωπον.  τό  δασύ οιονεῖ ὄ,τι  εἶναι μή φίλα προσκείμενον είc  τόν ἄνθρωπον.  Πάν μέτρον ἄνθρωπος.

Π    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  ψιλόν πιεsτικόν,  χειλικόν.  Οιονεῖ  ψιλήν  πίεσιν.   Τήν φίλα προσκειμένη  είc  τόν ἄνθρωπον πίεσιν.
Ρ     sτοιχεῖον ἠμίφωνον  ἀμετάβολον,  Οιονεῖ  τήν πάροδο τοῦ χρόνου, τήν ροή τοῦ χρόνου.  Μία χρονική  περίοδοc  μέ ἀρχή καί τέλοc.
ἔχομεν τό ψιλόν ρ καί τό δοσύ ῥ.
Ρα, Ρε, Ρο  οιονεῖ μία ὀριsμένη χρονική περίοδον (σωματική, ψυχική, νοητική).
Ῥα, Ῥε, Ῥο  οιονεῖ μία ἀόριsτόν χρονική περίοδον (σωματική, ψυχική, νοητική).

τόν ρ’ ἐφίλησεν ἄναξ Διόc  υἱόc  Απόλλων.
τόν ἀγάπησεν τότε (γνωsτό χρονικό) ὁ υἱόc  τοῦ Διόc  ὁ ἄναξ Απόλλων.

τόν ῥ’ ἐφίλησεν ἄναξ Διόc  υἱόc  Απόλλων
τόν ἀγάπησεν κάποτε (ἄγνωsτό χρονικό) ὁ υἱόc  τοῦ Διόc  ὁ ἄναξ Απόλλων.

Σ, σ, c. (c = τό χρησιμοποιῶ ὡc τελικόν πρόc αποφυγήν συγχύσεοc μέ τό S (sτίγμα))  πνεῦμα  δασύ.  ἠμίφωνον.      οιονεῖ τό ἀόριsτον. Χρησιμοποιεῖται διά τήν sύνθεσιν τῶν ἀορίsτων χρόνων μέλλοντοc  τέ καί ἀορίsτου.
Τ    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  ψιλόν  ὀδοντικόν, χωροενεργιακόν.  Οιονεῖ ψιλήν   χωροενέργια.  Τήν   επιβληθεῖσα  ενέργειαν  είc    χῶρον ψιλόν.  Αἱ sυλλαβαί  τα, τε καί  τό  δεικνύουν τήν  επιβληθεῖσα σωματικήν (Α = ἄψυχον, ἀκίνητον), τήν ψυχικήν(Ε = κίνησιν)  καί  νοητικήν (Ο),  ενέργεια σέ χῶρον ψιλόν (Τ). Ψιλόc  χῶροc  ἐἷναι ὁ χῶροc  τοῦ ανθρώπου.  Τέω οιονεῖ ενεργῶ κάνονταc  κίνησιν (Ε)•  οιονεῖ  τό  λαμβάνω.  Τέε πίε οἶνον.  Κατά κράσιν  τῆ πίε οἶνον.  Ἄπλωσε  τό  χέρι σου καί  λάβε.  Τάω οιονεῖ  δέχομαι, ενεργῶ ἀκίνητοc.  Τόω οιονεῖ  ενεργῶ σκεπτόμενοc.

Υ   Μόριον ποιοτικόν•  μεγάφωνον    καί  δίχρονον.
Ἄν ψιλοῦται, επιτάσει καλή ποιότητα•  Ἄν δασύνεται, επιτάσει κακή ποιότητα.     Λαμβάνει δε  τό ὀνομά του   από τό  sτερηρικόν μόριον υ καί τό ψιλόν ἤγουν ύψιλόν τό μή ψιλόν οιονεῖ τό δασύ διό καί δασύνεται πάντοτε καταχρηsτικῶc.

U   Μόριον  sτερητικόν•   μεγάφωνον    καί  δίχρονον.  Τό U  οὐ ἔει  sτοιχεῖον  καί  επομένωc οὔτε ψιλοῦται οὔτε δασύνεται.  

Φ    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  δασύ χειλικόν. Πιέσεοc.   Οιονεῖ  τήν δασέα πίεσιν.  Τήν βλάπτουσα τόν ἄνθρωπον πίεσιν.  Τήν μή φιλική είc  τόν ἄνθρωπον πίεσιν καί  πολλά ἄλλα.  Τό δασύ ἔχει πολλά πρόσωπα.
       Φόρσα.  Φάοc.   Τήν μή φίλα προσκειμένη είc  τόν ἄνθρωπον πίεσιν.  Τήν μαύρη καί δασέα καί μή δυναμένη κατανοηθήναι πίεσιν.  Τό πάν ἐκ τοῦ ανθρώπου.  Πάν μέτρον ἄνθρωποc.
Χ    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  δασύ  λαρυγγικόν.  Οιονεῖ   τόν δασύ χῶρον.  χάοc.   Τόν μαῦρον καί ἄγνωsτον είc  τόν ἄνθρωπον  χῶρον.
Ψ   διπλό ψιλόν χειλικόν  φέρει τήν   δύναμιν τοῦ  Π   καί   Σ εν sυλλήψει.   Τό  Ψ  οὐ ἔει  sτοιχεῖον.     Ἐν sυλλήψει οιονεῖ ὂ,τί ἐκφωνόνταc  τό Ψ δέν ἀκούομεν οὒτε τό Π οὒτε τό Σ.  Δέν τίθεται θέμα πρώτου ἡ δευτέρου διότι τό ἕνα  εἶναι ἄφωνον καί τό ἄλλο  εἶναι ἠμίφωνον καί τά ἄφωνα προηγοῦνται τῶν ἠμιφώνων εν sυλλήψει.  Ὑπάρχει μία δύναμιc.   Ὑπάρχει ἡ δύναμιc  τοῦ  Ψ.   Αὐτά πρόc  τόν Ἡρωδιανόν, υιόν τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ γραμματικοῦ.

Ω   μακρόν μεγάφωνον.   Φέρει τήν   δύναμιν τοῦ  ο καί   τόν χρόνον τοῦ ο καί  ἄλλον ἕναν χρόνο  ενόc  πεφθειρομένου  sτοιχείου τό ὀποῖον sυνήθωc  ἔει ἕνα ἐκ  τῶν   α,ε,ο,σ,ν  χωρίc  νά    αποκλύωμεν     τό ενδεχόμενον  φθορᾶc  ἄλλου  sτοιχείου.   Τό Ω  οὐ ἔει  sτοιχεῖον.

Τά  γράμματα διαιρέονται εν    sτοιχείοιc  καί  μορίοιc  καί  διπλοῖc  καί  μακροῖc καί πνέυματσι. 

Τά   sτοιχεῖα ἔουσι δέκα καί  ἐξ,  ἤγουν   τά  Α,Β,Γ,Δ,Ε,Θ,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ρ,Τ,Φ,Χ

Τά μόρια ἔει  επτά•  τά  Α,Ε,Ο,Ι,Υ,U καί  S.
Τά πνεύματα  ἔει Σ, (τό H παλαιότερα)  καί  ενδεχομένωc  καί  ἄλλα πολλά.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν διπλοῖc  ἤγουν  sυνύπαρξιc  τοῦ  Σ   μετάτινοc  μικροφώνου εν sυλλήψει.  Δύο δυνάμεεc  εν ἕνα χρόνο.

Τά γνωsτά  διπλά   ἔει τρία ἤγουν  τό ζ, ψ, ξ.  Ἐγῶ πιsτεύω ὅτι   επιβάλεται ἡ  καθιέρωσιc  καί   τῶν   ἄλλων διπλῶν καί  είc   τά   ὀνόματα   καί  είc   τά   ρήματα.  ἡ κατάργησιc  τῶν διπλῶν δέν μειώνει τήν γλότα.  Ἴσωc    εἶναι   καλλίτερα μέ  τό  πλήρεc  τῆc  γραφῆc.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν μακροῖc  ἤγουν   Α, Η, Ω.  Λέγονται μακρά  διότι  ενέχουν   μία   δύναμιν καί  δύο χρόνουc.    ενέχουν τόν χρόνο τόν δικό τουc  ἤγουν  τό μακρό Α ενέχει   τόν χρόνο τοῦ βραχέοc  Α,  τό μακρό Η ενέχει   τόν χρόνο τοῦ βραχέοc  ε  καί  τό μακρόν Ω ενέχει   τόν χρόνο τοῦ βραχέοc  Ο,  καί  ενέχουν   ἄλλον ἕναν χρόνο ενόc  πεφθειρομένου γράμματοc.  Sυνήθωc  αὐτό τό γράμμα ἔει ἕνα ἐκ  τῶν   Α, Ε, Ο, Ν, Σ  χωρίc  νά    αποκλείωμεν  τά   υπόλοιπα γράμματα.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν  τά  τοῦ χῶρου.  Κ, γ, χ.  Ἐδῶ  επιθυμῶ  επισημαίνειν ὅτι ὁ χῶροc  εἴτε  εἶναι ψιλόc  (κ),   εἴτε  εἶναι μέσοc  (γ),   εἴτε  εἶναι δασύc  (χ),   δέν ἔχει διαsτάσειc.   Αἱ διαsτάσειc  αἱ ὀποῖαι φαίνεται νά    εἶναι διαsτάσειc  χώρου  εἶναι αἱ διαsτάσειc  τῶν σωμάτων  εὐρησκομένων εν τῷ χώρωι αὐτῷ.  Ὁ χῶροc, ὄμωc, δέν ενέχει πάντοτε σώματα•  ὁ χῶροc  δύναται ενέχειν  καί σώματά καί πράγματα (ἄυλα) καί ιδέεc.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν  τά  τῆc   πιέσεοc   π, β, φ.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν   τά τῆc  χωροενεργεῖαc  τ, δ, θ.

Χωροενέργεια  εἶναι ἡ  επιβληθεῖσα ενέργια τ (ψιλή),  δ (μεσαῖα),  θ  (δασαῖα) σε συνάρτηση μέ τόν άνθρωπο καί  τόν χῶρο τοῦ ανθρώπου. 

Τό α ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον.  επιτάττει  τά σώμματα είc  τά  sτοιχεῖα ὠc  μόριον καί  ὠc   sτοιχεῖον δεικνύει  τό  ἄψυχον υλικόν σῶμα καί  τήν ακινησία.   Παρατηράομεν ὅτι τό α ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μακρόν καί  μόριον.  Καί διά  τοῦτον τόν λόγο προτέτακται  τῶν   ἄλλων γραμμάτων  καί  όχι  διότι  ἔει ὄμοιο  τῷ  σχῆμα  τῇ  κεφαλῇ  ἀγγελάδοc. Καί  ὄχι   επιδή  αποτελεῖ μέροc  κάποιαc  ιερῆc  λέξεοc .   Ὄλαι  αἱ  λέξειc , προιόντοc  ιεροῦ νοόc,  ἔουσι ιεραί.     Ἐγώ προτείνω νά ἀφαιρέσωμεν τήν ιδιότητα τοῦ μακροῦ από τό Α απεικονίζονταc  τό μακρόν Α μέ ἕναν ἂλλο χαρακτήρα,   ἕνα διπλό Α ὣσπερ ἁπεικονίζωμεν τό μακρόν Ο μέ τό Ω.  Ἂν ἐγένοτο αὐτό, θά γνωρίζαμεν ὂτι τό Α τῆc  παραληγούσηc  τοῦ ἀγαπᾶμεν  περιsπᾶτε (περιsπάεται) διότι ἒει   μακρόν ἐκ τοῦ ἀγαπάομεν.  Φθείρεται τό Ο  καί  ὁ χρόνοc  τοῦ Ο  εισέρχεται   τῷ Α καί ἐκτείνει αὐτό•  καί τό πάθοc ὀνομάζεται sυναλοιφή κατά κράσιν.  (ἐδῶ παρατηράομεν ὅτι ἡ νέα Ἐλληνική ἔχει διορθώσει τό λανθαsμένο ἀγαπῶμεν τῶν  ἀρχαίων).
                                                                                                                                                                      
Τό ο ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον.   επιτάσει τά νούμενα είc  τά  sτοιχεῖα ὡc  μόριον καί ὡc   sτοιχεῖον δεικνύει τάc  ιδέεc, τά νούμενα, τάc sκέψεαc, τάc  τοῦ νοόc  φαντασίαc, τά  τοῦ νοόc  γενήματα.   Τό ο  οὐ ἔει μακρόν.  Ωc  μακρόν ἒχομεν τό ω.

Τό ε ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον.  Ὡc  μόριον  επιτάττει τό αἴτιον τῆc  κινήσεοc  (κίνησιν) είc  τά  sτοιχεῖα καί ὠc   sτοιχεῖον δυκνύει τό ἔμψυχον, ζωή, κίνησιν, σωμάτων τε καί ἀσωμάτων.   Τό ε  οὐκ   ἔει μακρόν.  Ωc  μακρόν ἒχομεν τό η.

Τά   Ι, τό   Υ  καί  U  οὐκ    ἒουσι   sτοιχεῖα.   Τό Ι, τό Υ καί τό   U ἕουσι  δίχρονα καί  μόρια     επιτατικόν    καί   sτερητικόν .    Τό I ἔει    επιτατικόν   μόριον• επιτάσει τό πάνυ, τό μεγάλωc. Τό U ἔει  sτερητικόν μόριον• τό Υ ἔει επιτατικόν ποιότητοc.


Περί  sτοιχείων

Πλάτων..… Sτοιχεῖον, τό sυνάγον καί διαλύον τά sύνθετα.

Οἱ παλαιοί ἔλεγαν•
sτοιχεῖον ἐsτί καί ἡ πρώτη  καί αμερήc  τοῦ ανθρώπου φωνή  ἢ φωνῆc  Ἐλληνίδοc  φθόγγοc  ἐλάχιsτοc.  Ἑκάsτη μέν λέξιc  καί sυλλαβή δύναται  μεριsθῆναι, ἡ μέν λέξιc  είc  sυλλαβάc, ἡ δέ sυλλαβή είc   sτοιχεῖα, τό δέ  sτοιχεῖον αμερέc  ἔsτι.

Ἐγῶ λέγω•
Τά  sτοιχεῖα τῆc  γλοτόc  ἔουσι άυλλα καί  ἡ μεταφορά τῆc  σημασίαc  είc  τά υλικά  εἶναι sυνεκδοχική  καί διά αὐτόν τόν λόγον μία λέξιc  μέ τά ίδια  sτοιχεῖα δύναται εννοεῖν πολλά πράγματα.

Ὄσο καλά καί ἄν ἀκούονται αἱ λέξεεc, ἄν τά  sτοιχεῖα τά ὁποῖα sυνάγουν αὐτάc  τάc  λέξεαc  δέν  εἶναι τά κατάλληλα,  αὐταί αἱ λέξεεc  θά ξεχαsθοῦν, θά ἀφαιθοῦν είc  τήν λήθη.

Παράδειγμα.
 Ἡ sύνθεσιc τῆc sύλλαβῆc ΚΥΝ ἄν καί υπάρχη sέ sύνθεταc λέξεαc, ἔχει οὐσιαsτικᾶ απολεsθῆ από τό λεξιλόγιο τῶν Νεοελλήνων ἔχουσα τήν ἔννοια τοῦ κατοικιδίου.  Κύν, κυνόc, κυνί, κύνα.  Ἡ sύνθεσιc δέν ἔχει πρόβλημα.  Τό πρόβλημα τό ἔχει ἡ απόδοσιc.  Τό κατοικίδιον δέν εἶναι κύν-αc ἀλλά sκύλοc• θά δοῦμε ἀργότερα διά τί.

Αἱ ξεχαsμέναι λέξειc  ξεχάsθησαν διότι ἦσαν κακοsυντεθημένεc  ἢ ἦσαν   εὐsυντεθημένεc   ἄλλά    κακομεταχειριsμένεc.  Οἱ παλαιοί γραμματικοί ὂφειλαν νά προσέξουν τήν κακομεταχείρισιν καί τήν κακοsυνθεσία καί τρόπωι αὐsτηρῷ νά τάc  διορθώσουν.  Δέν τό ἔκαμαν καί τά πράγματα ἔφθασαν ὡc  ἐδῶ.  ἀσχολήθησαν μέ πράγματα ἀsτεία καί τά σοβαρά πράγματα κακοποιήθησαν.

Ηρωδιανόc  καί πατήρ Ἀπολλώνιοc  προσπαθοῦν νά πείσουν ὁ ενάc  τόν ἄλλον ἂν τό ὄμικρον   εἶναι μακρύτερον τοῦ ἐψιλόν ἢ τό ἐψιλόν  εἶναι μακρύτερον τοῦ ὄμικρον καί sυνάμα  επιτρέπουν νά ἒχωμεν ἀνώμαλα ρήματα καί πολλάc  ἄλλαc  ἀνωμαλίαc  είc  τήν γλότα.  Αὐταί αἱ ἀνωμαλίαι ἔχουν καταsτήσει τήν γλότα δύσκολην πρόc  μάθησιν καί ἡ κατάsτασιc  τῆc  δύσκοληc  γλοτόc  κατέsτησεν τό σκέπτεsθαι τοῦ ανθρώπου δύσκολον  καί διά μερικούc ἀδύνατον.

Τά   sτοιχεῖα ἔει δέκα καί  ἑξ,  ἤγουν   τά  Α,Β,Γ,Δ,Ε,Θ,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ρ,Τ,Φ,Χ
Τά   sτοιχεῖα   επίσηc  χωρίζονται σέ καθαρά καί  μή καθαρά.
Τά μή καθαρά ἔει  τά  μέγα φωνήν ἔχοντα(φωνήεντα ἤ  μεγάφωνα) ἤγουν  τό α τό ε  καί  τό ο.  Τό α, τό ε  καί  τό ο λέγονται καί  μή καθαρά  διότι  αὐτά ἔει καί    sτοιχεῖα  καί  μόρια.
Τό  ἀλφα ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον  sτερητικόν καί  μόριον    επιτατικόν   καί  μακρόν καί  βραχύ.  Τό  ἄλφα ενέχει ὄλαc  τάc  ιδιότηταc   τῶν    υπολοίπων γραμμάτων  ενώ ουδέν ἐκ  τῶν    υπολοίπων γραμμάτων ενέχει ὄλαc  τάc  ιδιότηταc   τάc    ὀποῖαc  ενέχει   τό α  καί  διά  τόν προαναφερθέν  λόγον  τό  ἄλφα προτέτακται  τῶν    υπολοίπων γραμμάτων.

Τό α   ὥc    μόριον,  sτοιχειοδοτεῖ τήν σωματικήν ύπαρξιν είc  τά  sτοιχεῖα καί ψιλοῦται ἤ δασύνεται.   Τό α   ὥc     sτοιχεῖον  επιτάσει  ακινησία.  Τό Α  επίσηc   ὥc     επιτατικόν καί   sτερητικόν μόριον φέρεται νά    επιτάση τό πάνυ μεγάλο καί  τήν  sτέρησιν•  ιδιοτήτων  ἀφαιρεθέντων από τό πάλαι ποτέ γνωsτόν   S (sτίγμα).  ἐδῶ τό  α,  ὥc    μόριον, δέν υπάρχει λόγοc  νά   δασύνεται ἤ νά ψιλοῦται. 

Τό ε   ὥc    μόριον,  sτοιχειοδοτεῖ τήν ψυχικήν   ύπαρξιν  είc  τά  sτοιχεῖα,  τό αἴτιον τῆc  κινήσεοc   τῶν   σωμάτων,   καί  ψιλοῦται ἤ δασύνεται.    Τό ε   ὥc     sτοιχεῖον  επιτάσει κίνησiν.  Ἐδῶ  επιθυμῶ νά θέσω ἕνα ἐρώτημα.  Ἐδυνάμην ἄν ἔχοιμην  ε  ψιλόν καί  ε  δασύ;

Τό  ο   ὥc    μόριον,  sτοιχειοδοτεῖ τήν νοητικήν   ύπαρξιν, τά νούμενα, είc  τά  sτοιχεία,  καί  ψιλοῦται ἤ δασύνεται. Τό ο   ὥc     sτοιχεῖον  επιτάσει φαντασία• τό προδέρκεsθαι.                                                                   

Τά καθαρά  sτοιχεῖα  ἔουσι  τά   1).  Τά  μικρήν φωνήν ἔχοντα(κακόφωνα ἤ  μικρόφωνα)  ἤγουν   τά  τῆc  πιέσεοc    π β φ,   τά  τοῦ χώρου  κ γ χ, καί τά τῆc  χωροενεργεῖαc  τ δ θ  καί  2).  τά ἠμίφωνα  ἤγουν   τά  ἀμετάβολα Λ Μ Ν Ρ.    Ὀνομάζονται ἀμετάβολα ὄχι μόνον διότι δέν μεταβάλονται εν τοῖc  κλήσεσι τῶν ὀνομάτων  καί τοῖc  μέλουσι τῶν ρημάτων  ἄλλά    διότι τά  sτοιχεῖα τά οποῖα  απεικονίζουν  εἶναι  ἀμετάβολα εν τῇ φήσει.  Ὄλα αὐτά ἔει καθαρά  διότι  ἔουσι   μόνον    sτοιχεῖα καί  οὐχί μόρια.

Ἐπίσηc,  ἔχομεν τό επιτατικόν μόριον Ι, τό επιτατικόν μόριον ποιότητοc U, τό  sτερητικόν μόριον Υ καί  τό S (sτίγμα) τό οποῖον  εἶναι καί   sτερητικόν καί    επιτατικόν μόριον.   Οἱ γραμματικοί τό ἔχουν ταυτήσει καταχρηsτικῶc  μέ τό δασύ  πνεῦμα  Σ   (σίγμα).  Πιsτεύω ὅτι μετά τήν κατάργησιν τοῦ  sτίγμα από τήν ἀλφάβητο,  αἱ ιδιώτηται αὐτοῦ μεταφέρθησαν τῷ Α μή δυνάμενο νά    τάc    αποδεχτῆ τό δασύ πνεῦμα  Σ   (σίγμα).

Ἐπίσηc, ἔχομεν τό μόριον  U,  τό (ου) τό ὀποῖον ἐξακολουθεῖ νά υπάρχη sέ ξένα ἀλφάβητα καί οἱ προγονοί μαc τό ταύτησαν καί τό ενοποίησαν μέ τό Y (ύψιλον).
Καί τά  δύο εἶναι μόρια  επιτατικά.    Τό ἕνα  επιτάσει  sτέρησιν. (sτερητικόν μόριον)  καί τό ἄλλο  επιτάσει ποιότητα. (ποιοτικόν μόριον)  καί εξακολουθεῖ νά υπάρχει εἰc τήν δίφθογγον ΕU.  Εἰc  τήν δίφθογγον ΟΥ πιsτεύω ὅτι ἔχει  επιβιώσει τό  sτερητικόν  Y  καί  επιμένω ἡ ου νά προφέρεται εν διαsτάσει καί ἔχομεν ου =(ο ου). O Uρανοc  καί όχι ο ουρανόc.  Καί ἡ δίφθογγοc ΟΥ νά προφέρεται ὡc  οf ἤ οv(οβ).  Προσοχή, χρησιμοποιέω τό μικρόν φ  τό οποῖον πιsτεύω ὅτι εἶναι τό πάλαι ποτέ χαμένο F (δίγαμα).  Επίσηc χρησιμοποιέω τό μικρόν (β)τό οποῖον πιsτεύω τι εἶναι τό πάλαι ποτέ χαμένο V.  Καί τά δύο αὐτά δεν ἔχουν κάν μία σχέση μέ τό ἄφωνον δασύ φ  ἤ μέ τό ἄφωνον β. Τό φ καί τό β εἶναι sτοιχεῖα. Τό F καί τό  V εἶναι  επιτατικά μόρια ποιότητοc.  (ποιοτικά μόρια).   Ἔφυγαν τό   F καί τό  V καί γενήθηκε τό Y grec (το Υ ψιλόν) καί ξεχάσαμε ὄτι τό U ἑπιτάση sτέρησιν καί τό Υ επιτάσει ποιότητα• καλή ἄν ψιλούται καί κακή ἄν δασύνεται.

Οἱ Ἄγγλοι ἔχουν διαφυλάξει τήν διαφορά sτήν γλότα τουc. Τό δασύ Φ τό γράφουν δασύνονταc τό Π (ph) philosophy καί ὄχι filosofia ὅπωc πιsτεύουν οἱ Ισπανοί.

Ἐπίσηc προσέξτε ὅτι τό Ν πρό τοῦ Ἀγγλικοῦ (p) τρέπεται σέ Μ οἷον IN + POSSIBLE = IMPOSSIBLE.  Τό Ν πρό τοῦ Ἄγγλικοῦ  (B)  τρέπεται σέ Μ οἷον AN + BULANCE = AMBULANCE.  Αλλά τό N πρό  τῶν  V  καί  F παραμένει αμετάβολον οἷον INVOICE, INFLUENCE.
Εἰc τήν δίφθογγον ΑΥ πιsτεύω ὅτι ἔχη  επιβιώσει τό ποιοτικόν μόριον Υ  λόγω τῆc ίδίαc προφοράc μέ τήν ΕΥ. 
Ἐπιμένω νά διαφοροποιήσωμεν τό  επιτατικόν ποιότητοc διά νά κατανοήσωμεν μεταξύ τῶν ἄλλων τί εἶναι ὁ ουρανόc καί νά μή ψάχνωμεν sτά χαμένα τοῦ παρελθόντοc  χρόνου.
Εὐελπιsτῶ ὅτι κάποιοc κάποτε θά προσπαθήση νά επαναφέρη τά χαμένα ποιοτικά μόρια  F  καί V   καί νά τά διαφοροποιήση από τό Υ.

Επίσηc    ἔχομεν καί τό  Σ   τό δασύ πνεῦμα.  Τό  Σ   ἔει πνεύμα δασύ καί  επιφέρει τό ἀόριsτον  καί  ὅτι  εἶναι μή φίλα προσκείμενον είc  τόν ἄνθρωπον.  (πάν μέτρον ἄνθρωποc.)

Τό λ καί τό μ ἔουσι φυσικά. Τό ν καί  τό ρ ἔουσι χρονικά.  Τό λ οιονεῖ τό φυσικόν φαινόμενον τῆc  διαsτολῆc,  αὐξήσεοc, ἐξωτερικεύσεοc, απλώσεοc,  επεκτάσεοc  καί  τά ὄμοια.

Τό μ οιονεῖ τό φυσικόν φαινόμενον τῆc  sυsτολῆc, τοῦ μαζέματοc, sυσφίξεοc, ἐσωτερικεύσεοc  καί  τά ὄμοια.   Τό μ καί  τό λ ἔουσι τρόπωι τινά  αντίθετα.

Τό ν οιονεῖ τήν δύναμιν χρονοτριβῆc,  χρονοπορεῖαc, διαβίωσιc•   τό πορεύομαι εν χρόνωι.  Τό ρ οιονεῖ ἕνα χρονικόν διάsτημα μέ ἀρχή καί τέλοc.   Τήν ροή τοῦ χρόνου.  Ἔαρ  οιονεῖ τήν κίνησιν (Ε) τῶν σωμάτων (Α)  διά ἕνα χρονικόν διάsτημα  καί κλίνεται οὗτωc.
Ἐνικόc 
Ἔαρ-      αποβάλεται τό c  καί ἐκτείνεται τό α  καί  ἔχομεν ἔαρ μέ τό α μακρόν.
Ἔαρ- οc
Ἔαρ- ι
Ἔαρ- α
πλυθηντικόc
Ἔαρ- εc
Ἔαρ- ων
Ἔαρ- σι   τό πλῆρεc  τῆc  γραφῆc  κατ’εμέ.
Ἔαρ- αc
Ἔαρ- εc

Ἔχετε ποτέ σκεφθεί τί δύναται ἄν εννοοί τό δαsυνόμενον Ἕαρ; 
Κίνησιν δασέα δασέων σωμάτων εν δασύ χρόνωι.  Τά πάντα δασέα ἔουσι.  Δασέα δασέων ἠγοῦνται.  Καί ἔχομεν sυνεκδοχικᾶ πόλεμον κακῶν ἤ κάποια  επιδημία μικροβίων κακῶν, ἤ...ἤ...ἤ....

Τά  υπόλοιπα   γράμματα ἤγουν   τά  φωνήεντα  τό μακρόν α, τό μακρόν  η  καί  τό μακρόν ω  καί   τά   διπλά   ξ, ψ   καί  ζ  οὐ ἔει   sτοιχεῖα  διότι  δύναται μεριsθῆναι.   Τό ι καί  τό  υ  οὐ ἔει   sτοιχεῖα.  Τό ι καί  τό  υ  ἔουσι μόρια     επιτατικόν   καί   sτερητίκον   αντίsτοιχα.  Ἐγῶ ἔχω διαχωρίσει  τό Υ από τό U καί θεωρῶ ὅτι τό ἕνα εκ τῶν δύο εἶναι  επιτατικόν ποιότητοc (ποιοτικόν μόριον) καί ὅτι τό ἄλλο εἶναι  επιτατικόν sτερήσεοc (sτερητικόν μόριον). Ὁ προσδιοριsμόc ποῖο εἶναι τί δέν εἶναι εὔκολοc.
Η ΕΥ δίφθογγοc ἄν ψιλοῦται, τό Υ  επιτάσει καλή ποιότητα (φιλα προσκειμενη sτόν ἄνθρωπο).  Ἄν ἡ ΕΥ διφθογγοc δασύνεται, τό Υ  επιτάσει κακή ποιότητα (μη φίλα προσκειμένη sτόν ἄνθρωπο).  Πάν μέτρο ἄνθρωποc.
Καί ἔχομεν από τόν Ὅμηρο.

τῶν δ’ ἄλλων οὔ τίc εὑ ἀκήδεσεν, ἀλλὰ πάροιθεν
ἀsπίδαc εὐκύκλουc sχέθον αὐτοῦ.

 επεί εὑ φημὶ βίῃ πολὺ φέρτεροc εἶναι καὶ γενεῇ πρότεροc• τοῦ δ’ οὐκ ὄθεται φίλον ἦτορ ἶσον ἐμοὶ φάσθαι, τόν τε sτυγέουσι καὶ ἄλλοι (εὑ βίηι = κακή  βία).

καί εὑ κράτοc ἐsτὶ μέγιsτον  (εὑ κράτοc = Δύναμη τοῦ κακοῦ).

Οἱ πρόγονοί μαc γραμματικοί, μή δυνάμενοι νά εὐτμολογίσουν τήν δασέα εὑ, τήν καποποίησαν. Προσέξτε τί γράφουν.

Εὗ, ἀντὶ τοῦ ἑαυτοῦ, απὸ τοῦ ἕο κατὰ κρᾶσιν Δωρικῶc τοῦ εο εἰc τὴν ευ δίφθογγον. ὡc τὸ ἐμέο, ἐμεῦ. καὶ σέο, σεῦ. καὶ Ὅμηροc,
Τῶν δ’ ἄλλων οὔτιc εὗ ἀκήδεσεν. (Ὁ Ὁμηροc γράφει εὑ καί ὄχι εὗ).

 Ἡ εὗ απὸ τῆc σεῦ, εν ἐγκλίσει,
  εἴ πώc εὑ πεφίδοιτο (Υ 464). (Ἄλλο εὗ καί ἄλλο εὑ.  Μή  ισοπεδόνωμεν τά πάντα).

Ἡ εὗ καί ἡ εὑ διαφέρουν.  Ἡ εὗ ἔχει υποsτεῖ κάποιο πάθοc καί διά αὐτό τόν λόγο περιsπάεται.  Τί ἀκριβῶc  ἔχει γίνει, εἶναι δύsκολον νά γνωρίζωμεν. Ἡ εὑ ὅμωc δέν ἔχει υποsτεῖ κανένα πάθοc.  Ἔχομεν τό sτοιχεῖον Ε καί τό ποιοτικόν μόριον Υ.  Ἐδῶ τό Υ εἶναι δασύ καί επιτάσει τήν κακή ποιότητα.

  Τό α   επίσειc  ἔχει τήν ιδιότητα τοῦ  sτερητικοῦ καί    επιτατικοῦ μορίου διότι χρηαζόμεθα ἕνα γράμμα  ενέχον καί τάc  δύο ιδιότηταc.  Σέ  ὀριsμέναc  περιπτώσεαc  λόγου χάριν τό ὄνομα Απόλλων ἐτυμολογεῖται ὡc   ἐξῆc.  ἡ ὀνομαsτική απόλλων γίγνεται ἐκ τοῦ θέματοc  απόλλον + c
ἀποβάλεται τό c   επειδή  προηγεῖται τό ν καί  ἐκτείνεται τό ο σέ ω καί ἔχομεν απόλλων.

Τό θέμα  εἶναι απόλλον.  Τό χωρίζομεν σέ sυλλαβέc  καί ἔχομεν. Α-πολ-λον.
Τρέπομεν τό λ τῆc  πολ σέ ν καί ἔχομεν Α-πον-λον.(το ν προ όλων τῶν αμεταβόλλων τρέπεται εἰς τό αντίsτοιχο αμετάβολο.)
Καί ἔχομεν α  sτερητικόν καί  επιτατικόν μόριον εν ἕνα γράμμα.  Απον οιονεῖ καί τήν ἔλειψιν πόνου καί τήν  επίτασιν τοῦ πόνου.
Καί ἔχομεν
Α  sτερητικόν καί  επιτατικόν μόριον.
Πόν  οιονεῖ τόν πόνον.
Καί ΛΟΝ οιονεῖ
Λ  οιονεῖ εξάπλωσιν
Ο οιονεῖ νόησιν
Ν οιονεῖ τήν δύναμιν τοῦ πορεύεsθαι εν χρόνωι• καί ἔχομεν ΛΟΝ τήν δύναμιν τοῦ πορεύεsθαι ἐξωτερικεύονταc  τήν νόησιν τοῦ  επιτάττειν καί  sτερεῖν τόν πόνον.  Διά τόν λόγον αὐτόν ὁ Απόλλων ἐθεωρεῖτο  μεγάλοc  ιατρόc. 

Ἄν ἀντικαταsτήσωμεν τό α μέ τό  S (sτιγμα), ἔχομεν sπόλλων. Ἀντιπαραθέsτε το μέ τό sπονδή.


Ἡ sυλλαβή ΛΟΝ είc  τήν  Ἐλληνικήν γραμματεῖαν εἶναι σχεδόν ἀνύπαρκτοc.  Κανείc  δέν τήν ἔχει εὐτμολογίσει.  Eίc  τήν ἀγγλικήν γλότα, τήν βρίσκομεν έν πολλοῖc  χρησιμοποιηθεῖσα  καί σωsτά καί μή σωsτά.  Ἡ εὐτμολογία παντελῶc  αποῦσα. Ἔχομεν τήν ἀγγλικήν λέξι  LONG.  Τό λ.  τό ο.  τό ν.  τό γ.  τήν δύναμιν τοῦ πορεύεsθαι (Ν)  ἐξωτερικεύονταc  (Λ)  τάc  sκέψεαc, τό πνεύμα, τήν νόησιν (Ο) είc  ἕναν χῶρον μεσαῖον (Γ).
Γ οιονεῖ τόν μεσαῖον χῶρον•   τόν χῶρον ἔξω από τόν γνωsτόν χῶρον• ἕναν χῶρον γειτωνικόν•   ἕναν χῶρον μακρινόν•  ἕναν χῶρον πρόc  ἐξερεύνησιν. 

I long for you. Δυνάμεθα ἄν εἴποιμεν  I long for me;  Ἡ εὐτμολογία λέγει ὄχι  ἐκτόc  καί ἄν ἔχω βγεῖ ἐκτόc  ἐαυτοῦ καί μέ σκέπτομαι σέ ἕναν χῶρον μακρινόν.  Δύναμαι  ὄμωc  ειπεῖν
I lonk for me.  Lonkiness είc  τήν ἀγγλικήν  δύναται ἄν ἔην ὁ ναρκισιsμόc.   Ἐπίσηc  δυνάμεθα  ἄν ἔχοιμεν  τήν λέξιν ΛΟΝΧ•   Ἀγγλικά LONCH.  Μή ἔχονταc  τό χ δασύνουν τό c τό ὀποῖον σε αὐτήν τήν περίπτωσιν τό θεωροῦν Κ.  Ἐδύνατο ἄν ἔην  KH = X   ἤ   HK= X.

LONCH  οιονεῖ  a desire that can not be fullfiled  διότι ὁ χῶροc  χ  εἶναι χῶροc  δασύc  μαῦροc, ἄγνωsτοc, ἀόριsτοc.  
LONG  οιονεῖ a desire that can  be fullfiled.   διότι ὁ χῶροc  γ  εἶναι  ναί μέν  χῶροc  ἐλαφρῶc  δασύc  μαῦροc  ἄγνωsτοc  καί  ἀόριsτοc,   εἶναι  δέ  χῶροc  γειτoνικόc  καί μετά μεγάληc  προσπαθεῖαc  βατόc. 

ὄσον ἀφορά τήν ἀγγλικήν γλότα θά πῶ ἕνα μόνον καί τά υπόλοιπα τά sυμπεραίνεται σεῖc.

Ἔχομεν τήν sυλλαβή ΛΟΝ τήν δύναμιν τοῦ πορεύεsθαι ἐξωτερικεύονταc  τάc  sκέψεαc.
Προσθέτομεν είc  τήν sυλλαβή ΛΟΝ τό  sτερητικόν μόριον υ καί  ἔχομεν λουν.
Οἱ Ἄγγλοι είc  τήν sυλλαβή ΛΟΝ ἐκτείνουν τό ο προσθέτονταc  είc  τό τέλοc  ἕνα ε  καί ἔχουν LONE  μέ ἄφωνον τό ε καί  ἐκτεταμένον τό ο.  Προσέξτε,  ὄχι σέ δύο οο   ἄλλά    σέ ου εν διαsτάσει.  Κατόπιν προσθέτουν  καί τό α ὡc     επιτατικόν μόριον καί ἔχουν ALONE.  Πιό σωsτά θά ἦτο  ἄν τό γραπτόν  ἦτο ALON  μέ τό α ὡc    sτερητικόν μόριον καί τό ο sυνεsταλμένον καί  απουσίαι  ἀφώνων  καί τό ἔκληναν οὕτωc.

Ενικόc
ἀλών-
ἀλόν-οc
ἀλόν-ι
ἀλόν-α
ἀλῶν-
πλυθηντικόc
ἀλόν-εc
ἀλόν-ων
ἀλόν-σι
ἀλόν-αc
ἀλόν-εc

 καί ἄν θέλετε ἀκόμα πιό σωsτά θά ἦτο.

Ενικόc

Λούν-
Λοῦν-οc
Λοῦν-ι
Λοῦν-α
Λοῦν-

πλυθηντικόc

Λοῦν-εc
Λουν-ῶν
Λοῦν-σι
Λοῦν-αc
Λοῦν-εc
Ὧσπερ ίδομεν, τό α  ὥc   sτερητικόν καί  επιτατικόν μόριον sυμβάλει είc  τήν sύνθεσιν ὀνομάτων.  Διά τάc  περιπτώσειc  τάc  ὀποῖαc  τό α χρησιμοποιεῖται μόνον ὡc   sτερητικόν ἤ μόνον ὡc   επιτατικόν μόριον, ἐγῶ δέν sυμφωνῶ.  Διά τάc  περιπτώσειc  αὐτάc  ἔχομεν τό ι καί  τό υ. Ἀρκεῖ νά γνωρίζωμεν νά τά χρησιμοποιέομεν ςωsτά.

Περί S (sτίγμα)  καί  Σ  (σίγμα).

Θεωρώ ὅτι ἔχει υπάρξει μεγάλη sύγχυσιc  μεταξύ τοῦ S (sτίγμα) καί   Σ   (σίγμα). Οἱ παλαιοί  ἀγνωόνταc  τάc  ιδιότηταc  τοῦ καθ’ενόc  ἔξ αὐτῶν, τά ενοποίησαν.  Ἐγῶ βλέπω ὅτι αὐτά τά δύο οὐ δύναται ἑνοποιηθήναι διότι ενέχουν διαφορετικάc  ιδιότηταc.   Τό s  (sτίγμα) ἔει μόριον καί  τό Σ  (σίγμα) ἔει πνεῦμα.

Τό Σ  (σίγμα)  ὥc    δασύ πνεῦμα τό χρησιμοποιέομεν διά τήν sύνθεσιν τοῦ μέλλοντοc  τῶν ρημάτων καί  τοῦ  ἀορίsτου.  Τό Σ   επιφέρει είc  αὐτάc  τάc    περιπτώσεαc  τό  ἀόριsτον τοῦ  ἀορίsτου καί  τοῦ μέλλοντοc.

Τό  sτίγμα (S)   ἔει  επιτατικόν καί   sτερητικόν μόριον.  Sυντάσεται είc  τάc  sυλλαβάc  πρό τῶν  sτοιχείων καί    επιφέρει τά προαναφερθέντα. 
Περιορίζει  τήν sυλλαβή παν,   Τήν κάνει sπαν καί  ἔχομεν τό sπάνιον.
Τροποποιεί τόν πόρον καί  ἔχομεν sπόρον.
 επιτάσσεται τοῦ φαγείου καί  ἔχομεν ςφαγεῖον.
ἐκ τοῦ κάφοc  τό πνεῦμα, ἔχομεν ςκάφοc.   Καί απαιτεῖται καί δέν απαιτεῖται  μέγα πνεῦμα διά τήν ποιήσιν ἑνόc  σκάφουc.

Ὁ ςκένοc  ἐκ τοῦ κενόc.  (καταχρηsτικῶc  Ξένοc ).  Ἐδῶ τό ς  ἔει καί   επιτατικόν καί   sτερητικόν μόριον.   sτερητικῶc  δυκνύει τήν  sτέρησιν τοῦ κενοῦ διά τῆc  φιλοξενίαc  καί   επιτατικῶc  δυκνύει πόσο μεγάλωc  κενόc  ἔει ὁ σκένοc  είc  αὐτόν ἐδῶ τόν χῶρον.

Ἔχομεν  sτοιχεῖον ἐκ τοῦ τοιχείου.  sτερίσει (τοιχείου ἐμφαίνονται τά  sτοιχεῖα.  Τά  sτοιχεῖα μάc  ἐμποδίζουν νά δοῦμε πιό πέρα.  Τό  sτοιχεῖον ἔει  αμερέc.   Τό  sτοιχεῖον ὀφείλει νά  εἶναι  αμερέc  καί  απροσπέραsτον.  Ἐπίσηc, είc   τά   (s)τοιχεῖα δύναται νά    sτηριθοῦν μεγάλα  επιτηδεύματα (γλωτικά).


Περί πνευμάτων.

Ἐντάξαμεν  τά πνεύματα είc  τάc  προσωδίαc  καί απολέσαμεν τήν εὐτμολογίαν.

Τά πνεύματα  εἶναι δύο.   Τό ψιλόν καί τό ύψιλον, τό μή ψιλόν ἤγουν τό δασύ. Τό ψιλόν πνεῦμα ἐsτί τοῖc  ανθρώποιc  φίλα  καί  εἶναι ἕνα.   Τό δασύ πνεῦμα ἐsτί τοῖc  ανθρώποιc  μή φίλα  καί  εἶναι πολύμορφον.

Τά πνεύματα  επιτάτονται  επί  ὄλων τῶν  sτοιχείων τῶν ὀποίων ἡ φύσιc   επιτρέπει τήν  επίτασιν  προσδιορίζονταc  ὄχι μόνον τήν φωνητικήν δύναμιν τῶν  sτοιχείων ἄλλά ὡc   επί τό πλεῖsτον τήν εννοιολογικήν σημασίαν.

Τό ψιλόν πνεῦμα  εἶναι τό γνωsτό, τό ἄσπρο,τό καλό, τό ὀριsμένο. Τό φίλα προσκείμενον είc  τήν φύσιν τοῦ ανθρώπου.
Τό δασύ πνεῦμα  εἶναι τό ἄγνωsτο, τό μαῦρο, τό κακό, τό ἀόριsτο.τό ἄτακτον, τό θερμό, τό ψυχρόν, τό μή φίλα προσκείμενον είc  τήν φύσιν τοῦ ανθρώπου.


Παλαιότερα  χρησιμοποιῆτο τό Η  αντί τῆc  δασεῖαc.   ἔφυγε  εν πολλοῖc   τό Η καί  ἦλθε ἡ  δασεῖα.

Τό ψιλόν πνεῦμα  εἶναι ἕνα καί τό δασύ ἐκφράζεται πολλαπλῶc  κατά sυνθήκην καί   περίπτωσιν.
ἐδῶ θέλω νά προσθέσω ὅ,τι  ἡ  αντίληψιc  ὅτι τό ρ  εἶναι φωνήεν ἤ sύμφωνον  εἶναι παντελῶc  λανθαsμένη.
Δέν τίθεται θέμα φωνήεντοc  ἤ sυμφώνου.  Τίθεται θέμα ψιλοῦ ἤ δασέοc.
Καί ἔχομεν τό δασύ ῥ  καί τό ψιλό ρ.
Τό ψιλόν ρ οιονεῖ ἕνα γνωsτό, ὀριsμένο χρονικό διάsτημα• ἤ καλό χρονικόν διάsτημα•  φίλα  προσκείμενον  sτόν ἄνθρωπον.
Τό δασύ  ῥ οιονεῖ ἕνα ἄγνωsτον, ἀόριsτο  χρονικό διάsτημα• ἥ κακό χρονικόν διάsτημα• μή φίλα  προσκείμενον  sτόν ἄνθρωπον.
τόν ῥ’ Ἠοῦc  ἔκτεινε φαεινῆc  ἀγλαόc  υἱόc.  (αὐτόν, κάποια  sτιγμή(ἄγνωsτο χρονικόν) τόν ἔκτεινε ὁ ἀγλαόc  υἱόc  τῆc  φαεινῆc  Ἠοῦc. )

τόν ρ’  Ἠοῦc  ἔκτεινε φαεινῆc  ἀγλαόc  υἱόc.  (αὐτόν, ἐκείνη τήν   sτιγμή(γνωsτό χρονικόν) τόν  ἔκτεινε ὁ ἀγλαόc  υἱόc  τῆc  φαεινῆc  Ἠοῦc. )
Ἡ γνωsτή χρονική περίοδοc  sυνήθωc  ἀναφέρεται είc  τό παρόν καί εν μέρει είc  τό παρελθόν.
Ἡ ἄγνωsτη χρονική περίοδοc  sυνήθωc  ἀναφέρεται είc  τό μέλλον καί εν μέρει είc  τό παρελθόν.
Κρόνοc  μέ  τό ρ ψιλό.
Χρόνοc  μέ  τό ῥ δασύ.
Διατί;  Δέν πρέπει νά ξεχνάμε ὅτι ψιλά ψιλῶν   sτοιχείων ἠγοῦνται, μέσα μέσων καί δασέα δασέων ἠγοῦνται,
Λόγωι τοῦ κ τό ρ τοῦ κρόνοc   εἶναι ψιλό  καί οιωνεῖ μία γνωsτή χρονικήν περίοδον μέ ἀρχή καί τέλοc εν κ (γνωsτό χῶρο).  ΚΡ = ψιλόc  χρονοχῶροc. Λόγωι τοῦ χ, τό ρ τοῦ χρόνοc   εἶναι  δασύ  καί οιωνεῖ μία ἄγνωsτη χρονικήν περίοδον εν χ (ἄγνωsτο χῶρο) μέ ἀρχή καί τέλοc.  ΧΡ = δασύc  χρονοχῶροc.
Δέν υπάρχει μέσοc  χρόνοc.  Ὅτι μή ψιλόν ἔει δασύ.
Καί τό ὄνομα βροτόc;  Τό ρ  ἔει δασύ,  Ἐδῶ θέτω τό ἐρώτημα•  ἐδύνατο ἄν ἔχοιμεν δύο ρ, ἕνα ψιλό καί ἕνα δασύ  εν δύο χαρακτήραc  ὤσπερ ἔχωμεν τό π καί  τό φ  ἤ  τό  κ καί   τό  χ;  προτείνω τό  Ρ ὡc Ρ  ψιλόν καί   τό  R  ὡc  δασύ.

περί μορίων
μόρια ὀνομάζονται τά γράμματα τά ὀποῖα sυμβάλουν είc  τόν μεριsμόν τῆc   εὐρεῖαc  ἔννοιαc  τῶν  sτοιχείων.  Μερίζουν τήν ἔννοια τῶν  sτοιχείων τοῖc  τροισί.  είc  τά  υλικά,  τά ἄυλα καί  τά νούμενα.   είc  τά σώματα,  τά πράγματα καί  τά νούμενα.  είc  τά ἀκίνητα,  τά κινητά  καί  τά νοητικά.

Τό   ε  οιονεῖ   ψυχήν,  κίνησιν. (κινητικόν μόριον).
Τό   Α  οιονεῖ  ακινησία,  ἄψυχον σῶμα.
Τό   Ο  οιονεῖ  τό νοητικόν.(νοητικόν μόριον).
Τό   Ι   επιτάσει.  Μεγαλοποιεῖ. ( επιτατικόν μόριον).
Τό   Υ  sτερεῖ.  (sτερητικόν μόριον).
Το   U   επιτάσει ποιότητα (ποιοτικόν μόριον).
Τό S   επιτάσει  καί   sτερεῖ. (sτερητικόν και  επιτατικόν μόριον).

Παράδειγμα.   ἔχομεν τό  sτοιχεῖον Ν.  τό Ν οιονεῖ  τήν δυνατότητα χρονοπορείαc, δυνατότητα χρονοτριβῆc.   Τήν διατριβή εν χρόνωι• τήν διαβίωσιν.
ἄν προσθέσωμεν τό ε,  ἔχομεν   ΝΕ.  Πορεία (χρονοτριβή)  εν κινήσει.  Νε, νεc, νεοc.
ἄν προσθέσωμεν τό α, ἔχομεν να•    πορεία (χρονοτριβή)   εν  sτάσει.  νά, νάc, ναόc  (οικία).
ἄν προσθέσωμεν τό ο, ἔχομεν ΝΟ Πορεία  (χρονοτριβή)  εν σκέψει.  Νο,νοc,νοοc, νοῦc.

Καί ἔχομεν
                      Ἐνικόc. 
Νέ-c                               νά  -c                      Νό-c
Νέ- οc                            νά  -οc                    Νό-οc
Νέ-ι                                νά  -ι                       Νό-ι
Νέ-α                               νά  -α                     Νό-α
Νέ-c                               νά  -c                      Νό-c

                Πληθυντικόc 
Nέ-εc                         νά  -ec                      Νό-ec
Νέ-ων                        νά  -ων                     Νό-ων
Νέ-σι                         νά  -σι                      Νό-σι
Νέ-αc                        νά  -αc                      Νό-αc
Νέ-εc                         νά  -εc                        Νό-εc

Νέ-c, νέ-οc,  Νέ-εc, νέ-ων.  Δυνατότητα χρονοτριβῆc  εν κινήσει.  Τό πορεύεsθαι εν χρόνωι.                                           Ἀγληsτί  The  power to go on.
Να -c,   νά - οc, νά- εc,  νά -ων,  ἡ οικία. Δυνατότητα χρονοτριβῆc  εν ακινησία.
Νο-c, νο-οc, νο-εc, νο-ων.  ὁ νούc.   Δυνατότητα χρονοτριβῆc  σκεπτόμενοc.

ἔχομεν τό  sτοιχεῖον Λ.  τό Λ οιονεῖ τό φυσικόν φαινόμενον τῆc  διαsτολῆc.  Τήν εξάπλωσιν,  τήν διάχυσιν, τό απλώνω, τό ἐξωτερικεύω.  Καί ἔχομεν.
Λε       οιονεῖ  τά διάsπαρτα ἔμψυχα.  Sυνεκδοχικά,  τούc  ανθρώπουc  καί γιατί    ὄχι  καί τά   υπόλοιπα ζώα;  ὁ ἄνθρωποc  φέρει αποκλειsτικότητα  sτήν           sυλλαβή κε καί ὄχι  sτήν sυλλαβή λε.
Λα      οιονεῖ  τά διάsπαρτα  ἄψυχα.   Sυνεκδοχικά  τό  sτερεόν  sτοιχεῖον,  οἱ λίθοι.     Καί αλ  τό υγρόν  sτοιχεῖον.    Ἄν τό  ἄλφα ὠc    sτοιχεῖον  εἶναι δασύ, οιονεῖ τό ἁλμυρόν  ὕδωρ,  τήν θάλασσα•  ἄν τό ἄλφα  εἶναι ψιλόν ὡc   μόριον, ἐδύνατο ἄν ἔην τό γλυκόν νερό τοῦ ποταμοῦ, τῆc  λήμνηc.   Τό πόσιμον νερό. Τό φίλα προσκείμενον  sτόν ἄνθρωπον.  Πάν μέτρον ἄνθρωποc.
Λο      οιονεῖ  τά διάsπαρτα  νούμενα.  Λόνοc  ἤ λόνκοc  οιονεῖ τό  αντίθετόν τοῦ μόνοc  ἤ μόγκοc  (μόνκοc ).  Λόνοc  ἤ λόνκοc  Οιονεῖ   τόν ἔχωντα τήν δυνατότητα ἐξωτερικεῦσαι τά τοῦ νοόc  ἐκ τοῦ χώρου κ.  Προσθέσει τοῦ U ἔχομεν λόνυκ-οc  ὁ  sτερούμενοc  τήν δυνατότητα (ΝΥ) ἐξωτερικεῦσαι τά τοῦ νοόc  (ΛΟ)  ἐκ τοῦ χώρου κ.  Καί ἄν μεταφέρωμεν τό U ἔχομεν λουγκόc.   Λοῦγκοc  ἤ λουγκόc   εἶναι τό  ςωsτό  καί  οχι μουγκόc (εκτόc ἄν ἔχωμεν Υ (επιτατικόν ποιότητοc)).   καί ἄν διατηρήσωμεν τό πλῆρεc  τῆc  γραφῆc  ἔχομεν λόνυκοc. 

ἔχομεν τό  sτοιχεῖον Μ.  τό Μ οιονεῖ  τήν μάζα.  Τήν sυρίκνωσιν.  Τρόπω τινά τό Μ οιονεῖ τό  αντίθετόν τοῦ Λ.

Περί  ενεργεῖαc  καί χώρου καί πιέσεοc.
Ἔχομεν τόν χῶρον Κ, Γ, Χ.
Ἔχομεν τήν πίεσιν  Π, Β, Φ.
Ἔχομεν τήν χωροενέργεια  Τ, Δ, Θ.
Πκ = ἡ  επιβληθεῖσα ψιλή πίεσιν (π) σέ χῶρο ψιλό (κ).
Βγ = ἡ  επιβληθεῖσα μεσαῖα πίεσιν (β) σέ χῶρο μεσαῖο (γ).
Φχ = ἡ  επιβληθεῖσα δασαῖα πίεσιν  (φ) σέ χῶρο δασύ (χ).

ὄλοι οἱ ἄλλοι sυνδιαsμοί προ  υποθέτουν τήν μεσολάβησιν μορίου διά  τό  καλό τῆc  φωνῆc.
δέν δυνάμεθα ἔχειν πγα ἤ πγε ἤ πγο ἤ πγι ἤ πγυ  ἄλλά δυνάμεθα ἔχειν παγ  ἤ  πεγ  ἤ  πογ  ἤ  πιγ   ἤ  πυγ.  Τά  sτοιχεῖα  εἶναι τά ίδια.  Ἡ σημασία  εἶναι ἡ ίδια.

επίσηc  ἔχομεν.
Τ= ψιλήν ενέργεια εν χώρωι ψιλῷ.
Δ= μεσαῖα ενέργεια εν χώρωι μεσαίωι.
Θ=δασέα ενέργεια εν χώρωι δασύ 

Περί διπλῶν
Διπλά λέγονται  τά   γράμματα  τά  ὀποῖα sύγκειται ἐκ μετά τινόc  μικροφώνου καί  τοῦ  Σ    εν sυλλήψει καί  οὐχί εν διαsτάσει. ενέχουν   δύο ὀμογενοποιημέναc  δυνάμειc  εν ἕνα χρόνο εν  ἀντιθέσει τοῖc  μακροῖc  τοῖc  ὀποίοιc  ενυπάρχουν   δύο χρόνοι καί  μία δύναμιc.   τά  γνώsτα  διπλά   ἕουσι τρία.  Τό ζ ἐκ τοῦ  δ καί  c.   Τό Ξ ἐκ τοῦ κ καί  c.   Τό Ψ ἐκ τοῦ π καί   c.
Τά  διπλά   ἕουσι ὀσα καί   τά   ἄφωνα, ἑννέα.  Χρησιμοποιέομεν   τά  τρία.  τό ψ, τό ξ καί  τό ζ.   τά  υπόλοιπα  τά  ἔχομεν  ἀφήσει είc  τήν λήθην.

ὥσπερ οἱ ἄλλοι λαοί ἔχουν ἀφηση είc  τήν λήθη τά δαςέα καί τά μεσαῖα, ὥσπερ οἱ ἂλλοι λαοί ἀδυνατούν νά προφέρουν τά δαςέα καί  τά μεσαῖα, κατά τόν ίδιον τρόπον καί ἐμειc  οἱ Ἓλληνεc  ἀδυνατοῦμεν νά προφέρωμεν τά υπόλοιπα διπλά καί ἔχομεν περιοριsθεῖ είc  τήν χρήσιν μόνον τριῶν ἐξ  αὐτῶν.  Ὄλα δείχνουν ὅτι οἱ πάλαι ποτέ Γραικοί χρησιμοποιοῦσαν καί τά ἄλλα διπλά  ἤγουν  τό  (βc ), τό  (Φc ), τό  (Γc ), τό  (Χc ), τό  (Τc ), τό  (Θc ).      Τό Ψ(Πc ), τό Ξ(Κc )καί  τό Ζ(Δc )  φέρουν τήν   δύναμιν ἑνόc   ἀφωνου καί  τοῦ c, κατά    τόν ιδιον τρόπον καί   τά  υπόλοιπα ἄγνωsτα  διπλά    φέρουν τήν   δύναμιν  τῶν   υπολοίπων ἁφώνων καί  τοῦ c.

Πιsτεύω  ὅτι   εν  τά  παλαιᾷ    sτοιχεῖα, αἱ ἐκφωνήσειc   τῶν   διπλῶν ἤσαν κατά    τόν  ίδιον τρόπον ὅπωc   τά  ἄφωνα, εν ψιλοῖc, μεσαίοιc  καί  δασέοιc.

γνωρίζομεν τό ψ τό ὀποῖον  ἀντλεῖ   δύναμιν  ἐκ τό π καί  τοῦ σ,   οἷον  sπέλλιον οιονεῖ ψέλλιον καταχρηsτικῶc.     τό ξ τό ὀποῖον  ἀντλεῖ  δύναμιν  ἐκ τοῦ κ καί   τό  S    οἷον  σκίφοc  οιονεῖ ξίφοc  καταχρηsτικῶc.   τό ζ τό ὀποῖον  ἀντλῖ   δύναμιν   ἐκ τοῦ  S καί   δ  οἷον   σδυγόν οιονεῖ ζυγόν  καταχρηsτικῶc,  σδέω οιονεῖ ζέω καταχρηsτικῶc, σδάω οιονεῖ ζάω καταχρηsτικῶc.  Τό ζ οὐκ   ἐκφωνῆται ἐκ τοῦ  S καί   δ  ἄλλά    φέρει τήν   δύναμιν τοῦ δ καί  S.   τό αὐτό καί  τό ξ.    καί   ὁ  σκένοc  ξένοc   γίγνεται.   Ποῖα ἡ  διαφορά ἄν τίc  εἶποι σκίφοc  ἤ  ξίφοc;  διά  τί ξίφοc  καί  οὐχί σκίφοc.   Sυνιsτῶ τήν  αποφυγήν  τῆc   ἀρκτικῆc  χρήσεοc   τῶν   διπλῶν καί    επιμένω   μόνον  είc  τήν ληκτικήν  χρῆσιν  τῶν   διπλῶν  διότι τό προαναφερθέν  S  ἔει τό μόριον  sτίγμα (ς )  καί  ὄχι τό πνεῦμα Σ τό ὀποῖον sυμβάλλει είc  τήν sύνθεσιν τῶν διπλῶν εν τοῖc  μέλλοσι τῶν ρημάτων καί τοῖc  κλῆσεσι τῶν ὀνομάτων.
               
                   επειδη διπλᾶ εἴρηται οὐχ ὠc  ἐκ δύο sυμφώνων sυγκείμενα, ἄλλ’ ὠc  δύο sυμφώνων δύναμιν ἔχοντα,  ἡ  δύναμιc   τῶν   δύο sυμφώνων ἔει ὀμογενοποιημένη.  είc  τό ψ καί  ξ  ενυπάρχει ἡ   απόχρωσιc  καί  τοῦ  ἀφώνου καί  τοῦ Σ.  είc  τό ζ  υπάρχει ἔντονη ἡ  δύναμιc  τό  Σ   καί  ἡ  δύναμιc  τοῦ  ἀφώνου ἔει τρόπωι τινά  ἀνύπαρκτοc.   Φασί τινεc  ἡ  δύναμιc   τῶν   δύω ΣΣ ισοδυναμεῖ τῷ  ζ.  αὐτό ἔει  απαράδεκτον.  Τό δεύτερο  Σ   ἔει πλεοναsμόc. Οὐ δικαιολογεῖται   ἡ    ύπαρξιc  τοῦ δευτέρου  Σ   εν τάc    λέξεαc.   Ἡ   θάλασσα, ἡ  μέλισσα, δύναται  ἐκφωνηθῆναι   ὡc     θάλαττα,  μέληττα.  Ἡ  δεξαμένη  ἅλατοc  ἐκ τῆc  γεόc  καί  μέλιτοc  ἐκ  τῶν    ἀνθέων.    Μέλιτοc  sύν  τάω ἔχομεν μέλιτ-τα.   Τό  ρῆμα  τάω τῆc  ἔκτηc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων οιονεῖ  δέχομαι. 
ἅλατοc  sύν  τάω καί  τροπῇ τῆc  δασείαc  σέ  θ   ἔχομεν θάλατ-τα. Ἡ sυλλαβή θά   sτήν προκειμένη περίπτωσιν  εἶναι τό δασύ σῶμα ( Ἁλμυρό νερό). Θάλ ἤ ἅλ οιονεῖ τήν εξάπλωσιν τῶν δασέων σωμάτων.   sτήν περίπτωσιν αὐτή τό ἁλμυρόν ύδωρ. ἡ sυλλαβή ἄλ οιονεῖ τό ψιλό σῶμα  καί   sτήν περίπτωσιν αὐτή ἐδύνατό ἄν ἔην τό γλυκό νερό μιᾶc  λίμνηc  ἤ ἑνόc  λουτρού. Τό θολό νερό μιᾶc  λίμνηc, ἐγῶ θά τό ἔλεγα  θαλό  ἤ  ἁλό  ἤ δαλό.
               λόγωι τῆc  θέσεοc  εν  τῇ  ἀλφαβήτωι τό ζ  πιsτεύω  ἔη πολύ  παλαιό.   ἔχει γίνει πλήρηc  ὀμογενοποίησιc   τῶν   δύο sυμφώνων καί   ἔχει ξεχαsθῆ  ὅτι    ἔει διπλό.   ἔχει ξεχαsθῆ  ὅτι    υπάρχει  ὡc     ληκτικό καί   ἔχει  ἀντικαταsταθῆ  από τό  Σ.  

Πιsτεύω   ὅτι    τά   διπλά    ἔη   μόνον   διά   χρῆσι  ληκτική καί   ὅτι    τά  γνωsτά  διπλά   ψ, ξ, καί  ζ  ἔχουν κακοποιηθεῖ εν χρήσει πέρα τῆc  ληκτικῆc.    Παλαιόc  γραμματικόc  λέγει.  Ἐάν είc  sύμφωνον λήγῃ sυλλαβή, τό ζ τῆc  ἑξῆc  ἀρκτικόν οὐκ  ἔsται, ει μή βάρβαροc  εἴη λέξιc, οἷον Ἀριοβαρζάνηc.
ιsτέον  ὅτι   περιορίζεται ἡ   ἀρκτική   χρῆσιc  τοῦ ζ.

 Περί μακρῶν

Τά μακρά  ἕουσι τρία.  Τό μακρόν  α,  τό μακρόν  η  καί  τό μακρόν  ω.  Λέγονται μακρά  διότι   ἔχουν δύο χρόνουc  καί    μόνον  μία   δύναμιν.   Τά μακρά προκείπτουν μετά τό πάθοc  τῆc  sυναλοιφῆc  κατά κράσιν.  Ὁ ὀριsμόc  τῆc  sυναλοιφῆc  ἔχει οὕτωc.   Sυναλοιφή ἔsτι ἡ κατά φωνήεντα ἔνωσιc  δύο sυλλαβῶν καί γίγνεται κατά τρόπουc  ἑπτά.   απλούc  μέν τρείc , sυνθέτουc  δε τέσερριc.   Κατά  ἔκθληψιν, κατά κράσιν, κατά    sυναίρεσιν καί  κατά    τήν sύνθεσιν τών προαναφερθέντων.  Αὐτά τά γνωρίζομεν από τόν  Ἀλεξανδινόν γραμματικόν Τρύφωνα.  Τό sυγγραμά του   υπάρχει  sτόν θυσαυρό τῆc  Ἐλληνικῆc  γλοτόc τοῦ πανεπιsτημίου τῆc  Καλιφορνίαc  τό γνωsτό  T. L.G. 

Ὁ Ὀριsμόc  τῆc   κράσεοc  Ἔχει οὕτωc.    Φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc, μεταβιβάζεται ὁ χρόνοc  αὐτοῦ τῷ γειτονούντι φωνήεντι.  Καί ἔχομεν τό μακρόν α νά   ἔχει τήν   δύναμιν τοῦ  sτοιχείου α καί  τόν χρόνο τοῦ  sτοιχείου α καί  ἄλλον ἕναν χρόνον ενόc  πεφθειρομένου  sτοιχείου  τό ὀποῖον sυνήθωc   ἔει ἕνα ἐκ  τῶν   α,ε,ο,σ,ν  χωρίc  νά    αποκλείομεν τό ενδεχόμενον φθορᾶc  ἄλλου  γράμματοc.

Παράδειγμα.  επιsτάομαι =   επίsταμαι.  Φθείρεται τό ο καί   ὁ  χρόνοc  τοῦ ο μεταβιβάζεται τῷ  α ἐκτείνονταc  αὐτό  καί   ἔχομεν   επίsταμαι  μέ τό ἄλφα τῆc   sτα  sυλλαβῆc  μακρόν.  Τό  α  τῆc   sτα sυλλαβῆc   ἔει μακρόν  διότι  τῶρα ενέχει   μία   δύναμιν καί  δύο χρόνουc.   Τήν   δύναμιν τοῦ α  καί   τούc    χρόνουc  τοῦ α καί  τοῦ ο.

Τό μακρόν η  ἔχει τήν   δύναμιν τοῦ  sτοιχείου ε καί  τόν χρόνο τοῦ  sτοιχείου ε καί  ἄλλον ἕναν χρόνον ενόc  πεφθειρομένου γράμματοc   τό ὀποῖον sυνήθωc   ἔει ἕνα ἐκ  τῶν   α,ε,ο,σ,ν  χωρίc  νά    αποκλείωμεν τό ενδεχόμενον φθορᾶc  ἄλλου γράμματοc.

Παράδειγμα.  Ἀγγληsτί.  People.  Γράφεται  μέ ε καί  προφέρεται μέ η.  πηπλ.   ὁ  χρόνοc  τοῦ πεφθειρομένου ο μεταβιβάζεται  τῷ  ε ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η.  Φυσικά  οἱ  χρησιμοποιοῦντεc  αὐτό δέν τό γνωρίζουν  διότι   ἀρνοῦνται νά   παραδεκτοῦν ὅτι ἡ  διάλεκτοc  τουc   ἔει μία ἐκ  τῶν   πολλῶν διαλέκτων τῆc  Ἐλληνικῆc.


Παράδειγμα.  ἔαρα  = Ἤρα.  Φθείρεται τό α καί   ὁ  χρόνοc  τοῦ α μεταβιβάζεται τῷ  ε ἐκτείνονταc  αὐτό
σέ  η  καί   ἔχομεν Ἤρα.  Τό η  ἔει μακρόν  διότι  τῶρα  ενέχει   μία   δύναμιν καί  δύο χρόνουc.   Τήν   δύναμιν τοῦ ε  καί   τούc    χρόνουc  τοῦ ε καί  τοῦ α.

Αλλα παραδείγματα.  ἐορτή = ἠρτή.

Θά μείνω ἐδῶ λίγο καί θά  επισημάνω ὅτι ἡ ἐκφώνησιc τοῦ η ίσωc δέν θά ἔπρεπε  νά εἶναι ἡ ίδια μέ τάc ἐκφωνήσειc τῶν ι, οι, ει καί υ.  Τό μακρόν ω φέρει τήν ἐκφώνησιν τοῦ ο εν δύο χρόνουc. Τό μακρόν α φέρει τήν ἐκφώνησιν τοῦ βραχέοc α εν δύο χρόνουc καί ἐρωτῶ τούc γλωττολόγουc διά τί τό μακρόν η νά μήν φέρη τήν ἐκφώνησιν τοῦ ε εν δύο χρόνουc;  Καί ἐρωτῶ ξανά τούc γλωττολόγουc, διά τί νά sυγχέεται ἡ ἐκφώνησιc τοῦ μακροῦ η μέ τάc ἐκφωνήσειc τοῦ ι, τοῦ οι, τοῦ ει, καί τοῦ υ;  Μῆπωc οἱ γλωττολόγοι ἔπρεπε νά ἀσχοληθοῦν μέ τά τῆc γλοτόc καί ὄχι μέ τά τῆc  γραμματικῆc;

Τό μακρόν ω  ἔχει τήν   δύναμιν τοῦ  sτοιχείου ο καί  τόν χρόνο τοῦ  sτοιχείου ο καί  ἄλλον ἕναν χρόνον ενόc  πεφθειρομένου  sτοιχείου  τό ὀποῖον sυνήθωc   ἔει ἕνα ἐκ  τῶν   α,ε,ο,σ,ν  χωρίc  νά    αποκλείωμεν τό ενδεχόμενον φθορᾶc  ἄλλου γράμματοc.
Παράδειγμα.  Πον + λυοοc 
Τό ν προ τοῦ Λ τρέπεται σέ  Λ  καί   τά  δύο οο κράονται σέ  ω.  καί   ἔχομεν  Πολλυώc.   ἡ  λυουσα τόν πονον.
Ἄν ητό ἡ  λύουσα  τούc    πόνουc,  θά   ἔπερπε νά   εἶναι πονον + λυοοc  = πονόλλυωc  ἐκ τῆc  γενικῆc  πλυθηντικῆc  πονων  ἐκ τοῦ πόνον(c ).


 Περί  ἀμεταβόλων

Τά  ἀμετάβολα  ἔουσι τέσσερα.  Τά  Λ, Μ, Ν καί Ρ.  Λέγονται  ἀμετάβολα ὄχι μόνον διότι δέν μεταβάλονται εν τοῖc  μέλουσι τῶν ρημμάτων καί τοῖc  κλήσεσι  τῶν ὀνομάτων τουτέsτιν δέν προφέρονται εν sυλλήψει μέ τό σ,  ἄλλά καί ὅτι τά  sτοιχεῖα τά οποῖα απεικονίζουν ἔουσι ἀμετάβολα εν τῇ φύσει

Περί sυλλαβῆc
Οἱ παλαιοί  ἔλεγαν ὅτι  sυλλαβή ἔsτι κυρίωc  sύλληψιc  sυμφώνων μετά φωνήεντοc  ἤ φωνηέντων.

Ἐγῶ  λέγω  ὅτι sυλλαβή  ἔει ἡ  sύλληψιc   μιᾶc  νοίαc  ενόc   sτοιχείου ἤ   πλειόνων καθαρῶν    sτοιχείων μετά ἤ χωρίc  μορίων.

Παράδειγμα.
                      Ἔχομεν τό  sτοιχεῖον  ἔψιλον  καί   γίγνεται  γράμμα ε ὄταν καταγραφῆ.   Τό  sτοιχεῖον ἤ  τό καταγεγραμένον  γράμμα ε,  ὄταν λάβη τήν νοῖα τῆc  ψυχικῆc   υπάρξεοc, κινήσεοc,  ἔχει λάβει νοῖα καί  ὀνομάζεται sυλλαβή.  ἐχει γίνει μετάβασιc   από τό  sτοιχεῖον είc  τήν sυλλαβήν.
                      Οὐ τίθεται λόγοc   περί sυλλήψεοc  ἤ  μή sυλλήψεοc  sυμφώνου  μετά  φωνήεντοc.   ἐδύνατο ἄν τό  ἔψιλον   ὥc    μόριον καί  οὐχί  ὥc     sτοιχεῖον  εν sυνεργασία  μετάτινοc   sτοιχείου  λάβοι νοία.  είc  τό προαναφερθέν παράδειγμα, τό  ε   ἔχει τήν  ιδιότητα καί  τοῦ  sτοιχείου καί  τοῦ μορίου  καί οὐ χρειάζεται  ἄλλο  μόριον ίνα λάβηι νοῖα.   ἕνα  sτοιχεῖον  ἔχει γίνει sυλλαβή καί  ἄν  λεχθῆ λέξιc  γένοιτο.

Παράδειγμα.
                      Ἔχομεν τό  sτοιχεῖον  ἔψιλον ( ψυχική   ύπαρξιc, κίνησιc  (τό αἴτιον τῆc  κινήσεοc  τῶν σωμάτων),  αὐτόκινούμενα σώματα, (σώματα μέ ζωή) τό ὀποῖον  ἔει καί  μόριον    επιτατικόν .    Ἔχομεν  καί  τό  sτοιχεῖον γ τό ὀποῖον οιονεῖ ἕναν μεσαῖο (δασύ)  χῶρον. Μεσαῖοc  χῶροc   εἶναι ὁ χῶροc  μεταξύ τοῦ ψιλοῦ γνωsτοῦ χώρου Κ καί  τοῦ δασέοc  ἀγνώsτοῦ καί μαύρου χώρου Χ. . ἄν  αυτά  τά  δύο  γράμματα  τό  Γ καί  τό ε σέ  sυνεργασία λάβουν τήν νοῖα τῆc  γεόc,   ἔχομεν τήν sυλλαβή γε. Ἄν  ἡ  sυλλαβή γε λεχθῆ,  γίγνεται λέξιc.   Ἐν τῇ   αὐτῇ περπτώσει τό γ  ἔει  sτοιχεῖον καί  τό ε sυνυπάρχει μέ τήν ιδιότητα τοῦ μορίου  καί  οὐχί τοῦ  sτοιχείου.

                      Ἡ  sύλληψιc   νοῖαc  ἐξ ενόc  διπλοῦ sυμφώνου   οὐ  ἔει ἐφικτή  διότι  τό διπλό sύμφωνον  οὐ  ἔει  sτοιχεῖον.  Τιουτοτρόπωc οὐκ    ἔει ἐφικτή καί  ἡ  sύλληψιc  νοίαc  ἐξ ενόc  μακροῦ φωνήεντοc   διότι  τό μακρόν φωνήεν  οὐ  ἔει  sτοιχεῖον.  ὅτι δύναται μεριsθῆναι   οὐ  ἔει  sτοιχεῖον.

                    Ἔχομεν τό  sτοιχεῖον γ  τό ὀποῖον οιονεῖ ἕναν μεσαῖο χῶρο   μεταξύ γνωsτοῦ καί ἀγνώsτου.  ἕνα χῶρον πρόc  ἐξερεύνησιν.    Ἔχομεν   επίσηc  καί  τό    επιτατικόν   μόριον ε   επιτάσσονταc  τήν ψυχικήν   ύπαρξιν  ἤγουν  τήν   δύναμιν τήν ὀποῖαν κινεῖ τά  σώματα.  καί   ἔχομεν γε καί ὄταν ἡ  sυλλαβή γε ἐμπέση είc  τάc    πτῶσειc   ἔχομεν. 
Ἐνικόc 
Γέ- c            ἤ  γη     (ε+c  = η)
Γέ-οc          ἤ    Γῆc  (ε+ο =η)
Γέ-ι             διά  νά μήν ξεχνᾶμε τήν εὐτμολογία.
Γέ-α
Γέ-c          (ἤ  γη κατόπιν κράσεοc.)

Πλυθηντικόc

Γέ-εc
Γέ-ων          ἐκ τοῦ Γέονc  (φθείρεται τό c  καί
                    ἐκτείνεται τό ο).
Γέ-σι
Γέ-αc 
Γέ-εc

Ἐδῶ θέλω νά  επισημάνω ὅτι τό ὄνομα γαῖα δέν  εἶναι τό ίδιο  μέ τό ὄνομα γέα.  Τό ἕνα ἔχει ψυχή, ζωή, κίνησιν  μέσα του.  Τό ἄλλο  εἶναι ἄψυχο (γαῖα).  Ἔναc  τόποc  ἄνευ ψυχῆc, κίνησηc, ζωήc ἀλλά ἕναc τόποc μέ πολλά δασέα sώματα.

Τό Κ οιονεῖ ἕναν χῶρο   μικρό ιδιάζοντα.  Οικίο χῶρο .  ἕνα χῶρον ιδιοτικόν, γνωsτόν.
Παράδειγμα.  Κε οιονεῖ τόν ἅνθρωπον.  Ἐξ οὗ καί  ἡ πρόθεσιc  ἐκ.  Τά πάντα ἐκ τοῦ ανθρώπου.

Τό Γ οιονεῖ ἕναν χῶρο     εὐρύτερον.  ἕναν  χῶρο    μεσαῖο.  ἕναν  χῶρο    μεταξύ γνωsτοῦ καί   ἀγνώsτου.  ἕναν  χῶρο    πρόc  ἐξερεύνησιν.
Παράδειγμα.  Γε οιονεῖ τήν γή.  Τήν κοινή είc  ὄλουc  ἐμάc  γή

Τό Χ οιονεῖ τόν δασύ καί μαῦρον καί ἂγνωsτον  χῶρον.
Παράδειγμα.  Χάοc,  χάροc.

Γνωρίζετε διά  τί  γράφετε τήν λέξι γεωγραφία μέ ω καί  οὐχί μέ ο. ἐτυμολογεῖται ἐκ τῆc  γενικῆc  γεο(c ) καί  τῆc   γραφῆc. (η καταγραφή τῆc  γεόc ) οὐ βλέπω τόν λόγο διά  νά    γραφῆ μέ ω.  Ὄφείλομεν νά   τό  γράφωμεν μέ ο.  Γεογραφία. ἐκ τῆc  γενικῆc  γεόc.

Γνωρίζετε διά  τί  γράφετε τήν λέξι γεωργία μέ ω καί  οὐχί μέ ο.  ἐτυμολογεῖται ἐκ τῆc  γενικῆc  γεο(c) καί  τοῦ ὀνόματοc  ἐργία (τό  ἔργον).  καί   ἔχομεν γεο+εργία = γεοεργία. κατόπιν κράσεοc  τοῦ ο+ε  φθείρεται τό ε καί   ὁ  χρόνοc  τοῦ ε  εισέρχεται  τῷ  ο ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  ω  καί   ἔχομεν γεωργία.

ἥδονται δὲ Ἀττικοὶ τρέπειν τὸ ο εἰς ω, τοῦ ε προηγουμένου.  οὐ δεῖ δὲ ὅμως τὰ κατὰ διάλεκτον ἰδιάζοντα εἰς κοινὸν παραλαμβάνειν. 
Θέτω τό ἐρώτημα.  ἐδύνατο ἄν  ἕναc  πλανίτηc   ἀνευ ζωῆc  ὀνομαsθεῖναι γεc  (γη);
Ἡ Ἐλληνική  διάλεκτοc  λέγει ΟΧΙ.  καί  πῶc  θά  τόν ὀνομάζαμε αὐτόν τόν πλανίτη.  θά  τόν ὀνομάζαμε ΓΑ
Καί θά  τόν κλίναμε οὖτοc.

Ἐνικόc 
Γά- c  (η  Γά   κατόπιν κράσεοc.) 
Γά-οc 
Γά-ι
Γά-α
Γά-c  (η  Γά   κατόπιν κράσεοc. )

Πλυθηντικόc
Γά-εc 
Γά-ων  ἐκ τοῦ Γάονc  (φθείρεται τό c  καί  ἐκτείνεται τό ο)
Γά-σι
Γά-αc 
Γά-εc
ἡ    sελλήνη  ἔει  Γά.   ὁ   Ἄρηc   πρόc    τό  παρον  ἔει Γά. Ὄλοι οἱ πλανῆται τοῦ ἡλιακοῦ  μαc  sυsτήματοc  ἔουσι Γάεc  ἐκτόc  τῆc  γεόc  (γῆc )

Καί τί εννοεῖ γα. Ἔχομεν τό  χωρικόν γ καί  τό μόριον  α τό ὀποῖον   επιτάσει σωματικήν   ύπαρξιν  καί  οὐχί ψυχικήν.
Καί πῶc  θά   ὀνομάζαμε ἕναν πλανίτη  νοητόν, φανταsτικόν, πολλά ἔτη φωτόc  μακριά τόν ὀποῖον δέν τόν  ἔχομεν καν δεῖ;  θά  τόν ὀνομάζαμε Γο.  Τό ο   επιτάσει  τά  νούμενα.  Καί ἄν προσθέσωμεν τό ποιοτικόν μόριον Υ, ἔχομεν ΓΟΥ.
Καί θά  τόν κλίναμε οὖτοc.
Ἐνικόc 
Γό- c  (ἤ  γώ  κατόπιν κράσεοc. )
Γό-οc 
Γό-ι
Γό-α
Γό-c  (ἤ  γῶ   κατόπιν κράσεοc. )

Πλυθηντικόc
Γό-εc   (ολοι  οἱ  ἄγνωsτοι  πλανῆται  ἔουσι Γόεc.)
Γό-ων  ἐκ τοῦ Γόονc  (φθείρεται τό c  καί  ἐκτείνεται τό ο)
Γό-σι
Γό-αc 
Γό-εc
Θέλω νά   μοῦ πεῖτε σέ  ποία ἄλλη διάλεκτο δύναsθε νά   κάμετε αὐτά  τά  πράγματα.

Περί προφοράc   τῶν   sυλλαβῶν καί   τῶν   γραμμάτων.

Ἡ προφορά   τῶν   γραμμάτων δέν εἶναι  τό   ἀντικείμενο τοῦ   γραμματικοῦ.  Ἡ  γλωτική προφορά  εἶναι  τό   ἀντικείμενο τοῦ   γλωττολόγου.  Ὑπάρχουν πολλαί ἀτέλειαι είc  ὄλαc  τάc    διαλέκτουc  καί  οἱ γλωττολόγοι   αντί νά    sταθοῦν είc   τό   ἀντικείμενό τουc,  sπαταλοῦν χρόνο διά  νά   ἐξετάσουν τήν ιsτορία  τῶν   λέξεων  καί   αποκαλοῦν τήν ιsτορία  τῶν   λέξεων εὐτμολογία  ἀγνοόνταc  ὅτι ἡ  εὐτμολογία διαίρεσιν  τῶν   λέξεων  απεργάζεται.

Ειc  τήν νέα Ἐλληνική  τήν ΑΙ τήν προφέρουν ὅπωc   τό  Ε.  ἡ ΟΙ, ἡ ΕΙ,  τό  Ι,  τό  Η  καί   τό  Υ   ἔχουν τήν ίδια προφορά. Οἱ  γλωττολόγοι  ὀφείλουν νά    sταθοῦν ἐδῶ καί  νά   λύσουν  αὐτό  τό  μεγάλο πρόβλημα.

Αἱ δικαί  μου  προτάσειc  γιά  μερικά ἐξ αὐτῶν εἶναι  αἱ ἐξεῖc.   Νά   γίνουν αἱ δίφθογγοι δίφθογγοι.  Ἡ  ΑΙ, ἡ  ΕΙ, ἡ  ΟΙ καί  ἡ ΟΥ νά   προφέρονται εν διαsτάσει  ἀλλά    εν ἕνα χρόνο.  Ξανά λέγω,  εν ἕνα χρόνο ὅπωc  προφέρονται καί  ἄλλαι sυλλαβαί ενέχουσαι  τό  Ι   οἷον  ΔΙ, ΤΙ, ΧΙ, ΛΙ, ΝΙ, ΡΙ, ΠΙ καί  πολλαί ἄλλαι.  Ξανά λέγω, εν ἕνα χρόνο καί  ὄχι τρόπωι δυτικῷ καί  ἐραsμιακῷ.  είc  τήν νέα Ἐλληνική, ἡ  ΑΙ, ἡ  ΕΙ, ἡ  ΟΙ καί  ἡ ΟΥ προφέρονται ὄχι μέ δύο φθόγγουc   ἀλλά    μέ ἕναν.  Καλόν εἶναι νά   προφέρονται μέ δύο φθόγγουc  εν ἕνα χρόνο.

Πιsτεύω ὅτι ἡ  προφορά  τῆc ου είc  τήν νέα Ἐλληνική  φέρη  τό  Ο ἄφωνον . ἡ  προφορά  τῆc ΟΥ  εἶναι ἡ  προφορά τοῦ   Υ.   Τό  Ο παραμένει  ἄφωνον .  Υ-ψιλον =(ου)ψιλόν καί  ἡ ου =(ο ου) εν sυλλήψει εν ἕνα χρόνο.

Θά  sταματήσω ἐδῶ λέγονταc  ὅτι κάτι  ὀφείλομεν νά   πράξωμεν διά  τήν  ἀναβάθμιση τῆc  γλωτικῆc  ἐκφορᾶc  τοῦ   λόγου.  Ἡ γραφική ἐκφορά τοῦ   λόγου δέν  ἔχει πρόβλημα ἄν δέν μιμῆται τήν γλωτική καί  καλόν εἶναι νά   μή τήν μιμῆται πλέον.

ὥσπερ  τά    sτοιχεῖα  γίγνονται γράμματα  ἄν  καταγραφοῦν,  τοιουτοτρόπωc  καί   αἱ sυλλαβαί  γίγνονται λέξειc  ἄν  λεχθοῦν. Αἱ μονοσύλλαβαι λέξειc   γίγνονται ἐκ  τῶν   sυλλαβών.   Αἱ sύνθεται λέξειc  γίνονται ἐκ πολλών sυλλαβών.  Αἱ sυλλαβαί ἔουσι πάρα πολλαί.   Ἐδῶ θά προσπαθήσω νά καταγράψω καί νά ἐξηγήσω τήν σημαςία ὄσων περισσωτέρων sυλλαβῶν δύναμαι.

Κατ’ἀρχάc  ἔχομεν τάc  ἔξ διφθόγγουc 
Ει
Αι
Οι
Ευ
Αυ
Ου
Κατόπιν  ἔχομεν τά δέκα καί τέσσερα  καθαρά  sτοιχεία  β,γ,δ,θ,κ,λ,μ,ν,π,ρ,τ,φ,χ.   επιτασσομένων αὐτῶν τῶν  πέντε μορίων ε,α,ο,ι,υ  καί  τῶν ἔξ διφθόγγων ει,αι,οι,ευ,αυ,ου, ἔχομεν ἐκατόν πενήντα τέσσερα.
Καί ἔχομεν.
ΠΑ
ΒΑ
ΦΑ
ΚΑ     υλικά ἀγαθά σέ χῶρο Κ. τοῦ ανθρώπου τά υλικά ἀγαθά. 
ΓΑ      υλικά ἀγαθά,(ἄψυχα σώματα σέ χῶρο γ).
ΧΑ     υλικά ἀγαθά,(ἄψυχα σώματα σέ χῶρο χ).
ΤΑ   =  Δέχομαι  (ἐνεργῶ σέ χῶρο  κ  παθητικά, εν ακινησία).                                                   
             χωροενέργεια   ανθρώπου.     Τ=  ενεργῶ ψιλῶc.
             Α =   παθητικᾶ,  εν ακινησία.
            τα  =δέχομαι (παθητικῶc    
ΔΑ
ΘΑ
ΛΑ    εξάπλωσιc,  επέκτασιc, ἐξωτερίκευσιc,
         διαsτολή  υλικῶν ἀγαθῶν σωμάτων αψύχων.
ΜΑ
ΝΑ
ΡΑ
ῬΑ
ΠΕ
ΒΕ
ΦΕ
ΚΕ
ΓΕ    ἔμψυχα σώματα σέ χῶρο γ.  Γέ =μεσαῖοc
       χῶροc  μέ ψυχή, ζωή, κίνησιν.
ΧΕ   ἔμψυχα σώματα σέ χῶρο χ.  Χέ = δασύc  χῶροc
       μέ ψυχή, ζωή, κίνησιν.
ΤΕ    λαμβάνω  ενεργητικῶc,  απλώνω τό  χέρι μου
        καί  λαμβάνω  καί Ὅμηροc Κύκλωψ, τῆ(τέε) πίε
        οἶνον.
ΔΕ
ΘΕ
ΛΕ
ΜΕ
ΝΕ
ΡΕ
ῬΕ
ΠΟ
ΒΟ
ΦΟ
ΚΟ
ΓΟ
ΧΟ
Τό      σκέπτομαι
ΔΟ
ΘΟ
ΛΟ    εξάπλωσιc,  επέκτασιc, ἐξωτερίκευσιc   ιδεῶν,
         νουμένων, σκέψεων.
ΜΟ
ΝΟ
ΡΟ   Ἰδέεc, νούμενα εν όριsμένωι  γνωsτό χρόνο  ἤ
        εν καλό χρόνο.
ῬΟ  Ἰδέεc, νούμενα εν ἀορίsτωι μή γνωsτό χρόνο  ἤ
       εν κακό χρόνο.
ΠI   επιτετεμένη πίεσιc.
ΒI  επιτεταμένη βία.   Δασέα ενέργεια μή φίλα
      προσκειμένη  sτόν ἄνθρωπον.
ΦI    επιτεταμένη φόρσα.  Δασέα ενέργεια μή φίλα
        προσκειμένη  sτόν ἄνθρωπον.
ΚI    επιτεταμένη ἀνθρωπιά.   Κ =ἄνθρωποc.
ΓI     επιτεταμένη  δασύτητα χώρου.
ΧI     επιτεταμένη  δασύτητα χώρου.
ΤI     επιτεταμένη χωροενέργεια.   ενέργεια εν χῶρο  τ
ΔI    επιτεταμένη χωροενέργεια.   ενέργεια εν χῶρο  δ     καί  sυνεκδοχικᾶ  τό    επιτεταμένωc  δίδω.
ΘI    επιτεταμένη χωροενέργεια.   ενέργεια εν χῶρο  θ
ΛI    επιτεταμένη εξάπλωσιc,  επέκτασιc,
       ἐξωτερίκευσιc, διαsτολή.
ΜI    επιτεταμένη  sυρίκνωσιc, μάζεμα, sυsτολή.
ΝI    επιτεταμένη  χρονοπορεῖα, χρονοτριβή.
ΡI     επιτεταμένοc  γνωsτόc  χρόνοc   ἤ
         επιτεταμένοc  ψιλόc  καλόc   χρόνοc.  
ῬI    επιτεταμένοc  ἄγνωsτοc  χρόνοc   ἤ 
        επιτεταμένοc  δασύc   κακόc   χρόνοc.  
ΠΥ  sτέρησιc  πιέσεοc.
ΒΥ   sτέρησιc  βίαc,
ΦΥ   sτέρησιc  φόρσαc.  (δασέαc  πιέσεοc).
ΚΥ   sτέρησιc  ψιλοῦ χώρου  Ἤ επίτασιc  ποιότητοc
       sτόν χῶρο κ.
ΓΥ   sτέρησιc  μεσαίου χώρου  Ἤ επίτασιc
      ποιότητοc  sτόν χῶρο Γ.
ΧΥ   sτέρησιc  δασέοc  χώρου  Ἤ επίτασιc
       ποιότητοc  sτόν χῶρο Χ.
ΤΥ   sτέρησιc  ψιλῆc  χωροενέργειαc.
ΔΥ
ΘΥ
ΛΥ    sτέρησιc  ἐξαπλώσεοc.
ΜΥ   sτέρησιc   sυρικνώσεοc.
ΝΥ    sτέρησιc   χρονοπορείαc.  ἔληψιc  δυνάμεοc
       τού πορεύεsθαι εν χρόνωι.
ΡΥ    sτέρησιc   ψιλοῦ χρόνου Ἤ επίτασιc  ποιότητοc
        sτόν ψιλό χρόνο.
ῬΥ   sτέρησιc   δασέοc  χρόνου  Ἤ επίτασιc 
       ποιότητοc  sτόν δασύ χρόνο.
ΠΑΙ    επιτεταμένη πίεσιc  σωματική.
ΒΑΙ
ΦΑΙ
ΚΑί    επίτασιc  σωμάτων εν χῶρο   Κ.
ΓΑΙ
ΧΑΙ
ΤΑΙ
ΔΑΙ
ΘΑΙ
ΛΑΙ
ΜΑΙ
ΝΑΙ
ΡΑΙ
ῬΑΙ
ΠΕΙ
ΒΕΙ
ΦΕΙ
ΚΕΙ
ΓΕΙ
ΧΕΙ
ΤΕΙ
ΔΕΙ
ΘΕΙ
ΛΕΙ
ΜΕΙ
ΝΕΙ
ΡΕΙ
ῬΕΙ
ΠΟΙ
ΒΟΙ
ΦΟΙ
ΚΟΙ
ΓΟΙ
ΧΟΙ
ΤΟΙ
ΔΟΙ
ΘΟΙ
ΛΟΙ
ΜΟΙ
ΝΟΙ
ΡΟΙ
ῬΟΙ
ΠΑΥ
ΒΑΥ
ΦΑΥ
ΚΑΥ
ΓΑΥ
ΧΑΥ
ΤΑΥ
ΔΑΥ
ΘΑΥ
ΛΑΥ
ΜΑΥ
ΝΑΥ
ΡΑΥ
ῬΑΥ
ΠΕΥ
ΒΕΥ
ΦΕΥ
ΚΕΥ
ΓΕΥ
ΧΕΥ
ΤΕΥ
ΔΕΥ
ΘΕΥ
ΛΕΥ
ΜΕΥ
ΝΕΥ
ΡΕΥ
ῬΕΥ
ΠΟΥ
ΒΟΥ
ΦΟΥ
ΚΟΥ
ΓΟΥ
ΧΟΥ
ΤΟΥ
ΔΟΥ
ΘΟΥ
ΛΟΥ
ΜΟΥ
ΝΟΥ
ΡΟΥ
ῬΟΥ

Θά προχωρήσω είc  τήν sύνθεσιν τῶν δύο  sτοιχείων sυλλαβῶν.  Θά τάc  καταγράψω μέ γνώμονα τῶν κανόνων  ψιλά ψιλῶν ἡγοῦνται, μέσα μέσων καί δασέα δασέων ἡγοῦνται.   επίσηc  θά τηρήσω τούc  κανόναc  τά αμετάβολα οὐ προηγοῦνται τῶν  ἀμεταβόλων οὒτε τῶν ἠμιφώνων.    επίσηc  θά τηρήσω τόν κανόνα τά χειλικα οὐ  προηγοῦνται χειλικῶν,  τά  λαρυγγικά οὐ προηγοῦνται χειλικῶν οὔτε λαρυγγικὼν, τά δοντικά  οὐ προηγοῦνται χειλικῶν οὔτε λαρυγγικῶν οὔτε δοντικῶν.
Καί ἔχομεν.
Τά ψιλά.


ΚΛΑ
ΚΛΑΙ    επιτεταμένη εξάπλωσιc  σωμάτων εν Κ
             χώρωι.  Sυνεκδοχικᾶ  τό  πλουτίζω.
ΚΛΑΥ
ΚΛΕ  εξάπλωσιc  ψυχικῆc  κινήσεοc  εν χῶρο   Κ.  ἐξ
        οὕ  τό  κλέω μέ ε = sυγκινοῦμαι, δακρίζω.
        Κλαίω μέ αι οιονεῖ πλουτίζω.    επιτεταμένη
        εξάπλωσιc  σωμάτων εν χῶρο   Κ.
ΚΛΕΙ
ΚΛΕΥ
ΚΛΙ
ΚΛΟ  εξάπλωσιc(Λ) είc  χῶρο   ανθρώπου (Κ)
         σκεψεων, νουμενων (Ο). 
ΚΛΟΙ
ΚΛΟΥ
ΚΛΥ
ΚΜΑ
ΚΜΑΙ    επιτεταμένη sυρίκνωσιc  σωμάτων εν Κ χώρωι.
             Sυνεκδοχικᾶ  ἡ  οικονομική καταsτροφή  καί
            ενδεχομένωc  καί  ἄλλα πολλά.
ΚΜΑΥ
ΚΜΕΙ
ΚΜΕΥ
ΚΜΙ
ΚΜΟ
ΚΜΟΙ
ΚΜΟΥ
ΚΜΥ
ΚΝΑ
ΚΝΑΙ    επιτεταμένη διατριβή σωμάτων εν Κ χώρωι
ΚΝΑΥ
ΚΝΕ
ΚΝΕΙ
ΚΝΕΥ
ΚΝΙ
ΚΝΟ
ΚΝΟΙ
ΚΝΟΥ
ΚΝΥ
ΚΡΑ
ΚΡΑΙ  σώματα εν χώρωι Κ     επιτεταμένωι ψιλῷ
          χρόνωι.
ΚΡΑΥ
ΚΡΕ
ΚΡΕΙ
ΚΡΕΥ
ΚΡΙ
ΚΡΟ
ΚΡΟΙ
ΚΡΟΥ
ΚΡΥ
ΚΤΑ
ΚΤΑΙ
ΚΤΑΥ
ΚΤΕ
ΚΤΕΙ
ΚΤΕΥ
ΚΤΙ
ΚΤΟ
ΚΤΟΙ
ΚΤΟΥ
ΚΤΥ
ΠΚΑ
ΠΚΑΙ
ΠΚΑΥ
ΠΚΕ
ΠΚΕΙ
ΠΚΕΥ
ΠΚΙ
ΠΚΟ
ΠΚΟΙ
ΠΚΟΥ
ΠΚΥ
ΠΛΑ
ΠΛΑΙ
ΠΛΑΥ
ΠΛΕ
ΠΛΕΙ
ΠΛΕΥ
ΠΛΙ
ΠΛΟ
ΠΛΟΙ
ΠΛΟΥ
ΠΛΥ
ΠΜΑ
ΠΜΑΙ
ΠΜΑΥ
ΠΜΕ
ΠΜΕΙ
ΠΜΕΥ
ΠΜΙ
ΠΜΟ
ΠΜΟΙ
ΠΜΟΥ
ΠΜΥ
ΠΝΑ
ΠΝΑΙ
ΠΝΑΥ
ΠΝΕ
ΠΝΕΙ
ΠΝΕΥ
ΠΝΙ
ΠΝΟ
ΠΝΟΙ
ΠΝΟΥ
ΠΝΥ
ΠΡΑ
ΠΡΑΙ    επιτεταμένη πίεσιc  σωμάτων εν ψιλῷ
             χρόνωι. (ψιλά ψιλῶν ἥγοῦνται).
ΠΡΑΥ
ΠΡΕ
ΠΡΕΙ
ΠΡΕΥ
ΠΡΙ
ΠΡΟ
ΠΡΟΙ
ΠΡΟΥ
ΠΡΥ
ΠΤΑ
ΠΤΑΙ
ΠΤΑΥ
ΠΤΕ
ΠΤΕΙ
ΠΤΕΥ
ΠΤΙ
ΠΤΟ
ΠΤΟΙ
ΠΤΟΥ
ΠΤΥ
ΤΛΑ
ΤΛΑΙ
ΤΛΑΥ
ΤΛΕ
ΤΛΕΙ
ΤΛΕΥ
ΤΛΙ
ΤΛΟ
ΤΛΟΙ
ΤΛΟΥ
ΤΛΥ
ΤΜΑ
ΤΜΑΙ
ΤΜΑΥ
ΤΜΕ
ΤΜΕΙ
ΤΜΕΥ
ΤΜΙ
ΤΜΟ
ΤΜΟΙ
ΤΜΟΥ
ΤΜΥ
ΤΝΑ
ΤΝΑΙ
ΤΝΑΥ
ΤΝΕ
ΤΝΕΙ
ΤΝΕΥ
ΤΝΙ
ΤΝΟ
ΤΝΟΙ
ΤΝΟΥ
ΤΝΥ
ΤΡΑ
ΤΡΑΙ
ΤΡΑΥ
ΤΡΕ
ΤΡΕΙ
ΤΡΕΥ
ΤΡΙ
ΤΡΟ
ΤΡΟΙ
ΤΡΟΥ
ΤΡΥ

Τά μεσαῖα.

ΒΓΑ
ΒΓΑΙ
ΒΓΑΥ
ΒΓΕ
ΒΓΕΙ
ΒΓΕΥ
ΒΓΙ
ΒΓΟ
ΒΓΟΙ
ΒΓΟΥ
ΒΓΥ
ΒΔΑ
ΒΔΑΙ
ΒΔΑΥ
ΒΔΕ
ΒΔΕΙ
ΒΔΕΥ
ΒΔΙ
ΒΔΟ
ΒΔΟΙ
ΒΔΟΥ
ΒΔΥ
ΒΛΑ
ΒΛΑΙ
ΒΛΑΥ
ΒΛΕ
ΒΛΕΙ
ΒΛΕΥ
ΒΛΙ
ΒΛΟ
ΒΛΟΙ
ΒΛΟΥ
ΒΛΥ
ΒΜΑ
ΒΜΑΙ
ΒΜΑΥ
ΒΜΕ
ΒΜΕΙ
ΒΜΕΥ
ΒΜΙ
ΒΜΟ
ΒΜΟΙ
ΒΜΟΥ
ΒΜΥ
ΒΝΑ
ΒΝΑΙ
ΒΝΑΥ
ΒΝΕ
ΒΝΕΙ
ΒΝΕΥ
ΒΝΙ
ΒΝΟ
ΒΝΟΙ
ΒΝΟΥ
ΒΝΥ
ΒΡΑ
ΒΡΑΙ
ΒΡΑΥ
ΒΡΕ
ΒΡΕΙ
ΒΡΕΥ
ΒΡΙ
ΒΡΟ
ΒΡΟΙ
ΒΡΟΥ
ΒΡΥ
ΓΔΑ
ΓΔΑΙ
ΓΔΑΥ
ΓΔΕ
ΓΔΕΙ
ΓΔΕΥ
ΓΔΙ
ΓΔΟ
ΓΔΟΙ
ΓΔΟΥ
ΓΔΥ
ΓΛΑ
ΓΛΑΙ
ΓΛΑΥ
ΓΛΕ
ΓΛΕΙ
ΓΛΕΥ
ΓΛΙ
ΓΛΟ
ΓΛΟΙ
ΓΛΟΥ
ΓΛΥ
ΓΜΑ
ΓΜΑΙ
ΓΜΑΥ
ΓΜΕ
ΓΜΕΙ
ΓΜΕΥ
ΓΜΙ
ΓΜΟ
ΓΜΟΙ
ΓΜΟΥ
ΓΜΥ
ΓΝΑ
ΓΝΑΙ
ΓΝΑΥ
ΓΝΕ
ΓΝΕΙ
ΓΝΕΥ
ΓΝΙ
ΓΝΟ
ΓΝΟΙ
ΓΝΟΥ
ΓΝΥ
ΓΡΑ
ΓΡΑΙ
ΓΡΑΥ
ΓΡΕ
ΓΡΕΙ
ΓΡΕΥ
ΓΡΙ
ΓΡΟ
ΓΡΟΙ
ΓΡΟΥ
ΓΡΥ
ΔΛΑ
ΔΛΑΙ
ΔΛΑΥ
ΔΛΕ
ΔΛΕΙ
ΔΛΕΥ
ΔΛΙ
ΔΛΟ
ΔΛΟΙ
ΔΛΟΥ
ΔΛΥ
ΔΜΑ
ΔΜΑΙ
ΔΜΑΥ
ΔΜΕ
ΔΜΕΙ
ΔΜΕΥ
ΔΜΙ
ΔΜΟ
ΔΜΟΙ
ΔΜΟΥ
ΔΜΥ
ΔΝΑ
ΔΝΑΙ
ΔΝΑΥ
ΔΝΕ
ΔΝΕΙ
ΔΝΕΥ
ΔΝΙ
ΔΝΟ
ΔΝΟΙ
ΔΝΟΥ
ΔΝΥ
ΔΡΑ
ΔΡΑΙ
ΔΡΑΥ
ΔΡΕ
ΔΡΕΙ
ΔΡΕΥ
ΔΡΙ
ΔΡΟ
ΔΡΟΙ
ΔΡΟΥ
ΔΡΥ

Τά δασέα.

ΘΛΑ
ΘΛΑΙ
ΘΛΑΥ
ΘΛΕ
ΘΛΕΙ
ΘΛΕΥ
ΘΛΙ
ΘΛΟ
ΘΛΟΙ
ΘΛΟΥ
ΘΛΥ
ΘΜΑ
ΘΜΑΙ
ΘΜΑΥ
ΘΜΕ
ΘΜΕΙ
ΘΜΕΥ
ΘΜΙ
ΘΜΟ
ΘΜΟΙ
ΘΜΟΥ
ΘΜΥ
ΘΝΑ
ΘΝΑΙ
ΘΝΑΥ
ΘΝΕ
ΘΝΕΙ
ΘΝΕΥ
ΘΝΙ
ΘΝΟ
ΘΝΟΙ
ΘΝΟΥ
ΘΝΥ
ΘΡΑ
ΘΡΑΙ
ΘΡΑΥ
ΘΡΕ
ΘΡΕΙ
ΘΡΕΥ
ΘΡΙ
ΘΡΟ
ΘΡΟΙ
ΘΡΟΥ
ΘΡΥ
ΦΘΑ
ΦΘΑΙ
ΦΘΑΥ
ΦΘΕ
ΦΘΕΙ
ΦΘΕΥ
ΦΘΙ
ΦΘΟ
ΦΘΟΙ
ΦΘΟΥ
ΦΘΥ
ΦΛΑ
ΦΛΑΙ
ΦΛΑΥ
ΦΛΕ
ΦΛΕΙ
ΦΛΕΥ
ΦΛΙ
ΦΛΟ
ΦΛΟΙ
ΦΛΟΥ
ΦΛΥ
ΦΜΑ
ΦΜΑΙ
ΦΜΑΥ
ΦΜΕ
ΦΜΕΙ
ΦΜΕΥ
ΦΜΙ
ΦΜΟ
ΦΜΟΙ
ΦΜΟΥ
ΦΜΥ
ΦΝΑ
ΦΝΑΙ
ΦΝΑΥ
ΦΝΕ
ΦΝΕΙ
ΦΝΕΥ
ΦΝΙ
ΦΝΟ
ΦΝΟΙ
ΦΝΟΥ
ΦΝΥ
ΦΡΑ
ΦΡΑΙ
ΦΡΑΥ
ΦΡΕ
ΦΡΕΙ
ΦΡΕΥ
ΦΡΙ
ΦΡΟ
ΦΡΟΙ
ΦΡΟΥ
ΦΡΥ
ΦΧΑ
ΦΧΑΙ
ΦΧΑΥ
ΦΧΕ
ΦΧΕΙ
ΦΧΕΥ
ΦΧΙ
ΦΧΟ
ΦΧΟΙ
ΦΧΟΥ
ΦΧΥ
ΧΘΑ
ΧΘΑΙ
ΧΘΑΥ
ΧΘΕ
ΧΘΕΙ
ΧΘΕΥ
ΧΘΙ
ΧΘΟ
ΧΘΟΙ
ΧΘΟΥ
ΧΘΥ
ΧΛΑ
ΧΛΑΙ
ΧΛΑΥ
ΧΛΕ
ΧΛΕΙ
ΧΛΕΥ
ΧΛΙ
ΧΛΟ
ΧΛΟΙ
ΧΛΟΥ
ΧΛΥ
ΧΜΑ
ΧΜΑΙ
ΧΜΑΥ
ΧΜΕ
ΧΜΕΙ
ΧΜΕΥ
ΧΜΙ
ΧΜΟ
ΧΜΟΙ
ΧΜΟΥ
ΧΜΥ
ΧΝΑ
ΧΝΑΙ
ΧΝΑΥ
ΧΝΕ
ΧΝΕΙ
ΧΝΕΥ
ΧΝΙ
ΧΝΟ
ΧΝΟΙ
ΧΝΟΥ
ΧΝΥ
ΧΡΑ
ΧΡΑΙ
ΧΡΑΥ
ΧΡΕ
ΧΡΕΙ
ΧΡΕΥ
ΧΡΙ
ΧΡΟ
ΧΡΟΙ
ΧΡΟΥ
ΧΡΥ

Ἐπίσηc  ἔχομεν μία περίπτωσιν ὂπου ἕνα  ἀμετάβολον προηγῆται  ἑνόc  ἄλλου ἀμεταβόλου.  Τό Μ πρό τοῦ Ν καί  ἔχομεν

ΜΝΑ
ΜΝΕ
ΜΝΟ
ΜΝΙ
ΜΝΥ
ΜΝΑΙ
ΜΝΑΥ
ΜΝΕΙ
ΜΝΕΥ
ΜΝΟΙ
ΜΝΟΥ
Καί ἔχομεν ἐκατόν ἑξῆντα πέντε ψιλέc.
ἐκατόν ἑξῆντα πέντε μεσαῖεc.
ἐκατόν ἑξῆντα πέντε δασέεc.
καί  ἕνδεκα  ἀμετάβολεc.
Sύνολον πεντακόσιαc  ἔξ.

Καί ἔχομεν τῶν δύο καθαρῶν  sτοιχείων πεντακόσιαc  ἔξ.  Τοῦ ἑνόc  καθαροῦ  sτοιχείου ἐκατόν πενήντα τέσσεριc  καί ἔξ διφθόγγων διά νά ἔχομεν  sτό sυνολον  ἐξακόσια ἐξήντα ἔξ. (666).
Φαίνεται ὂτι ἔχωμεν αποκαλύψει ὄνομα  θηρίου.

Ἡ αποκάλυψίc  μου  ἔχει ὄμωc  ξεχάσει τάc  τρείc  sυλλαβάc  τοῦ ἑνόc   sτοιχείου καί  μορίου εν ἕνα γράμμα.
Α
Ε
Ο
Ὄπου κάθε ἕνα ἐξ αὐτῶν  ἔει μία sυλλαβή•    sτοιχεῖον καί μόριον εν ἕνα γράμμα.

Καί ἔχομεν ἐξακόσια ἐξήντα ἑννέα.  Τό νέο ὄνομα τοῦ θηρίου.

Καί ἐδῶ ἔχομεν ξεχάσει κάτι.  ἔχομεν ξεχάσει τό  μόριον  S (  sτίγμα).
Κάθε μία ἐκ τῶν καταγεγραμμένων sυλλαβῶν δύναται   επιδέχεsθαι τό S (sτιγμα)  καί ἔχομεν 669 + 669 = 1338.  Αὐτό  εἶναι τό νέο ὄνομα τοῦ θηρίου



Περί εὐτμολογίαc.
Ἀνάλυσιc  τοῦ   ἐτύμου.
Ἔτυμον = εὔτμον.   Τά    sτοιχεῖα μένουν  τά  ιδια.  Γίνεται μετάθεσιc  τοῦ   Υ.   Τό  πάθοc  μετάθεσιc  λέγεται.   Ὁ  ὀριsμόc  τῆc  μεταθέσεοc, sύμφωνα μέ τόν  Τρύφωνα τόν  Ἀλεξανδρινό γραμματικόν,  ἔχει οὔτωc.   Μετάθεσιc  δέ  sτοιχείου ἐsτί μετακίνησιc  ἐκ τῆc  ιδίαc  τάξεοc   ἐφ’ ἑτέραν τάξιν, οἷον ὡc  ὅταν τά δαρτά δρατά λέγωμεν καί τόν προθμόν πορθμόν, ὁμοίωc  καί τήν καρδίαν κραδίαν καί τό κράτοc  κάρτοc.  καλεῖται δέ καί εναλλαγή καί υπέρθεσιc.

Καί  ἔχομεν   εὐτμ + ον.  Ον = πτωτική κατάληξιc  οὐδετέρου  καί   αποβάλεται διά  νά    ἔχωμεν  ὡς  θέμα  τήν sυλλαβή   εὐτμ  καί  ἄν  προσθέσωμεν την ρηματική κατάληξιν πρώτου ενικοῦ προσώπου τό γνωsτόν  ω  ἔχομεν   εὐτμῶ.

Ἡ λογική τῆc    εὐτμήσεοc  ἑνόc  ὀνόματοc  διά  τήν  αποκάληψιν τῆc  σημασίαc  εὐτμολογία  αποκαλεῖται καί  ἡ  εὐτμολογία δέν  ἔχει καν μία σχέσι μέ τήν ιsτορία   τῶν   λέξεων

Οἱ παλαιοί ἔλεγαν…ὥσπερ γάρ ἡ ἀνατομή διαίρεσίν τινα τῶν μορίων ποιεῖται, οὕτωc  καί ἡ εὐτμολογία  τρόπον τινά διαίρεσιν τῶν λέξεων απεργάζεται.

ἐδῶ  επιθυμῶ  επισημαίνειν ὥσπερ γάρ οἱ ἄλλόφωνοι (μή Ἕλληνεc), κακοποιέουν τήν σημασίαν τῆc  εὐτμολογίαc, τιουτοτρόπωc  καί οἱ Ἐλληνεc  παλαιοί τε καί νέοι πράττουν τό ίδιον.  Τήν αποκάληψιν  τῆc  ιsτορίαc  μίαc  λέξεοc  είc  τόν κατά δύναμιν βαθμόν, εὐτμολογίαν αποκαλέουν ἀγνοόνταc  ὅτι ἡ εὐτμολογία τήν διαίρεσιν τῶν λέξεων απεργάζεται.  Ἀναζητούν τήν εὐτμολογία μίαc  λέξεοc  (ὀνόματοc ) εν ἄλλο χρόνο ἥ ἐξ ἄλλων λέξεων (ὀνομάτων) ἀγνοόνταc  ὅτι ἡ μέθοδοc  αὐτή σέ κύκλουc  ὀδηγεῖ. 

Αἱ λέξεεc  (τά ὀνόματα) γίγνονται ἐκ τῶν sυλλαβῶν καί  αἱ sυλλαβαί γίγνονται ἐκ τῶν  sτοιχείων, πνευμάτων καί μορίων.  Ἡ ἀνάπτηξιc  λέγεται sύνθεσιc  τῶν λέξεων καί ἡ διαίρεσιc  τῶν λέξεων διά τήν αποκάλυψιν τῆc  σημασίαc   ὀνομάζεται εὐτμολογία  είc  τήν πατροπαράδοτην γλότα τῶν Ἐλλήνων.

Οἱ παλαιοί ἔλεγαν…
Sτοιχεῖον, τό sυνάγον καί διαλύον τά sύνθετα.  Πλάτων….

sτοιχεῖον ἐsτί καί ἡ πρώτη  καί αμερήc  τοῦ ανθρώπου φωνή  ἢ φωνῆc  Ἐλληνίδοc  φθόγγοc  ἐλάχιsτοc.

ἑκάsτη μέν λέξιc  καί sυλλαβή δύναται  μεριsθῆναι, ἡ μέν λέξιc  είc  sυλλαβάc, ἡ δέ sυλλαβή είc   sτοιχεῖα, τό δέ  sτοιχεῖον αμερέc  ἐsτι.   Καί αὐτό εἶναι εὐτμολογία.

Κανόνεc  τῶν παθῶν τῶν λέξεων.
Οἱ κανόνεc  τῶν παθῶν τῶν λέξεων περιγράφονται από τόν Τρύφωνα τόν Αλεξανδρινόν γραμματικόν  sτό sυγγραμμά του περί παθῶν τῶν λέξεων. Ὑπάρχει  sτό T.L.G.

  περί ὀνόματοc
ΓΕΩΡΓΙΟΥ τοῦ   ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ
 Ὄνομα μέν οὖν ἐsτι μέροc  λόγου  πτωτικόν καί σώματοc  ἢ πράγματοc  σημαντικόν, σώματοc  μέν, οἷον λίθοc• πράγματοc  δέ, οἷον παιδεία, κοινῶc  τε καί ιδίωc  λεγόμενον, κοινῶc  μέν, οἷον ἄνθρωποc, ἵπποc• ιδίωc  δέ,  οἷον Σωκράτηc, Βαλλίαc.

 Περί σώματοc  καί  πράγματοc  σημαντικόν, τα προτότυπα μονοσύλλαβα  ὀνόματα   εν μορφῇ sυλλαβῆc   ἔουσι σημαντικά πραγμάτων καί  οὐχί σωμάτων.   Τά    sτοιχεῖα  ενέχουν    μόνον μία νοία καθ’ἔκαsτον.  Αὐτη ἡ  νοία  ἔει  ἀσώματοc,  ἀυλοc.   ἐξ αὐτῆc  τῆc   νοῖαc  λαμβάνουν  τά  σώματά τε  καί   πράγματα τό  ὄνομα τουc  sυνεκδοχικᾶ καί αἱ ἐκδοχαί ἐκ μίας νοίας  εἶναι πολλαί.

Ἀριsτοτέληc.  Ὄνομα μέν οὖν ἐsτί φωνή σημαντική κατά sυνθήκην ἄνευ χρόνου, ἧc  μηδέν μέροc  ἐsτί σημαντικόν κεχωριsμένον•
Sυμφωνῶ καί θά προσέθετα
Ὄνομα μέν οὖν ἐsτί φωνή σημαντική κατά sυνθήκην
ἄνευ χρόνου, ἧc  μηδέν μέροc  σημαντικόν ἐsτί κεχωριsμένον•

Προσέξτε, ἧc  μηδέν μέροc  σημαντικόν ἐsτί κεχωριsμένον• Π.Χ. τό  ὄνομα λύκαιον δέν  ἔχει καμμία σχέσι οὔτε μέ  τό  ζῶον λύκοc  οὔτε  μέ τό  φώc.   Ἀφαιρέονταc  τήν πτωτική κατάληξιν ον  ἔχομεν λυκ+αι καί   ἔχομεν   επίτασι  υλικὼν σωμάτων (αι)  τά  ὀποῖα  sτεροῦνται εξάπλωσιν (λυ) είc  τόν  χῶρο  Κ.

ἐν  ἀρχῇ  ἔχομεν  τά    sτοιχεῖα.   εἶτα  ἔχομεν  τά   γράμματα.   τά    sτοιχεῖα  γίγνονται  γράμματα ἄν  καταγραφοῦν.   εἶτα  ἔχομεν τάc    sυλλαβάc.   εἶτα  ἔχομεν  τά   ἀνέμπτωτα  ὀνόματα   (το θέμα).   εἶτα  ἔχομεν  τά  πτωτικά  ὀνόματα    καί   εἶτα  ἔχομεν  τό   ρῆμα  καί   εἶτα  ἔχομεν  τά   ἄλλα    μέρη τοῦ   λόγου καί   εἶτα  ἔχομεν τόν  λόγον ἄν   ἔχομεν νόα.

Τά  ἀνέμπτωτα πρωτότυπα  ὀνόματα  (τό θέμα) sυντάτονται ἐκ  τῶν   δέκα ἑπτά  sτοιχείων, τῶν τριῶν μοριῶν Ι, U καί  Υ, τοῦ πνεύματοc  Σ   καί  τοῦ   μορίου S (sτίγμα).  ἄλλωc.  ἐκ  τῶν   ἑννέα μικροφώνων  sτοιχείων (ἄφωνα sύμφωνα) Π Β Φ   Κ Γ Χ   Τ Δ Θ,  ἐκ   τῶν   τεσσάρων  ἀμεταβόλλων Λ,Μ,Ν,Ρ  ἐκ  τῶν   τριῶν μεγαφώνων  sτοιχείων τέ καί  μορίων (τά φωνήεντα)  α.ε.ο.  Ἔκ  τῶν   δύο μορίων ι, υ καί  τοῦ   μορίου S.  Ὀποιοδήποτε ἄλλο  γράμμα ἄν   υπάρχηι εν τῷ ὄνομα οὐ καταsτᾷ τό  ὄνομα πρωτότυπον.   Τά  μακρά φωνήεντα  ὀφείλουν  διαιρεθεῖν   πρόc    ἀναζήτησιν  πρωτοτύπων.   Τά   διπλά   sύμφωνα  ὀφείλουν διαιρεθεῖν  πρόc    ἀναζήτησιν πρωτοτύπων.   Τό  καλῶc  διαιρεῖν (Ἡ διαίρεσιc  τοῦ θέματοc ) λέγεται  ἔτυμον ἐκ τοῦ     εὐ+τμῶ κατόπιν μεταθέσεοc.    Τά  δίχρονα φωνήεντα ι  καί   υ   ἔουσι μόρια καί   επιτάσουν ἤ  sτεροῦν  τήν νοῖα  τῶν      sτοιχείων.  Τό   S  ἔει    επιτατικόν   καί   sτερητικόν μόριον καί  τό  Σ    ἔει πνεῦμα δασύ.

Τά  ἀνέμπτωτα  ὀνόματα, ἐμπίπτωνταc  είc  τάc    πτῶσειc,  γίγνονται πτωτικά ὀνόματα.   Τά  πτωτικά  ὀνόματα   είc  τήν  ὀνομαsτικήν φέρουν  τό   Σ   εν sυλλήψει καί  οὐχί εν διαsτάσει.  Τουτέειν, ἄν  πρό τοῦ   ληκτικοῦ c   υπάρχη μικρόφωνον,  τό  μικρόφωνον sυλλαμβάνονταc   τό  c  μεταβάλεται είc   τό    αντίsτοιχον διπλό.  ἄν  πρό τοῦ   c   υπάρχη  ἀμετάβολον,  τό   ἀμετάβολον  οὐ μεταβάλεται  ἄλλά    παρατηρεῖται  τό  ἐξῆc.  Ἤ  θά  αποβληθῆ   τό   ἀμετάβολον   ἤ  θά  αποβληθῆ   τό  c.   σέ  καμμία  περίπτωσι οὐ μένουν καί   τά  δύο.  Τό   ἀρενc   γίγνεται  ἀρηc  ἄν  αποβληθῆ   τό  ν  καί   τό   ἀρενc   γίγνεται  ἀρην ἄν  αποβληθῆ   τό  c.  Παρατηρεῖται   επίσηc  ὅτι μετά  τήν  αποβολή τοῦ   ενόc  ἤ  τοῦ   ἄλλου, βλέπομεν ὅτι  τό  φωνήεν τοῦ    ἀνέμπτωτου ὀνόματοc   ἔχει ἐκταθεῖ.   Τό  ἐκτείνει  ὁ  χρόνοc  τοῦ πεφθειρομένου sυμφώνου .   Ὁ  χρόνοc  τοῦ   ν  ενέρχεται τῷ ε καί  ἐκτείνει αὐτό καί   ἔχομεν η   αντί ε.  είc  τήν ἄλλην  περίπτωσιν,   ὁ  χρόνοc  τοῦ   c  ενέρχεται τῷ ε καί  ἐκτείνει αὐτό καί   ἔχομεν η  ἀντι ἐ.

Ὄλοι οἱ  γραματικοί sυμφωνοῦν ὅτι ἡ  δοτική πληθηντική,   επίσηc, φέρει  τό  c  εν sυλλήψει καί  οὐχί εν διαsτάσει  οἷον  κόραξι καί  οὐχί κόρακσι.  ἄν  πρό τοῦ   c   υπάρχη ν,   αποβάλεται  τό  ν καί  ἐκτείνεται  τό  προυπάρχον φωνήεν  οἷον  χελιδῶσι καί  οὐχί χελιδώνσι ἤ  χελιδόσι.
Ἐδῶ, παρατηράομεν ὅτι sυγγραφεῖc  παλαιοί δέν εἶναι sύγουροι πώc  νά   χρησιμοποιήσουν τήν  δοτική πλυθηντική.  Μερικοί  αποβάλουν  τό  ν χωρίc  νά   ἐκτείνουν  τό  προυπάρχον φωνήεν.  Χελιδόσι.  Αὐτό εἶναι ἄδικο καί  sυνεπῶc  λάθοc.   ἄλλοι,    επειδή  δέν  τούc    φαίνεται καλά νά    αποβάλουν  τό  ν χωρίc  νά   ἐκτείνουν  τό  ο,  μεταφέρουν  τό  ν είc   τό  τέλοc  τῆc   λέξεοc  (μετάθεσιc  τό πάθοc )  οἷον  χελιδόσιν.  αὐτό  τό  κανει καί   ὁ  Ὅμηροc  οιον
ὕπνοc  ἔχε γλυκερόc  πολλά φρεσίν ὁρμαίνοντα
καί
ἐν λιμέσιν χαλεποῖσι, μόγιc  δ’ υπάλυξεν ἀέλλαc

Πιsτεύω  ὅτι ἡ  μεταφορά  τοῦ   ν  είc   τό  τέλοc  τῆc   λέξεοc    δίδει μία κάποια λύσι   ἄλλά    γνώμι μου εἶναι ὅτι πρέπει νά   περιοριsθῆ είc  τήν ποιητικήν  χρῆσι.   Ἄν  αποβληθῆ   τό  ν  ὀφείλει νά   ἐκταθῇ  τό  φωνήεν   από βραχύ σέ  μακρόν.  Ἐγῶ προτείνω  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  ἤγουν   τήν μή  αποβολή τοῦ   ν  οἷον   χελιδόνσι.
  ἡ   ὀνομαsτική ενική καί  πληθυντική καί  ἡ  γενική ενική καί  πληθυντική καί  ἡ  κλιτική ενική καί  πληθυντική θέλουν  ἔχειν  τό  c   ὡc     ληκτικόν.  Ἡ  γενική πληθυντική  γίγνεται ἐκ τοῦ   ονc.   Φθείρεται  τό  c  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ο ἐκτείνονταc  αὐτό καί   ἔχομεν ων διά  τήν κατάληξιν τῆc   γενικῆc  πληθυντικῆc.

Εδώ ἐγῶ πιsτεύω ὅτι κακῶc  ἡ  δοτική πλυθηντική φέρη  τό  Σ  εν sυλλήψει καί  οὐχί εν διαsτάσει.  Διαφέρει τῆc    ὀνομαsτικῆc  ενικῆc   διότι  είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν  τό  σίγμα  ἔει ληκτικόν ενῷ είc  τήν δοτική πλυθηντικήν  τό   Σ  οὐκ    ἔει ληκτικόν  διότι   ἀκολουθεῖ  τό  Ι.   τό   Σ   sύν   τό  Ι μᾶc  δίδουν μία sυλλαβή  διάφορη τῆc   προηγουμένηc  sυλλαβῆc  ενεχούσηc   τό  ἄφωνον.   Τό  ἄφωνον ὄποιον καί  ἄν   ἔη  καί   τό   Σ   οὐ  προφέρεται εν sυλλήψει ἄν    επάγεται μεγάφωνον (μόριον, φωνήεν).

Παράδειγμα.   ἔχομεν τήν λέξι Πέλοψ.
Τό  ἀνέμπτωτον ὄνομα, ἤγουν   τό  θέμα,  ἔει Πελοπ
Αἱ sυλλαβαί  Πελ – οπ
Ὀνομαsτική ενική Πέλοπ + c  = πέλοψ
Δωτική πλυθηντική  εν sυλλήψει   Πε-λο-ψι
Δωτική πλυθηντική εν διαsτάσει   Πελ-οπ-σι
Ἐν  τῇ  λέξει Πελ-οπ-σι  βλέπομεν εὐτμολογία
Εν  τῇ  λέξει Πε-λο-ψι  προβληματιζόμεθα.


Αἱ  καταλήξειc   τῶν   πτώσεων  τῶν   πρωτοτύπων ὀνομάτων  ἔχουν  ὡc     ἐξεῖc.

Ἐνικόc   ἀριθμόc 
Ὀνομαsτική      c 
Γενική           οc 
Δοτική             ι                 
Αιτιατική         α                
Κλητική           c 
             
πλυθηντικόc   ἀριθμοc

Ὀνομαsτική    εc
Γενική           ων  ἐκ τοῦ   ονc
Δοτική           σι
Αιτιατική        αc
Κλητική          εc
Ἀργότερα είc  τήν νέα Ἐλληνικήν ὄταν τά γένη ἤλθαν είc  τήν γλότα πλάsθησαν καί ἄλλαι  καταλήξεεc  γιά  νά   ἔχωμεν τήν γνωsτή πρώτη κλήσιν, δευτέρα κλήσιν καί τρίτη κλήσιν. Ἡ πρώτη γιά ἀρσενικά λήγοντα είc  αc  καί ηc  καί  θυληκά λήγοντα είc  α καί  η.  Ἡ δευτέρα γιά ἀρσενικα καί  θυληκά είc  οc.   Ἡ  τρίτη κλήσιc  γιά ὄλα τά γένη.

ὄλα τά προγεγραμμένα εντάσσονται είc  τά κατά διάλεκτον ιδιάζοντα.  Ὑπάρχουν διάλεκτοι   αἱ ὀποῖαι δέν φέρουν τήν χρῆσιν πτωτικῶν καταλήξεων ἀλλά μόνον ἀριθμητικῶν καταλήξεων.  Ιsπανικά,  Αγγλικά, Ιταλικά, Γαλλικά, καί   ἄλλαι  πολλαί.
Ὑπάρχουν διάλεκτοι  αἱ ὀποῖαι δέν φέρουν τήν χρῆσιν γεννῶν χρησιμοποιόνταc  καταλήξειc.  Αγγλικά.

ὄταν ἦλθαν τά γένη είc  τήν γλότα, κατέsτησαν τήν γλότα υποδιεsτέρα τῆc  προηγουμένηc  γλοτόc.  Ἡ προηγουμένη γλότα ἔφερε τό εἶδοc  σημαντικόν καί τό γένοc  ἀσήμαντον. Ἀναρωτιέμαι μήπωc  ἡ γλότα τῶν Ἄγγλων ἔχη  επικρατήση διότι φέρη τό  εἶδοc  σημαντικόν καί τό γένοc  ὄχι τόσο σημαντικόν.


Παράδειγμα
ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον ν τήν δύναμιν τοῦ πορεύεsθαι  εν χρόνωι. Κατόπιν παρατάτεται  τό  ο τοῦ πνεύματοc   ὡc     μόριον    επιτατικόν     επιτάσονταc   τά  τοῦ πνεύματοc  καί   ἔχομεν τήν sυλλαβή νο καί  ὄταν λεχθῇ,  ἔχομεν τήν λέξιν  νο.
τήν ονοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν νόc
καί τήν κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 
νό  c 
νο οc 
νό  ι         
νό  α        
νό  c 
    
Πληθυντικόc
νό  εc
νο  ων   ἐκ τοῦ    νόονc
νό  σι
νό  αc 
νό  εc 

ἔχομεν  τό   sτοιχεῖον θ οιονεῖ δασέα χωροενέργεια.  Παρατάτεται αὐτῷ  τό  μόριον ε τῆc   ψυχικῆc   υπάρξεοc, κινήσεοc  καί   ἔχομεν τήν sυλλαβή  θε
τήν ονοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  θεc
καί  τό  κλίνομεν οὕτωc
Ἐνικόc 
θέ  c 
θε όc     θεολογία οιονεῖ  ὁ  λόγοc   περί θεου.
            Γενική ενική  θεο(c ) ἐκ τοῦ  προτωτύπου        
θέ  ι                     
θέ α                     
θέ c 
                    

Πληθυντικόc 
θέ εc
θε ῶν        ἐκ τοῦ θεονc θεολλογία οιονεῖ ὁ λόγοc περί
             θεων.  γενική πληθυντικη θεον(c ) ἐκ τοῦ
             προτωτύπου.  τό ν προ τοῦ λ τρέπεται σέ λ.
θέ σι
θέ αc
θέ εc 
ἐδυνάμην ἄν   ἔχοιμεν θη ἐκ τοῦ   θεc   ὥσπερ    ἔχωμεν γη ἐκ τοῦ   γεc.

Δασέα χωροενέργεια οιονεῖ τήν δασέα, ἂγνωsτη καί μαύρη ενέργεια σέ συνάρτηση μέ τόν χώρο τοῦ  ανθρώπου.


θεολογία μέ ἕνα λ οιονεῖ  περί ενόc  θεοῦ  ὁ  λόγοc.   Θεό(c ) καί  λόγοc.   Θεολλογία  μέ δύο λ οιονεῖ  περί πολλῶν θεῶν  ὁ  λόγοc.   ἐκ τοῦ  προτοτύπου θεόνc.  θεόν(c ) καί  λόγοc.    τό   ν πρό τοῦ   λ τρέπεται σέ  λ  τό   ν πρό ὄλων  τῶν    ἀμεταβόλων ρ, λ καί μ τρέπεται είc   τό    αντίsτοιχον  ἀμετάβολον.  Τό   ν πρό τοῦ   λ τρέπεται σέ  λ.  τό   ν πρό τοῦ   μ τρέπεται σέ  μ.  τό   ν πρό τοῦ   ρ τρέπεται σέ  ρ .  τό   ν πρό τοῦ   μ τρέπεται σέ  μ.   τό  ληκτικον c  εν  τῇ  sυνθεσει  τῶν   λέξεων  αποβάλεται  καί    επανέρχεται ὄταν ἡ  λέξιc   ἔχει τελειοποιηθεῖ πρόc   ὀνοματοποίησιν.

ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον ρ τῆc   ροῆc  τοῦ  χρόνου.  Παρατίθεται αὐτῷ  τό  μόριον ε τῆc   ψυχικῆc   υπάρξεοc  καί   ἔχομεν τήν sυλλαβή  ρε
τήν ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  ρέc καί  τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 
ρέ  c 
ρε όc 
ρέ  ι                     
ρέ α                     
ρέ c 

Πληθυντικόc 
ρέ εc
ρε ῶν ἐκ τοῦ    ρέονc 
ρέ σι
ρέ αc
ρέ εc 

Τά πτωτικά  ὀνόματα   είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί  Κλητικήν ενικήν λήγουν σέ  c  καθαρόν καί  c  μή καθαρόν.  Καθαρόν λέγεται  τό  c  ὄταν πρό αὐτοῦ  υπάρχηι φωνήεν.  μή καθαρόν λέγεται  τό  c  ὄταν πρό αὐτοῦ  υπάρχηι sύμφωνον ἤ  sύμφωνα. Ἄν  πρό τοῦ   c   υπάρχηι ἄφωνον   sύμφωνον,  τό  ἄφωνον   sυλλαμβάνονταc   τό  c  μεταβάλεται καί  γίνεται διπλό καί  φέρει μίαν δύναμιν ἐκ δύο δυνάμεων καί   μόνον ἕναν χρόνο.  Τό  π  sυλλαμβάνονταc   τό  c   γίγνεται ψ.   τό  κ  sυλλαμβάνονταc   τό  c   γίγνεται ξ.      Τό  δ  sυλλάμβανονταc   τό  c   γίγνεται ζ.  Διά   τά   υπόλοιπα sύμφωνα   οὔκ  υπάρχει  γράμμα διά  νά    απεικονίση τήν sύλληψιν   τῶν    υπολοίπων  ἀφώνων μέ  τό   c.    Γνῶμιν  μου εἶναι  ὅτι   αὐτό  ἔηι παράληψιc  τῆc   Ἐλληνικῆc     γλοτόc.

Ἄν πρό τοῦ   c   υπάρχηι  ἀμετάβολον,  παρατηρεῖται  ὅτι    τό   ἀμετάβολον  οὐ μεταβάλεται σέ  διπλό  ἀλλά    sυμβαίνει μία ἐκ  τῶν   δύο περιπτώσεων.  Ἠ  θά  αποβληθῆ   τό   ἀμετάβολον   ἤ  θά  αποβληθῆ   τό  c.   Ὄλα αὐτά sυμβαίνουν είc  τήν  ἐνική  ὀνομαsτική.   είc  τήν  ἀνέμπτωτην μορφή δέν  ἔχει ἐμφανιsθεῖ ἀκόμα τό C.

Ἔχομεν  τό  χωρικόν   sτοιχεῖον χ καί οιονεῖ τόν  δασύ  χῶρο.  Παρατίθεται αὐτῷ  τό  ε τῆc   ψυχικῆc   υπάρξεοc   τό  ὀποῖον οιονεῖ κίνησιν καί   εἶτα  τό  ρ τοῦ χρόνου  καί   ἔχομεν δύο  sτοιχεία ἤγουν   τό  χ καί   τό  ρ.  Μεσολαβοῦντοc  τοῦ   μορίου ε ενέχοντοc   sτοιχεία ψυχικῆc   υπάρξεοc  (κινήσεοc ),    ἔχομεν τήν sυλλαβή  χερ.
Τήν ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  χέρc
καί  τό  κλίνομεν οὔτωc.
Ἐνικόc 
χήρ-        αποβάλεται  τό  c  καί  ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η               
χερ όc      χερόνησοc  οιονεῖ  ἡ  νῆσοc  τοῦ  
               χερό(c ) (Γενική ενική)           
χέρ  ι                     
χέρ α                     
χῆρ-       αποβάλεται  τό  c  καί  ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η               

Πληθυντικόc 
χέρ εc
χερ ῶν         ἐκ τοῦ χέρονc  χερόννησοc  οιονεῖ  νῆσοc
                   τῶν   χέρον(c )  (Γενική πληθυντική)
χερ σί
χέρ αc
χὲρ εc
 
Χὲρ,  χέρc  καί  χήρ είc  τήν ὀνομαsτικήν οιονεῖ τόν Ρ δασύ χρόνωι,    εν χώρωι δασύ, μαῦρο καί ἄγνωsτο.  Ὁ χήρ  εἶναι αὐτόc  ὁ ὀποῖοc   εὐθήνεται διά αὐτήν τήν ενέργιαν. Ὁ χήρ  τοῦ χερόc.  Καί ἄν μεταθέσωμεν  τά    sτοιχεῖα, ἔχομεν ΧΡΕ ἐξ οὕ καί χρέ-οc.                                                                                                                                                                                                                                      

Δέν γνωρίζω διά τί τό μέροc  τοῦ ἀνθρωπινοῦ σώματοc  ὀνομάsθει χείρ, χειρόc, χέρι.  Χαριτολογόνταc  θά ἔλεγα ὅτι ὁ χήρ φέρει τόν ἄνθρωπον διά τῆc  χειρόc  του   είc  τόν δασύ, τόν ἄγνωsτον καί  μαῦρον χῶρον.

Ἄλλαι διάλεκτοι sυνέθεσαν τό ὄνομα τοῦ ἀνθρωπίνου μέλουc ἐκ τῶν  sτοιχείων Μ, Α, Ν.  ΜΑΝ+(Ο ἡ κατάληξιc ) ἔχομεν μανο. la mano, Ἱsπανικά.  Καί  ἡ   sύνθεσιc τῶν sτοιχείων Μ,Α,Ν  τί δύναται νά εννοει;  

Το μ οιονεῖ   τό  sυσσωρεύω.
Το α οιονεῖ  τά σώματα,  τήν ύλην.
Τό ν οιονεῖ  τήν δύναμην τοῦ πορεύεsθαι εν χρόνωι.

Μαν είc  τή ἐλληνικήν  οιονεῖ (ὁ ἔχων, ἡ ἔχουσα, τό ἔχον)  τήν δύναμιν τοῦ πορεύεsθαι εν χρόνωι sυσσωρεύονταc  σώματα, ύλη.  Οἱ Νεοέλληνεc  τό  εἶπαν μάνα, οιονεῖ τήν μητέρα.  Οἱ Ἱsπανοί τό  εἶπαν μάνο, la mano, οιονεῖ τήν χεῖρα.  Οἱ Ἄγγλοι τό  εἶπαν μαν,  the man, Οιονεῖ  τόν ἄνδρα.

Ἡ λέξιc  κήρ θεωρῶ ὅτι ἔχη χρησιμοποιηθεῖ λανθαsμένωc.   Τό θέμα  εἶναι Κερ. Ὀνομαsτική ενική  κέρc.   καί  ἔχομεν κήρ αποβληθέντοc  τοῦ c  καί  οιονεῖ τήν sύν  τῷ ψιλῷ χρόνωι  ροή (Ρ)  τῶν ψυχῶν(Ε)  εν τῷ χώρωι Κ.  Ἐν χώρωι γνωsτῷ, εν χώρωι  φωτεινῷ  καί  οὐχί εν χώρωι  Χ, δαςύ, μαῦρον καί  ἄγνωsτον.  Κήρ δέν  εἶναι ἡ θανατηφόροc  μοῖρα ἄλλά ἡ μοῖρα τῆc  ενσαρκόσεοc  τῶν ψυχῶν ἤγουν ἡ μοῖρα τῆc  γενήσεοc  τῶν ανθρώπων.

Ὄλα τά παλαιά  λεξικά  καί  ἐτυμολογικά sυνάγουν ἀsυναρτησίαc  ὡc  πρόc  τήν εὐτμολογία τῆc  λέξεοc  κήρ. Ἐκ τοῦ καίω γράφουν ἀγνωόνταc  τήν διαδικασίαν sυνθέσεοc  τῆc  λέξεοc  ἐκ  τῶν    sτοιχείων. 

Καί πῶc  ἐτυμολογοῦν  τό  καίω;  Δέν τό ἐτυμολογοῦν.  Μόνον τό Μέγα ἐτυμολογικόν  γράφει ἐκ τοῦ κῶ.  Καί πῶc  ἐτυμολογεῖ  τό  κῶ;
Οὔτωc 
Τό δέ κῶ σημαίνει  δύο•  τό κοιμῶμαι,  ἐξ οὗ καί κοίτη•  τό καίω, ἐξ οὗ καί τό,
Κειάμενοι πυρά πολλά.

τό κειάμενοι δέν  εἶναι καιόμενοι.  Τό κειάμενοι  εἶναι κείμενοι.  Κείμενοι  πυρά πολλά.  Δέν ἐτυμολογεῖ  τό  κῶ. Μᾶc  γρᾶφει ὅτι sυμαίνει δύο.  Αὐτό καί  αὐτό. Τίποτα ἄλλο.   Ἐτυμολογία απούσα.

Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον ν καί οιονεῖ τήν δύναμιν τοῦ πορεύεσθαι εν χρόνωι.  Παρατίθεται  τό  μόριον ι   επιτάσονταc   τό  μεγάλο,  τό  πάνυ, καί   ἔχομεν  τήν sυλλαβή  ιν.
Τήν ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  ινc  καί  τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 
ιν-     ἤ ιc.     Τό ι  ἔει μακρόν καί  είc  τάc  δύο
                   περιπτῶσειc λόγωι  φθορᾶc  του  c  είc
                   τήν μία περίπτωσιν καί τοῦ ν εἶc  τήν ἄλλην          
ιν - οc 
ιν -  ι                     
ιν - α                     
ιν-   ἤ  ιc.        τό  ι  ἔει μακρόν καί  είc  τάc  δύο
                     περιπτῶσειc  καί περιsπάεται  διότι
                     ἐδῶ   ἔχομεν Κλητική. 
                   
Πληθυντικόc
ιν - εc
ιν - ων  ἐκ τοῦ    ινονc
ι  - σι
ιν - αc
ιν - εc

Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον Α  τῶν   σωμάτων.   ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον ρ τοῦ   χρόνου.  Μεσολαβοῦντοc  τοῦ   μορίου ε  τῆc   ψυχικῆc   υπάρξεοc   ἔχομεν  τό   ἀνέμπτωτον ὄνομα  ἄερ.  Τό  ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  ἄερc  καί   τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 
ἀήρ- ἤ  ἀήc         αποβληθέντοc  ενόc  ἐκ  τῶν   δύο
                        sυμφώνων ἐκτείνεται τό  ε  σέ  η
                         καί ὀξύνεται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν
                        ὀνομαsτική.                
ἀερ - οc            ἀερολογία οιονεῖ περί  ἀεροc   ὁ  λόγοc.           
ἀερ - ι                      
ἀερ -α                     
ἀῆρ- ἤ ἀῆc             αποβληθέντοc  ενόc  ἐκ  τῶν     δύο
                           sυμφώνων ἐκτείνεται τό ε  σέ  η  καί 
                           περιsπάεται διότι ἐδῶ ἔχομεν Κλητική.


Πληθυντικόc 
ἀέρ - εc 
ἀέρ - ων      ἐκ τοῦ     ἀέρονc.   Ἀερολλογία οιονεῖ  περί
                  ἀέρωνὁ  λόγοc. ἀέρον + λόγοc=  ἀερολλογία.
                  Tό  ν πρό τοῦ   λ τρέπεται σέ  λ.
ἀέρ - σι
ἀέρ - αc
ἀέρ - εc

Σέ  ἄλλη  περίπτωσιν  ἔχομεν  τό  ε  προτασόμενον τοῦ   α οἷον ἔαρ.  Ἐδῶ  τό  ε   ἔει   sτοιχεῖον καί   τό  α  ἔει μόριον ἐμπλουτίζονταc   τό  ε μέ τήν  ἔννοια  τῶν   σωμάτων  οιονεῖ τήν ἐμψύχωσιν σωμάτων  καί σωματιδίων εν χρόνω γνωsτῷ, ψιλο. (το Ρ  ἔει ψιλόν  διότι  ψιλά ψιλῶν ἡγοῦνται) καί   τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

Ἔαρ-     τό c τῆc ὀνομαsτικῆc αποβάλεται καί ἐκτείνεται
           τό  α σέ  α μακρόν διότι προηγεῖται ἀμετάβολον.
           επίσηc ὀφείλομεν νά γνωρίζωμεν ὅτι τό ε καί τό α
           δέν δύναται κραsθεῖναι διότι  τό α  ἔει μακρόν.
Ἔαρ-οc  κατά κράσιν   ἦρ-οc     τό  α ἐδῶ εἶναι βραχύ καί
                                             δύναται κράsθειναι.
Ἔαρ-ι         κατά κράσιν   ἦρ-ι
Ἔαρ-α        κατά κράσιν   ἦρ-α
Ἔαρ (c )  τό  c   αποβάλεται  διότι  προηγειται
              ἀμετάβολον   καί  ἐκτείνεται  τό  α

Πλυθηντικόc 

Ἔαρ-εc        κατά κράσιν   ἦρ-εc 
Ἔαρ-ων       κατά κράσιν   ἠρ-ῶν
Ἔαρ-σι        κατά κράσιν   ἦρ-σι
Ἔαρ-αc       κατά κράσιν   ἦρ-αc 
Ἔαρ-εc       κατά κράσιν   ἦρ-εc 

Αἱ δύο sυλλαβαί τῆc    ὀνομαsτικῆc  ενικῆc  καί  δοτικῆc  ενικῆc οὐ δύναται ενοθεῖναι κατά κράσιν  διότι   τό  α  ἔει μακρόν.  αὐταί αἱ sυλλαβαί ενέχουν   δύο χρόνουc.   Ἕναν χρόνον  ἔχει  τό  ε  καί  δύο χρόνουc   ἔχει  τό  α.  ἐμεῖc  ἀναζητᾶμεν ἐκ  τῶν   δύο sυλλαβῶν νά   ἐκλείψη μία sυλλαβή μακράν ἤγουν  μία sυλλαβή μέ δύο χρόνουc.   είc  τήν  περίπτωσιν τῆc   κράσεοc αἱ δύο sυλλαβαί  ἔουσι βραχέαι καί  φθειρομένηc  τῆc   μιᾶc  ἐκτείνεται ἡ  ἄλλη.    ὄταν ὅμωc   ἡ  μία sυλλαβή  ἔη μακρά δέν δύναται φθαρεῖναι  καί  ἐκθλήβεται ἡ  βραχέα καί   ὁ  χρόνοc  αὐτῆc  sυνεκθλήβεται καί  μένει ἡ  μακρά.   αὐτό ὀνομάζεται  ἔκθλιψιc  καί   ἔχομεν αρ.  Ἄν  καί   τό  α   ἔη μακρόν  ὀξείνεται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν  ὀνομαsτικήν.

 Ὄλα  τά  προαναφερθέντα δύναται νά  τά  κάμουν οἱ  ποιηταί διά  ιδιοτελεῖc σκοπούc.   Ἐγῶ sυνιsτῶ τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.   Τό  ἘΑΡC  τοῦ   ἘΑΡΟC.

τά  διπλά    ἔουσι ἑννέα.  

τρία ψιλά.             ψ,        ξ,       (τc ).
τρία μέσα           (βc ),     ζ,        (γc ).
τρία δασέα         (φc ),    (χc ),   (θc ).

ἄλλωc.
τρία χειλικα.         ψ,      (βc ),     (φc ).
τρία δοτικα         (τc ),    ζ,         (θc ).
τρία ουρανικα       ξ,      (γc ),     (χc ).

ἄλλωc.
τρία πιέσεοc                         ψ,       (βc ),    (φc ).
τρία χωροενεργιακά.           (τc ),      ζ,        (θc ).
τρία χωρικά                         ξ,        (γc ),    (χc ).

Ἐκ  τῶν   ἑννέα  μόνον  τά  τρία  ἔχουν χαρακτῆρα (γράμμα).  Οἱ  χαρακτῆρεc   τῶν    υπολοίπων ἐξ  ἔχουν  ἀφαιθεῖ  sτήν λήθη.  Ἡ  δομή τῆc    γλοτόc  προδίδει  ὅτι    ἔχουν  υπάρξει σέ   ἀνιsτόριτουc  χρόνουc.

Τό διπλό τc  υπάρχει εν χρήσει εν  διαφόρουc  διαλέκτουc  ἀκόμα. Μιλόσεβιτc, Μιλοσέβιτοc.  Δέν γνωρίζω διά τά ἄλλα διπλά.  Φαντάζομαι ὅτι κάππου θά υπάρχουν καί αὐτά. 

Τά  διπλά   εν τέλει τῆc    ὀνομαsτικῆc  ενικῆc   ἔει καί  αὐτά καθαρά καί  μή καθαρά.  Καθαρά ἄν  πρό αὐτῶν  ἔει φωνήεν.  Μή καθαρά ἄν  πρό αὐτῶν  ἔει sύμφωνον. 
Ἡ ενική  ὀνομαsτική ἄν  λήγη εν μή καθαρόν c  ἤ  μή καθαρόν διπλό καί  πρό αὐτῶν  υπάρχη  ἀμετάβολον,  αποβάλει εἶτε  τό  ληκτικόν c  ἤ   διπλό εἶτε  τό  πρό υπάρχον  ἀμετάβολον   sύμφωνον καί  μεταφέρει τόν  χρόνον τοῦ    αποβληθέντοc   ἀμεταβόλου sυμφώνου  τῷ πρό υπάρχον αὐτόῖc  βραχύ φωνήεν ἐκτείνονταc  αὐτό.

παραδείγματα.
Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον Δ οιονεῖ μεσαῖα χῶρο  ενέργια,  τό  δοω, δίδω.  Παρατίθεται  τό     επιτατικόν   μόριον  ι καί   ἔχομεν Δι   ὁ  μεγάλωc  δίδων  καί  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc 

Δί-c
Δί-οc 
Δί-ι
Δί-α
Δί-c

Πλυθηντικόc 

Δί-εc 
Δι-ῶν
Δί-σι
Δί-αc 
Δί-εc 

Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον Δ οιονεῖ  τό  δόω, δίδω.  Παρατίθεται  τό  ι καί   ἔχομεν ΙΔ   ὁ  μεγάλωc  δίδων  καί  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc

Ιζ
Ιδ-οc 
Ιδ-ι
Ιδ-α
Ιζ

Πλυθηντικόc

Ιδ-εc 
Ιδ-ων
Ιδ-σι      εν διαsτάσει.   Τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.
Ιδ-αc 
Ιδ-εc 

Πάν sύμφυτον ὄροc  ίδη κέκληται.  Πάν sύμφυτον ὄροc  μεγάλωc  δίδει.
Ἄν είc  τήν ιδ παραθέσωμεν τήν sυλλαβήν  παν  ἔχομεν παν + ιδ = Πανίδ ἡ   τό  πάν μεγάλωc  δίδουσα.  Ἐμπίπτονταc  είc  τάc    πτώσειc  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc

Πανίζ   (δ+c  =ζ)
Πανίδ-οc 
Πανίδ-ι
Πανίδ-α
Πανίζ

Πλυθηντικόc 

Πανίδ-εc 
Πανίδ-ων
Πανίδ-σι     εν διαsτάσει.   τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.
Πανίδ-αc 
Πανίδ-εc 

Τό γένοc οὐκ  ἔει σημαντικόν τοῖc  παλαιοῖc.  Πανίζ οιονεῖ ἡ   τό  πάν   επιτεταμένωc  δίδουσα, ἤ   ὁ  δίδων   επιτεταμένωc   τό  πάν ἤ  τό  δίδον  τό  πάν   επιτεταμένωc.

Ἄν  ἀντικαταsτήσωμεν  τό     επιτατικόν   ι μέ  τό  μεταγενέsτερον    επιτατικόν   λα,  αντί παν + ιδ    ἔχομεν παν + λαδ. Προσθέτομεν  τό  c  καί   ἔχομεν πανλάδ.  Καί  τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

Παλλάζ            Τό  ν πρό τοῦ λ τρέπεται σέ λ καί   τό  δ
                      καί  τό c  τῆc ὀνομαsτικῆc  τρέπεται σέ  ζ
Παλλάδ-οc 
Παλλάδ-ι
Παλλάδ-α
Παλλάζ

Πλυθηντικόc 

Παλλάδ-εc 
Παλλάδ-ων
Παλλάδ-σι          Ἐν διαsτάσει.   Τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.
Παλλάδ-αc 
Παλλάδ-εc 

Οιονεῖ ἡ τό  πάν   επιτεταμένωc  δίδουσα.   Ὥσπερ   βλέπομεν   υπάρχουν   sυνόνυμα εν  τῇ  ἐλληνικῇ.  Πανίζ = Παλλάζ.

Ἡ θεά  Ἀθηνά  παλλαδόει.  Ἐν τμήσει…   τό  πάν  λά  δόει  ἡ  θεά  Ἀθηνά.  Τοῖc  κακοῖc   τά  κακά καί  τοῖc  καλοῖc   τά  καλά

Παλαιά λεξικά καί ἐτυμολογικά μεγάλα καί μικρά δέν ἔχουν εὐτμολογίσει τό ὄνομα Παλλάc.  Προσέξτε τί γράφουν.  Παλλάc  παρά τό ἀναπεπάλθαι ἐκ τῆc  κεφαλῆc  τοῦ Διόc.   Ἐγῶ δέν βλέπω οὔτε τόν Δία οὔτε τήν κεφαλήν του   μέσα  sτήν λέξι Παλλάc.   Ἐγῶ θά προσπαθήσω νά τάc  ενθέσω.  Ἐκδιοκάρπαλλα.  Σᾶc   ἀρέσει; Οιονεῖ τήν  ἀθηνα παρά τό ἀναπεπάλθαι ἐκ τῆc  κεφαλῆc  τοῦ Διόc.

Ἐπίσηc    ἐτυμολογοῦν τό Παλλάc  ὅτι πάλλαντα ἕναν τῶν γιγάντων απέκτεινε.
Ἐδῶ   λίπει τό ρῆμα.  Ἐγῶ θά προσπαθήσω νά τό ενθέσω.  Παλλανταπέκτεινα.
Σᾶc   ἀρέσει; Οιονεῖ ὅτι  απέκτεινε τόν πάλλαντα.  Τό  α τῆc   τα   εἶναι μακρόν  διότι  ἐκπίπτει ἐκ τῶν α+α.

Ἐπίσηc    ἐτυμολογοὺν τό Παλλάc  παρά τό  ἀεί πάλλειν καί κραδαίνειν τό δόρυ.  Λίπει  τό  δόρυ.   ἐγῶ τό ενθέτω.  Δορύπαλλα.  Σᾶc   ἀρέσει;  Βλέπετε  τό  ὄνομα δορύπαλλα καί  καταλαβαίνετε ὅτι κάποια γυναίκα πάλλει  τό  δόρυ.  είc  τήν ἄλλην  περίπτωσιν  δέν καταλαβαίνετε τίποτα.

Ἐπίσηc    ἐτυμολογοῦν τό Παλλάc  διά   τό  παλλομένην τήν καρδίαν τοῦ διονύσου προσκομίσαι τῷ διί.  ἐδῶ λίπουν ὄλα.  Καί ὁ Διόνυσοc  καί ἡ καρδιά του καί ὁ Δίαc  καί  τό ρῆμα.

Ὄπωc  βλέπωμεν ὄλα  εἶναι ἀτυχέsτατα.  Ὀφείλομεν νά γνωρίζωμεν ὅτι ἄλλο  εἶναι εὐτμολογία καί ἄλλο ὀνοματοθεσία.  Ἡ ὀνοματοθεσία  ἀφορᾷ τούc  ιsτορικούc  καί τούc  sυγγραφέαc καί τούc νονούc   καί  γίνεται παντῖ τρόπωι.  Ἡ εὐτμολογία  ἀφορᾶ τούc  γραμματικούc  καί  γίνεται sύμφωνα μέ τούc  κανόναc   Ἐλληνικῆc  γραμματικῆc  ἐκ τῶν  sτοιχείων τῆc  ἀνθρωπινῆc  φωνῆc.

Παλαιά λεξικά καί ἐτυμολογικά μεγάλα καί μικρά καί  ὄλοι οἱ γραμματικοί ἔχουν αποδεκτεῖ ἕνα ἐκ τῶν ἄνω ἤ ὄλα ἐκ τῶν ἀνω.  Ἀγνωοῦν ὅτι τό ὄνομα Παλλάζ  ενέχει τό  sτοιχεῖον Δ.  Τό  ἀγνοοῦν  διότι  δέν τό βλέπουν είc τήν ὀνομαsτικήν.  Ἄν κοιτάξουν ὅμως, είc  τάc  ἄλλαc  πτώσειc  θά τό δοῦν.  Παλλάδοc,  Παλλάδι,  Παλλάδα,  Παλλάδεc, Παλλάδων.

Ειc  τήν ὀνομαsτικήν ενικήν αποβάλουν τό Δ διά ιδιοτελείc σκοπούc  μέ τούc  ὀποίουc  δέν sυμφωνῶ καί οὔτε ἡ  γλότα sύν  τῷ χρονωι ἔχει sυμφωνίσει.  Πάντοτε ἡ  γλότα ἀναζητοῦσε  τό  Δ καί    εποίησε  τήν ὀνομαsτικήν ενικήν ἡ Παλλάδα.  Διατί δέν  εποίησεν  τό ὄνομα ἡ πάλλα ἄν ἤτο ἡ εὐτμολογία ἐκ τοῦ «πάλλω τό δόρυ καί τοῦτο καί   τό  ἄλλο»

Ἐπίσηc  ὀφείλομεν νά μή ξεχνάμε τόν ὀριsμό τοῦ ὀνόματοc  sύμφωνα μέ τόν Ἀριsτοτέλη.   Ὄνομα μέν οὖν ἐsτί φωνή σημαντική κατά sυνθήκην ἄνευ χρόνου, ἧc  μηδέν μέροc  ἐsτί σημαντικόν κεχωριsμένον• Sυμφωνῶ απολύτωc  καί θά προσέθετα.   Ὄνομα μέν οὖν ἐsτί φωνή σημαντική κατά sυνθήκην ἄνευ χρόνου, ἧc  μηδέν μέροc  σημαντικόν ἐsτί κεχωριsμένον

Ειc  τά προαναφερθέντα πολλά  εἶναι κεχωριsμένα ἐκ τοῦ ὀνόματοc  Παλλάζ.   Καί τά δόρια καί τά κεφάλια τῶν θεῶν καί αἱ καρδίαι τῶν θεῶν καί οἱ θεοί.

Ἄν  ἀντικαταsτήσωμεν  τήν sυλλαβή παν  μέ  τήν  Sελ τοῦ   φωτόc   ἔχομεν   sελ + λαδ  καί  ἄν   ἀντικαταsτήσωμεν  τό   ἀρκτικόν  c  μέ τήν δασεία  ἔχομεν ἐλ+λαδ.  Προσθέτομεν  τό  c  καί   ἔχομεν ἐλλάδc  ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τό  φωc  καί  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc

Ἐλλάζ
Ἐλλάδ-οc 
Ἐλλάδ-ι
Ἐλλάδ-α
Ἐλλάζ

Πλυθηντικόc 

Ἐλλάδ-εc 
Ἐλλάδ-ων
Ἐλλάδσι 
Ἐλλάδ-αc 
Ἐλλάδ-εc 
Το πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  περί τῆc  δοτικῆc  πληθυντικῆc.    sελ + λαδ+ σι.   τό    sελ τοῦ   φωτοc.    τό  λαδ τῆc     επιτεταμένηc  δοσεοc  καί   τό  σι τῆc   δοτικῆc  πλυθηντικῆc.  Ὄποια ἄλλη  sύνθεσιc  ἐγκυμονεῖ ἐτυμολογικά προβλήματα.
Εδώ θά  μείνω λιγο νά   ἐξετάσωμεν τήν sυλλαβή   sελ.   Ὀφείλω νά   παραδεχθῶ ὅτι δέν βλεπω φώc   sτήν sυλλαβή   sελ.  Ἡ    sελήνη =  sελάνα =   sελ + αν  + α(πτωτική κατάληξιc).  Ἡ sυλλαβή  αν  δέν γνωρίζω τί εἶναι.  ίσωc  ἡ  πρόθεσιc.   ίσωc  κάτι ἄλλο  sτό μυαλό τοῦ   sυνθέτη.   Ἡ  sελ ὅμωc   εἶναι φανερο.  s=sτερητικόν καί     επιτατικόν   μόριον.  ἐλ=η εξάπλωσιc   τῶν   ψυχων=ζωντων, καί  βλέπομεν ὅτι ἐδῶ  υπάρχει καί   sτέρησιc  καί    επίτασιc  ἐξαπλώσεοc  ψύχων=ζωντων.  Sυμπεραίνονταc  θά   ἔλεγα ὅτι ἡ    sελήνη εἶναι χῶροc  καί  ἐλείψεοc  καί    επιτάσεοc  ζωῆc.  Δέν ἔχει ζωή ἀλλά παρέχει ζωή sτήν γέα μαc.  Προσοχῆ, ἐδῶ  τό  ε τῆc SΕΛ εἶναι ψιλόν  καί τό  S   επιτατικόν καί sτερητικόν  μόριον.

Τό δασύ ε    επιτασσόμενον τοῦ   λ οιονεῖ τήν εξάπλωσιν δασέων ψυχῶν(κακών ψυχών, κακοεργειών καί  ὅτι ενέργεια    αντίκειται τοῦ    ανθρώπου).  Καί   ἔχομεν τήν sυλλαβή ἑλ μέ  τό  ε δαsύ καί  ἐξ αὐτῆc   ἔχομεν  τό   ρῆμα  ἕλω  τό  φονεύω,  τό  πορθῶ.

ἀνδράσι δυsμενέεσσιν ἕλωρ καί κύρμα γένηsθε.

 επεί Σαρπηδόν’ἅμα ξεῖνον καί ἑταῖρον
κάλλιπεc  Ἀργείοισιν ἕλωρ καί κύρμα γενέsθαι.
ὅc  τοι πόλλ’ὄφελοc  γένετο πτόλε•ί• τε καί αὐτῷ
ζωόc  ἐών•

Πριαμίδη, μή δή μέ ἕλωρ Δαναοῖσιν ἐάσηιc  κεῖsθαι.

Ἡ δαsυνομένη Ἑλλάc, Ἑλλάδοc  δέν τιμᾷ τούc   Ἔλληναc  ἐτυμολογικῶc.   Περί φωτόc  καί    sελήνηc  δύναται νά  sτέκη ιsτορικῶc  γιά τούc  "γλωττολόγουc", ἐτυμολογικῶc  ὄμωc  γιά τούc  γραμματικούc  δέν ἐχει καμμία τύχη.  Ὄτι δασύνεται  αντίκειται τοῦ ανθρώπου.

Ἔχομεν τήν δυνατότητα νά  επαναεξετάσσωμεν τήν λέξι Ἐλλαζ,  Ἐλλάδοc.   ΕΛ+ΛΑΔ+ΚΑΤΑΛΗΞΙΣ(ΟΣ). Ἄν προσθέσωμεν είc  τήν sυλλαβή ΕΛ καί χῶρο, ψιλό χῶρο, τόν χῶρο Κ, τότε ἔχομεν ΚΕΛ.  Καί ἔχομεν ΚΕΛ+ΛΑΔ. ἡ  επιτεταμένωc  δίδουσα τήν εξάπλωσιν καλῶν ψυχικῶν είc  τόν χῶρον Κ. Κελλάc, Κελλάδοc. Ἄν ἀντικαταsτήσωμεν  τό  Κ μέ τήν ψιλήν, ἔχομεν ἘΛΛΆΖ, ἘΛΛΆΔΟC.   Τό Κ μέ τήν δασεία δέν δύναται νά ἀντικαταsτάθη.
Ἄν προσθέσωμεν δασύ χῶρο  sτήν δαsυνομένη sυλλαβή ἑλ, τότε ἔχομεν ΧΕΛ=εξάπλωσιc  ψυχική σέ χῶρο δασύ καί ἐξ αὐτοῦ ἔχομεν τήν κόλαση σέ ἄλλη διάλεκτο  καί χελλαδ  = ἡ  επιτεταμένωc  δίδουσα χέλ καί  επανέρχομαι λέγονταc  ὅτι ἡ δαsυνομένη Ἐλλάc  δέν τιμᾷ τούc  ἜΛΛΗΝΕC.   Ἐγώ νομίζω ὅτι τό ὄνομα ἘΛΛΆΖ  ψιλοῦται.  Ἐγώ  θέλω τό ὄνομα Ἐλλαζ  νά ψιλοῦται.

Ἐπίσηc  ἔχομεν τήν δυνατότητα νά ἀντικαταsτήσωμεν τήν sυλλαβή ΛΑΔ μέ τήν  sυλλαβή ΙΔ.  Καί ἡ μία καί ἡ ἄλλη εννοοῦν τό   επιτεταμένωc  δίδω.   Καί ἔχομεν ΚΕΛΙΣ, ΚΕΛΙΔΟC   ἤ ΕΛΙΣ, ΕΛΙΔΟC.

Ἐπίσηc  ἔχομεν τήν δυνατότητα νά μεταθέσωμεν τά  sτοιχεῖα τῆc  sυλλαβῆc  ΚΕΛ  καί νά ἔχωμεν EΛΚ ἤ ΛΕΚ.  Τά  sτοιχεῖα παραμένουν τά ίδια καί δέν ἄλλάζει τίποτα.  Τό ίδιο γίνεται καί  sτήν μαγειρική καί ἔχομεν λάδι, ἁλάτι, λεμόνι.   Sτήν ἄλλη περίπτωσι ἔχομεν λεμόνι, λάδι, ἁλάτι διά νά ἔχωμεν τό ἁλατιsμένο λαδολέμονο σέ ὄλαc  τάc  περιπτώσειc.   Καί γιά νά πᾶμε πίσω  sτήν sυλλαβή ἔχομεν EΛΚΙΖ, EΛΚΙΔΟC.  (ψιλοῦται καί Ἀc   ἀρχίζει από EΛΚ  διά νά θυμιθοῦμε ὅτι εντάξαμε τά πνεύματα  sτήν προσωδία καί απωλέσαμεν τήν εὐτμολογίαν.)  EΛΚΙΔΕC  =  EΛΛΑΔΕC (μέ ψιλή)  ἤ  ΛΕΚΙΔΕΣ.  ΕΛΚΙΖ = ΚΕΛΛΑΖ = ΚΕΛΙΖ= ΛΕΚΙΖ.

Ἐδώ θά θέσω ἕνα ἐρώτημα.  Τί σχέσι ἔχει τό ὄνομα EΛΛΗΝ μέ  τό  EΛΛΑC  καί ποῖα ἡ εὐτμολογία τοῦ ὀνόματοc  EΛΛΗΝ;   τό  Η εἶναι μακρόν καί ἔχει προκείψει είc  τήν ὀνομαsτική ενική μετά  από τήν φθορά τοῦ ληκτικοῦ c  τῆc  ὀνομαsτικῆc  ενικῆc  ἐκ τοῦ θέματοc  EΛΛΕΝ  καί διατηρήθηκε τό η καί  sτάc  ἄλλαc  πτῶσειc  διά λόγουc  καλοφωνίαc  μέ sυνέπεια τήν  απώλεια τῆc  εὐτμολογίαc.

Καί τί εννοεί  τό  ΕΛΛΕΝ;
ΕΛ+ΛΕΝ 
ΕΛ=εξάπλωσιc  ζώντων.  εξάπλωσιc ζωῆc. Φίλα προsκειμένη sτόν ἄνθρωπον ζωή.  Τό ε εἶναι ψιλό  καί δέν δασύνεται ἀλλά ψιλοῦται.
ΛΕΝ = διατριβη ἐξαπλώσεοc  ζωῆc  ἤ καλλοεργειῶν
(Ε =ψιλόν).
Εἶναι προφανέc  ὅτι  τό  ἕνα Λ πλεονάζει.
Ἀc  ἐξετάσωμεν τό ενδεχόμενον τό πρώτο Λ νά  εἶναι Ν.
Καί ἔχομεν
ΕΝ+ΛΕΝ γιά νά   ἔχομεν ΕΛΛΕΝ  ἐφ’οσον τό Ν πρό τοῦ Λ τρέπεται σέ Λ.
Καί ἔχομεν
ΕΝ=πρόθεσιc 
ΛΕΝ = διατριβη ἐξαπλώσεοc  ζωῆc  ἤ καλλοεργειῶν
(Ε =ψιλόν).
ὁ εν τῇ διαδικασία διατριβῆc   ἐξαπλώσεοc  ζωῆc  ἤ καλλοεργειῶν ὀνομάζεται ΕΛΛΗΝ είc  τήν ὀνομαsτική ενική διότι φθείρεται τό πτωτικόν c  καί ἐκτείνεται τό ε σέ η.  Αλλά ἡ πρόθεσιc  εν ψιλοῦται δέν δασύνεται καί ἔχομεν Ἔλλην μέ ψιλή.
Ειc  τό ΕΛΛΗΝ μέ δασεῖα πλεονάζει  τό  ἕνα Λ καί ἔχομεν ἕλεν
Καί ἔχομεν
ἑλ + εν
ἑλ = εξάπλωσιc  κακοεργειῶν. ε=δασύ.
Εν = πρόθεσιc.
ὁ εν τῇ διαδικασία ἐξαπλώσεοc  κακοεργειῶν ὀνομάζεται ἕλεν καί  sτήν ὀνομαsτική ενική ἕλην καί ἄν  επιθυμοῦμε νά τό εντάξωμεν  sτό θυλικόν γένοc  ἔχομεν ἕλεν+η  ἤ.ἕλεν+α  γιά νά  ἔχωμεν  ἀργότερα τό Κύριο δαsυνόμενο ὄνομα Ἑλένη=ἡ αιτία τῶν κακοεργειῶν  sτήν τροία.  Ἀργότερα, αἱ φέρουσαι τό ὄνομα Ἑλένη μή ἔχουσαι διαπράξει κακοεργεῖαc  δέν ἄντεξαν τήν δασεῖα καί τήν απέβαλαν  sτήν νεα ἐλληνική.

Ἄν  ἀντικαταsτήσωμεν  τό    επιτατικόν λα μέ  τό    επιτατικόν ι   αντί   sελ+ λαδ ἔχομεν   sελ+ ιδ καί  προσθέτονταc   τό  c  ἔχομεν   sελ+ιδ+c  =   sελίδc  καί κλίνεται οὔτωc 

Ἐνικόc

  sελίζ
  sελίδ-οc 
  sελίδ-ι
  sελίδ-α
  sελίζ

Πλυθηντικόc 

  sελίδ-εc 
  sελίδ-ων
  sελίδ-σι
  sελίδ-αc 
  sελίδ-εc 

Ἀc ἐξετάσωμεν τό ὄνομα  ΤΡΟΙΑ
ΤΡΟΙ + α.   Τό α εἶναι ἡ πτωτική κατάληξιc.
Τ = ψιλή χωροενέργια.
Ρ = ψιλόν χρονικόν διάsτημα.
Ο = νόησιc, φροντίδα.
Ι =  επιτατικόν μόριον
Ψιλή  χωροενέργια(τ)  επιτεταμένηc νοήσεοc(οι) διά ἕνα χρονικόν διάsτημα (ρ).  Καί ἡ εὐτμολογία  ιsτορεί μεγάλον πολιτιsμόν.  Βλέπετε... ἡ ετυμολογία ιsτορεῖ• ἡ ιsτορία δέν ετυμολογεῖ.

Ἔχομεν τό ὄνομα τύχη.  ἀφαιρέομεν τήν πτωτικήν κατάληξιν η καί ἔχομεν τυχ. Τυχ  ἔει  τό ἀνέμπτωτον ὄνομα (τό  θέμα)  καί ἐτυμολογεῖται οὔτωc.  

Τ       χοροενέργια ψιλή.  ( ενέργια εν τῷ ψιλῷ χώρωι.
         Τόν γνωsτόν  χῶρον, τόν χῶρον τοῦ ανθρώπου).
U       sτερητικόν μόριον. Δεν βλέπω πῶc  δύναται εἶναι
         επιτατικόν ποιότητοc. (Υ).
Χ       χῶροc  δασύc  μαῦροc  καί ἄγνωsτοc.

Οιονεῖ  sτερίσει (U)  ψιλῆc   αμεριsτοῦ χωροενεργίαc  (τ),   επερχεται ὁ δασύc   χῶροc  χ  τοῦ μαύρου καί  τοῦ   ἀγνώsτου. Ἐξ οὖ sύν Ἀθηνᾷ καί χεῖρα κίνει.

Λέγω αμερίsτου χωροενεργίαc  διότι ἐδύνατο ἄν  ἔην μεριsμένη διά τῶν μορίων Α,Ε,Ο. καί  ἔχομεν ΤΑ, ΤΕ, ΤΟ.  Καί εν  sτερίσει ἔχομεν ταυ, τευ, του.
Καί προσθέτονταc  τόν  χ χῶρον ἔχομεν ταυχ, τευχ, τουχ.  Καί ἐξ αὐτῶν ἔχομεν.
Αρσενικα                          θυλικα                         ουδετερα
Ταῦχ-οc  ταύχ-η                           ταῦχ-ον – Ταῦχ-οc
Τεῦχ-οc  τεύχ-η                            τεῦχ-ον – Τεῦχ-οc
Τοῦχ-οc  τούχ-η                            τοῦχ-ον –Τοῦχ-οc

Οιονεῖ  sτερίσει (U)  ψιλῆc  μεριsμένηc  (Α, E, Ο) χωροενεργίαc  (τ),   επέρχεται ὁ δασύc  χῶροc  χ  τοῦ μαύρου καί  τοῦ   ἀγνώsτου.


Ἔχομεν τήν sυλλαβή ον+κ  ἡ ὀποῖα ἐδύνατο ἄν ἔην κον ἤ νοκ.  Τήν ὀνοματομποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν ονκc.
Τήν κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

ὬΝ  ἤ  Ὤξ       Ἐκτείνεται  τό  ο  λόγωι τῆc   φθορᾶc
                      ενόc  ἐκ  τῶν   δύο   sυμφώνων.
                     Φθειρομένου τοῦ  ν  ἔχομεν Ὤξ.
                     Φθειρομένου tοῦ   ξ  ἔχομεν Ὤν.
                     Καί   τονίζεται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν
                     ὀνομαsτική
Ὄγκοc           Τό  ν πρό τοῦ   κ   τρέπεται σέ  γ.
Ὄγκι
Ὄγκα
Ὤν   ἤ  Ὤξ       Φθειρομένου τοῦ   ν   ἔχομεν Ὤξ.
                      Φθειρομένου τοῦ   ξ  ἔχομεν Ὤν.
                      Περιsπᾶται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν Κλητική.

Πληθυντικόc

Ὄγκεc
Ὄγκων      ἐκ τοῦ   ογκονc
Ὄγκσι      τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc   ἔει ονκ + σι.  τό  σι
                ἔει τῆc δοτικῆc πληθυντικῆc καί ἔχομεν ονκσι.
               τό ν πρό τοῦ κ τρέπεται σέ γ. Tό κ καί c
               προφέρονται εν διαsτάσει διότι αποτελοῦν
               sτοιχεῖα  διαφορετικῶν  sυλλαβῶν.Ὄγκαc
Ὄγκεc

ἡ λέξιc  οιονεῖ τόν  ὀνηλάτη ἐκ τοῦ   ὄνοc  καί  τοῦ   κέω, κῶ  τό  κεῖμαι.  Μετέπειτα  ἔχομεν τήν λέξιν  ὄγκα  Παλλάδα ἐκ τῆc   αιτιατικῆc  καί  οιονεῖ  τήν θεά   Ἀθηνά  κειμένη   επί ὄνου. 
Ἐπί Ὄνου θέλουν  τούc    θεούc  οἱ  πιsτοί πελάται τοῦ   ιεροῦ τμώλου.
Πρό τῆc   θεολλογίαc, ὄταν ἔγινε  ἡ  sύνθεσιc   τῶν   sυλλαβῶν, ἡ  sυλλαβή ὄνκ ἐφέρετο διαφορετικᾶ.  ΝΟΚ.   Τό  ν τῆc   πορείαc  εν χρόνωι.   Τό  ο  τῶν   νουμένων.   Τό  Κ τοῦ   ιδιάζοντα (μικροῦ καί  ιδιοτικοῦ) χώρου.   Sτήν sυνέχεια  ὁ  χῶροc  ἔγινε  ὄνοc  καί   τό  ὄφελοc  ἔγινε  χρῆμα.  Ὄν = Ὄφελοc  Ὄνκ = ιδιάζον ὄφελοc.

Ἔχομεν τήν λέξι ὀγκίζ ἤ  ὀγκίc.  Αὐτήν τήν λέξιν τήν  ἔχουν χρησημοποιήσει  οἱ  οικοδόμοι είc   τό  παρελθόν.  Sυγκειμένη ἐκ  τῶν   sυλλαβῶν ονκ + ιδ. Ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τά  ιδιάζοντα ὀφέλη.  Προσέξτε… ὄχι (Παλλάc ) ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τό  πάν  ἀλλά    ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τά  ιδιάζοντα ὀφέλη. Ἡ  ὀγκίc  ενέχει    τό    sτοιχεῖον δ ενῷ ἡ  ὄγκα  sτερείται τοῦ      sτοιχείου δ καί  διά  αὐτό τόν  λόγο sυμπεραίνω ὅτι ἡ  θεά  Ἀθηνά κεῖται   επί ὄνου.

Ἔχομεν την sυλλαβή ΤΥΝ. Χωροενέργεια sτέρησεοc διαβίωσεοc.
Τ = χωροενέργεια (ψιλή).
U = sτέρησιc.
Ν = διαβίωσιc.
Καί ἄν προσθέσωμεν τόν χῶρο Κ  ἔχομεν ΤUΝΚ Χωροενέργεια sτέρησεοc διαβίωσεοc ανθρώπου• καί τό κλίνομεν οὕτωc.
Ἐνικόc
Τύγξ            Τό ν πρό τοῦ κ τρέπεται σέ γ καί τό κ
                    sυλλαμβάνονταc  τό c τρέπεται σέ ξ.
τυγκ- όc
τύγκ-ι
τύγκ-α
τύγξ
Πληθυντικόc
Τύγκ-εc
Τυγκ-ῶν
Τύγκ-σι
Τύγκ-αc
Τύγκ-εc
 Καί ἔχομεν ενδεχομένωc ἕνα φάρμακον τό ὀποῖον sτερεῖ τοῦ ανθρώπου τήν ζωή διά (τ) ψιλῆc χωροενέργειαc.

Ἡ  ψιλή χωροενέργεια εἶναι φίλα προσκειμένη είc τόν ἄνθρωπον καί βλέπομεν ἐδώ ὅτι ἡ ενέργεια αὐτή ἔρχεται σέ  αντίθεσει μέ τόν ὄρκο τοῦ Ὑποκράτουc ὁ ὀποῖοc λέγει …οὐ δώσω δέ οὐδέν φάρμακον οὐδενί αιτηθείc θανάσιμον….
Τύγκω = sτερῶ ζωήν ανθρώπου κατά ενέργεια φίλα προσκειμένη είc τόν ἄνθρωπον•  καί ἐδύνατο εἶναι ἡ καλοπροαίρετη  ενέργεια ἑνόc ιατροῦ ἤ ἡ ἐργασία ἑνόc δημίου.

Καί τῶρα γνωρίζομεν τί εννοεῖ SΤUΓΞ  καί τί εἶναι τό ύδωρ τῆc sτυγκόc (καταχρησικῶc sτυγόc).
Καί ἐδῶ ἐρωτῶ, τί θά ἄλλαζε ἄν τό γράφαμε μέ ι καί ὄχι μέ υ;  Ἄπαντῶ ὄ,τι δέν θά ἄλλαζε τίποτα.

Τό μόριον s καί sτερεῖ sτέρησιν ἄν προσάπτεται τοῦ υ  καί sτερεῖ  επίτασιν ἄν προσάπτεται τοῦ ι.
Τό μόριον s καί  επιτάσει sτέρησιν ἄν προσάπτεται τοῦ υ  καί  επιτάσει  επίτασιν ἄν προσάπτεται τοῦ ι.

Καί ἔχομεν τό ύδωρ τῆc sτυγκόc καί νά sτερεῖ ζωή καί νά sτερῆ sτέρησιν ζωῆc. Καί νά  επιτάση ζωή καί νά  επιτάση θάνατον• καί οἱ ειδικοί  επιsτήμονεc δύναται νά μάc ποῦν πιό υγρό δύναται εἶναι ύδωρ sτυγκόc.


Ἔχομεν τήν λέξι γέροντ.  Τήν ὀνοματποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν γέροντc  καί τήν κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

Γέρων- ἤ γέρω-c    Tό  c  ἔει διπλό (τc )  αποβάλεται  τό
                              Διπλό (τc )  ἤ τό  ν  καί  ὁ   χρόνοc
                              αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ο  ἐκτείνονταc
                              αὐτό σέ  ω.
γέροντ- οc
γέροντ-ι
γέροντ-α
γέρων-  ἤ γέρω-c (τc)    αποβάλεται τό διπλό (τc ) ἤ  τό
                                      ν καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται
                                     τῷ ο ἐκτείνονταc αὐτό σέ ω.. είc
                                     τήν νεα Ἐλληνική ὀφείλομεν νά
                                     ἔχωμεν ο γέρωc(c = τc) τοῦ
                                     γέροντοc καί οὐχί ὁ γέροc τοῦ
                                     γέρου.

Πληθυντικόc

Γέροντ- εc 
Γερόντ- ων          ἐκ τῆc   γέροντονc 
Γέροντ-σι            τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.  Γερ-οντ-σι. 
Γέροντ- αc 
Γέροντ- εc 

Ἔχομεν τάc συλλαβάc ιπ καί πόδ.  Τά συνθέτομεν καί ἔχομεν ΙΠΠΟΔ  καί ἔτυμολογεῖται οὕτωc.
ΙΠ = επιτεταμένη πίεσις.
Ποδ = επί ποδόc
Καί τό κλίνομεν οὔτωc.
Ἐνικόc
Ιπποζ
Ιπποδ-οc
Ιπποδ-ι
Ιπποδ-α
Ιπποζ
Πληθυντικόc
Ιπποδ-ες
Ιπποδ-ων
Ιπποδ-σι
Ιπποδ-αc
Ιπποδ-εc
ΙΠΠΟΖ= επιτεταμένη πίεσιc  επί τοῦ ποδόc καί συνεκδοχικᾶ τό ζόων.  Καί ἐλείψει εὐτμολογίαc ἔγινε ὁ ίπποc τοῦ ίππουc.
Ἀπό τόν Ὁμηρο ἔχομεν
χρυσάμπυκας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό    χρυσάμπυκας ἵπποδαc.
μώνυχας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      μώνυχας ἵπποδαc.
κεντρηνεκέας  ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      κεντρηνεκέας  ἵπποδαc.
ὠκέας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό        ὠκέας ἵπποδαc.
καλλίτριχας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      καλλίτριχας ἵπποδαc.
δώδεκα δ’ ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      δώδεκα δ’ ἵπποδαc.
ἐριαύχενας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      ἐριαύχενας ἵπποδαc.
λύον δ’ ὑψηχέας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό        λύον δ’ ὑψηχέας ἵπποδαc.
Ποῖο ἀκούγεται πιό καλά;

Sτήν συνέχεια ἔγινε ἄλογο.  Ἄλογα εἷναι ὄλα τά ζώα καί ὄχι μόνον ὁ ίπποζ.   Ἤ μήπωc τό α τῶν ἀλόγων εἶναι   επιτατικόν μόριον  καί ὄχι sτερητικόν;  Ποιόc θά μάc πῆ;
Εγῶ πιστεύω εἶναι και τά δύο.  Εδύνατο εἶναι sλόγο και από αυτό έχομεν μία πολύ πετυχημένη λέξη στήν αγγλική SLOG-AN.

Ἔχομεν τήν λέξι φίλιπποc.   ἐτυμολογικῶc παρατηρεῖται κακοσυνθεσία. 
Ἔχομεν τήν λέξι φίλιποc με ἕνα π (Ισπανικά FILIP ) καί ἔχομεν

Φιλ –ιπ + οc  πτωτική κατάληξις.
Φ =δασέα πίεσις
Ι = Ἐπιτεταμένη
Λ =εξάπλωσις

Ι = επιτεταμένη
Π =ψιλή πίεσις
Καί ἔχομεν τήν  επιτεταμένη εξάπλωσιν δασέαc πιέσεοc διά  επιτεταμένηc ψιλῆc πιέσεοc.  Καί οιωνεῖ τόν πολύ δικό μαc ἄνθρωπον(ΙΠ = επιτεταμένη ψιλή πίεσιc) νά μάc φέρεται ἐχθρικᾶ. (ΦΙΛ = Eπιτεταμένη εξάπλωσις δασέα πίεσεοc)• Συνεκδοχικᾶ  εἶναι ὁ φίλοc ὁ ὀποῖοc  μάς συμπεριφέρεται ἐχθρικᾶ.


ἴνc   γίγνεται ίc, ινόc.       αποβάλεται  τό  ν καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ι  βραχύ  ἐκτείνονταc  αὐτό                                          σέ  ι μακρόν.
ἴνc   γίγνεται ίν, ινόc.   αποβάλεται  τό  c  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ι  βραχύ ἐκτείνονταc  αὐτό                                     σέ  ι μακρόν.                      
ἄνερc   γίγνεται  ἀνήρ,  ἀνέροc.  αποβάλεται τό c καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ε ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η.
ἄνερc   γίγνεται  ἀνήc,  ἀνέροc. αποβάλεται τό ρ καί ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ   ενέρχεται τῷ ε ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η.                                              Δρυόc  πεσούσηc  πᾶc  ἀνήc ξυλεύεται.                                           
ἄρενc   γίγνεται  ἄρηc,  ἀρένοc. Ἀποβάλεται τό ν καί ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται  τῷ ε ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η.
ἄρενc  γίγνεται ἀρήν, ἀρένοc. Ἀποβάλεται τό c  καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ   ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η.

ἄερc  γίγνεται ἀήρ, ἀέροc.  Ἀποβάλεται  τό  c  καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η.
ἄερc  γίγνεται ἀήc, ἀέροc. Ἀποβάλεται  τό  ρ καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε   ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η. Ἐξ αὐτοῦ  εὐαήc  καί δυσαήc.                                          
γέc   γίγνεται γή, γεόc.   Ἀποβάλεται  τό  c  καί   ὁ χρόνοc    αὐτοῦ  ενέρχεται  τῷ ε   ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η
πύρc   γίγνεται πύρ, πυρόc. αποβάλεται  τό  c  καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ υ βραχύ ἐκτείνονταc αὐτό σε υ μακρόν. υπάρχει ἡ ἄποψιc  ὅτι τά  μονοσύλλαβα οὐδέτερα  περιsπῶνται εν  τῇ    ὀνομαsτικῇ.  Ἐδῶ οὐ ἔχομεν  οὐδέτερα.  ἔχομεν πύρ εν ὄλα τά γένη ἀρσενικόν, θυληκόν,  ουδέτερον καί ὄποιον ἄλλο ἄν ἔην.
πάτερc  γίγνεται πατήρ, πατέροc. Ἀποβάλεται τό c καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η
μήτερc   γίγνεται μήτηρ, μητέροc.   Ἀποβάλεται  τό  c  καί   ὁ  χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η
μήτερc   γίγνεται μήτηc, μητέροc.  Ἀποβάλεται τό ρ καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η

Ειc  τήν περίπτωσιν κατά τήν ὀποῖαν ἔχωμεν  ἀμετάβολον πρό τοῦ c,  είc  τήν ὀνομαsτικήν θεωρῶ ὅτι δέν θά ἔπερπε νά αποβάλετε  τό  ἀμετάβολον ἄλλά μόνον τό c.

Ειc   τά  πρωτότυπα  ὀνόματα, τό  εἶδοc   ἔει  σημαντικόν•   τό  γένοc   ἔει   ἀνύπαρκτον  τῇ  γραμματικῇ,  ἀσήμαντον  τῇ  sυνηθείαι.

Τά πρωτότυπα  ὀνόματα    ἔει  ὄλων  τῶν   γεννῶν.   Ἀργότερα διά  νά    τά  χωρίσουν  προέθεσαν αὐτῶν  τό   ἄρθρο  καί  ἔπλασαν κλίσειc  γεννῶν μέ καταλήξειc  τοπικῶν διαλέκτων. Ἄλλοι ἔπλασαν μόνον  ἄρθρα, οἱ  Ἄγγλοι.

Ἔχομεν τήν sύνθεσιν τῶν sυλλαβῶν πέλαc  ἡ ὀποῖα οὔ ἔει εὔκολοc   sτήν ἀνάλυσιν.

Αἱσχύλοc• υψίκρημνόν θ’ οἳ πόλιsμα Καυκάσου   πέλαc  νέμονται.
Δηλαδή. Καί αὐτοί υψίκρημνον πόλιsμα πλησίον τοῦ Καυκάσου νέμονται.
Ἄλλωc. υψίκρημνον πόλιsμα καί πέρα τοῦ Καυκάσου αὐτοί νέμονται.
Ἀc  τήν ἐξηγήσωμεν.
Ἡ sυλλαβή ΠΕΛ.
Π = πίεσιν ψιλήν, φίλα προσκειμένη sτόν ἄνθρωπον.
Ε = κίνησιν, ύπαρξιν ψυχική.
Λ = εξάπλωσιν.
Οιονεῖ τήν εξάπλωσιν τῆc  κινήσεοc τῆc φίλα προσκειμένηc  ψυχικήc πίεσεοc sτόν ἄνθρωπον.
Πέλω = εξάπλώνω,  προβάλω τήν ἀνΘρωπινή δραsτηριότητα.  Τήν δικήμου δραsτηριότητα.
Τώρα ἡ sυλλαβή αc  τί δύναται  εἶναι.  Μῆπωc  ἔη αιτιατική πληθυντική;  Τό πιό πιθανόν.
Ὀπότε ἔχομεν.
εξάπλωσιν τῆc  ἀνθρωπινήc  δραsτηριότητοc  είc  αc  χώρουc  καί  sυνεκδοχικά  τό πλησίον.
Πελασγόc  οιονεῖ αὐτόc  ὁ οποῖοc  ἄγει τήν εξάπλωσιν τῆc  ἀνθρωπινῆc  δραsτηριότητοc  είc  αc  χώρουc.
Ειc  τά σχόλια τῶν βατικανῶν περί τῆc  γραμματικῆc  τοῦ Διονυσίου τοῦ θρακόc  ἀναφέρεται ἡ δραsτηριότηc  τῶν Πελασγῶν.
Μετά δέ τόν  επί Δευκαλίωνοc  κατακλυsμόν οὐδείc  τῶν περιλειφθέντων Ἐλλήνων ἐφύλαξεν αὐτῶν τήν μνήμην, (εννοεί τῶν γραικῶν) πλήν τῶν Πελασγῶν τῶν από Ἐλλάδοc  είc  βαρβάρουc  πλανηθέντων, οὓc  καί ὁ ποιητήc  δίουc  καλεῖ, φάσκων       Κ 429  καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  δῖοί τε Πελασγοί.

Προσέξτε. Τό «δίουc  καλεί» οὔ ἔχει κάν μία σχέσι μέ τόν θεό Δία. Διοί  εἶναι οἱ  επιτεταμένωc  δίδοντεc.   Ἐν τῆι αὐτῆι περιπτώσει οἱ Πελασγοί.   Ἄν ἤτο, καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  διέc  τε Πελασγοί,  γνώμιν μου  εἶναι ὅτι δέν θά ἄλλαζε τίποτα.  Ἄν ἤτο, καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  διέc  τε Πελασγέc,  γνώμιν μου  εἶναι ὅτι δέν θά ἄλλαζε πάλι τίποτα. Τό τελευταῖο φαίνεται καλλίτερο ὄλων.

Δίc  ἔει ὀνομαsτική πληθυντική τοῦ θέματοc  ΔΙ,  επιτεταμένωc  δίδων.
Καί ἔχομεν.
Δί-c        ὁ δίδων  επιτεταμένωc.
Δι-όc
Δί-ι
Δί-α
Δί-c

Δί-εc     οἱ  δίδοντεc   επιτεταμένωc
Δι-ῶν   (εκ τοῦ ονc )
Δί-σι
Δί-αc
Δί-εc

Πελασγέc  ἔει ὀνομαsτική πληθυντική τοῦ θέματοc  ΠΕΛΑΣΓ

Καί ἔχομεν.

Πελάσγ-c
Πελασγ-όc
Πελάσγ-ι
Πελάσγ-α
Πελάσγ-c

Πελάσγ-εc
Πελασγ-ῶν  ἐκ τοῦ ονc 
Πελάσγ-σι
Πελάσγ-αc 
Πελάσγ-εc 

Ἔχομεν τό ὄνομα Δαυίζ  γενική Δαυίδοc 
Τό θέμα  εἶναι Δαυίδ.
Αἱ sυλλαβαί  εἶναι ΔΑΥ καί ΙΔ
ΔΑΥ=χωροενέργεια  sτερίσεοc  υλικῶν  ἀγαθῶν.
ΙΔ= επιτεταμένωc  χωροενεργῶ sυνεκδοχικά  τό  δίδω.
ἐδῶ ἐδυνάμεθα ἄν εἴποιμι  τό  ἕνα Δ πλεονάζει  καί  ἔχομεν αυίδ   καί γενική αυίδοc.
ΔΑΥΙ=χωροενεργών  sτερόνταc  υλικά  ἀγαθά.  Ὁ  χῶροc  δέν εἶναι ψιλόc   ἀλλά    μεσσαῖοc.  Γειτονικόc.  Καί  ἔχομεν sυνεκδοχικά τόν   ἅρπαγα, τόν  ληsτή, τόν οικονομικόν ἄδικον ἔφορον, τόν  ἀντικαθεsτοτικόν καί ενδεχομένωc  καί ἄλλα πολλά.

Ἔχομεν τήν sυλλαβή SΚΙΦ.
Τά  sτοιχεῖα
S =  sτίγμα (Ἐπιτατικόν/sτερητικόν μόριον.)
Κ= ψιλόc  χῶροc, ὁ ἄνθρωποc.
Ι=  Ἐπιτατικόν  μόριον.
Φ= δασέα ενέργια.
Οιονεῖ τήν
Ι.  επιτετεμένην
S. Ἐπίτασιν, sτέρησιν.
Κ. τοῦ ανθρώπου
Φ. κατά τρόπον δασέαc  ενεργίαc.
Ἄλλωc.
Κατά τρόπον  επιτεταμένηc  δασέαc  ενεργίαc  (ΙΦ),  επέρχεται (sτέρησιc  καί  επίτασιc. ) είc  τόν χῶρον Κ. (ΣΚ).
Sυνεκδοχικά τό σκίφοc.  Ἀργότερα τό ξίφοc  (τό ὄπλον). Τό ξίφοc   sτερεῖ τήν ζωή τοῦ ἐχθροῦ καί  επιτάσει ζωή  sτόν νικητή (σφαγέα).

ἔχομεν τήν λέξι παιάν.
Τήν ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα παιάνc 
επειδή ἡ  sυνύπαρξιc  τοῦ   ν καί τοῦ   c  φέρη  ὡc      αποτέλεsμα τήν φθορά ἑνόc  ἐκ  τῶν   δύο sυμφώνων,  ἔχομεν  ὡc      αποτέλεsμα τήν μεταβολή τοῦ   α βραχέοc  σέ  α μακρόν.  Σέ  αὐτήν τήν  περίπτωσιν φθείρεται  τό  c  καί   ἔχομεν παιάν μέ  τό  α μακρόν. Ἐδύνατο ἄν περιsπαsθοῖ  τό  α ἄν οὐκ   ἦτο εν  πτῶσει  ὀνομαsτική. είc  τήν Κλητική  ὀφείλει νά   περιsπαsθῇ.  Καί  κλίνομεν  τό  παιάν οὕτωc.

Ἐνικόc 
παιάν-         τό   c  φθείρεται διό καί   τό  α  ἔει  μακρόν
                 ἀλλά ὀξύνεται  διότι  ἡ  πτῶσιc ἔει ὀνομαsτική
παιάν-οc    τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ      υπάρχει λόγοc
                ίνα μή ἔη βραχύ.
παιάν-ι     τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ      υπάρχει λόγοc
               ίνα μή ἔη βραχύ.
παιάν-α         τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ      υπάρχει
                    λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
παιᾶν-         τό c  φθείρεται διό καί   τό  α  ἔει
                  μακρόν καί  περιsπᾶται

Πληθυντικόc

παιάν-  εc                τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                              λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.

παιάν-ων                 τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                             λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
    
παιάν-σι                 Τό πλῆρεc  τῆc    γραφῆc
παιάν-αc                τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                            λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
    
παιάν-εc               τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                           λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
 
Ἔχομεν τό ρήμα υπάρχω.  Ἀφαιροῦμε τήν ρηματική κατάληξι Ω καί ἔχομεν ΥΠΑΡΧ.  Διαιροῦμε τάc  sυλλαβάc  καί ἔχομεν ΥΠ+ΑΡΧ. Βλέπομεν τήν πρόθεσι ΥΠ=sτερήσει πιέσεοc    καί  τό  Αρχ τῆc   ἀρχῆc.  Τό  υπάρχω εννοεῖ  ἄρχω ἐλείψει πιέσεοc  ἔsτω καί ψιλῆc  καλοπροαίρετηc  sυμβουλῆc.   Τό  υπάρχω εννοεῖ ἄρχω μόνοc  μου χωρίc  sυμβούλουc  καί διευθηντάδεc. 

Γραμματικοί τοῦ παρελθόντοc  ἔχουν  υποsτηρίξει ὅτι ἄρχω υπό κάποιον καί εννοοῦν κάποιον θεό.  Ἔχουν δώσει  sτήν πρόθεσιν ΥΠ τήν σημασία τοῦ   επιρήματοc.   Ἡ  πρόθεσιc   ὥc    πρόθεσιc  προτερεύει τῆc  προθέσεοc   ὥc      επίρημα.

Τό ρήμα  υπανδρεύομαι ἔχει  επίσηc  ἐτυμολογηθεῖ λανθαsμένα.  Δέν θέτω ἑαυτόν υπό (επίρημα) κάποιον ἄνδρα ἀλλά ἀνδρεύομαι (δέχομαι ἄνδρα  sτήν ζωή μου) ἐλείψει πιέσεοc  (ΥΠ) καί οιονεῖ τό ἐλευθέρωc  ἀνδρεύομαι. Ἐγῶ ἐλευθέρωc   επιλέγω τόν ἄνδρα καί ὄχι διά τῆc  sυμβουλῆc  ἤ πιέσεοc  κάποιου.



ἔχομεν τήν λέξιν δελφίν.
Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ υπάρχει λόγοc  ίνα μή ἔη βραχύ.  Τό  ι  ἔει     επιτατικόν    μόριον.

Ἐνικόc

δελφίν-εc        Τό c  φθείρεται διό καί τό ι ἔει μακρόν ἄλλά
                     ὀξύνεται  διότι ἡ  πτῶσιc   ἔει   ὀνομαsτική.
δελφίν-οc       Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ   υπάρχει λόγοc
                     ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-ι         Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει λόγοc
                     ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-α        Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει λόγοc
                    ίνα μή ἔη βραχύ
δελφῖν-         Τό c  ψθείρεται διό καί   τό  ι  ἔει  μακρόν
                    καί  περιsπᾶται  διότι  ἡ   πτῶσιc   ἔει
                   κλητική καί  οὐχί  ονομαsτική

Πληθυντικόc

δελφίν-εc         τό ι ἔει βραχύ διότι οὐχ υπάρχει λόγοc
                       ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-ων       τό ι ἔει βραχύ διότι οὐχ υπάρχει λόγοc ίνα
                        μή ἔη βραχύ
δελφίν-σι          Ὄταν τό πλῆρεc τῆc γραφῆc φυλάττεται,
                         Φυλάττεται καί ἡ δύναμιc τῆc λέξεοc
δελφίν-αc         τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ  υπάρχει λόγοc
                       ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-εc         τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ   υπάρχει λόγοc
                       ίνα μή ἔη βραχύ


 Ἐδῶ   θέλω νά    υπενθυμίσω   ὅτι     τά  κατά     διάλεκτον ἤ   τά  κατά    sυνήθεια  ἤ   τά  κατά     παράδοσιν  ιδιάζοντα,  οὐ δεῖ είc  κοινόν παραλαμβάνειν.  Ἄν τι  ἔχη χρησιμοποιηθῇ κατά    τρόπον μή   Ἐλληνικόν ἐμεῖc   ὀφείλομεν νά    τό  ἐξετάσωμεν καί  νά    τό  διορθώσωμεν μή ἐξετάζονταc  ποῖοc   ἔει   ὁ  προσπάπουc   ὁ  ὀποῖοc   τό   ἔχει χρησιμοποιήσει χωρίc  νά    τό   ἔχει δικαιολογίσει.


Ἔχομεν τό ὄνομα ΓΡΑΙΚΟC.
Ἄν τό διαιρέσωμεν, ἔχομεν  ΓΡΑ+ ΙΚ  ἀφαιρόνταc  τήν πτωτική κατάληξι οc.   Καί ἔχομεν
ΓΡΑ= σχέσιν ἔχει μέ  τά  γραφή,γράμματα, γράφω.
ΙΚ=σχέσιν ἔχει μέ τό ρήμα ΙΚΩ.
Καί φαίνεται νά μᾶc  τά ἔδωσαν οἱ ΓΡΑΙΚΟΙ.
Ἐδῶ ὀφείλω νά  υπενθυμίσω ὅτι τό ρῆμα ἐτύμω τῆc  πέμπτηc  sυζυγίαc  τῶν βαρυτόνων οιονεῖ τό   εὐτμῶ  μετά τό πάθοc  τῆc  μεταθέσεοc.  Τό καλῶc  διαμερίζω, τό καλῶc διαιρέω.

ἔχομεν  τό  ὄνομα  χιτόν καί   τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc

Χιτών-        ἐκπίπτει τοῦ ἀνέμπτωτου ὀνόματοc χιτόνc. Τό
                 c  φθείρεται  διό καί τό ο ἐκτείνεται σέ ω ἄλλά
                ὀξύνεται διότι ἡ πτῶσιc ἔει ὀνομαsτική).
χιτόν-οc      Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ  υπάρχει λόγοc
                  ίνα μή ἔη Βραχύ
χιτόν-ι        Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ υπάρχει λόγοc  ίνα
                 μή ἔη βραχύ
χιτόν-α      Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ υπάρχει λόγοc  ίνα
                μή    ἔη  βραχύ.
Χιτῶν-       Τό c φθείρεται διό καί τό ο ἐκτείνεται σέ ω
               ἀλλά Περιsπᾶται διότι ἡ πτῶσιc ἔει Κλητική καί
               οὐχί   ὀνομαsτική.

Πληθυντικόc

χιτόν-εc            Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                         λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.
χιτόν-ων           Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                         λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.


χιτόν-σι           Τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.
χιτόν-αc          Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                       λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.


χιτόν-εc        Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                     λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.

Τά μακρά γίγνονται μετά τό πάθοc τῆc  κράσεοc.

ἔχομεν τήν sύνθεσιν τῶν sυλλαβῶν  ἀν + θρο + οπ.  Ἐτυμολογεῖται ἐκ τῆc   λέξεοc     ἀν(ω)  καί  τοῦ    ρήματοc  θρο(ω) καί  τοῦ   οπ.  καί   ἔχομεν  ἀν+θρο+οπ.   Ἀνθροοπ. ὄταν ἡ sύνθεσιc  ἐμπέση είc  τάc  πτώσειc,  μετά  sυναλοιφῆc  κατά    κράσιν φθείρεται  τό  ἕνα ο καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  εισέρχεται   τῷ  ἄλλωι ο καί  ἐκτείνει  αυτό σέ  ω. καί   ἔχομεν   ἄνθρωψ.

 Ὀνομαsτική      ἄνθρωψ
ὄταν  τά   ἀνέμπτωτα  ὀνόματα   βρεθοῦν είc  τήν     ὀνομαsτικήν καί   πρό τοῦ   ληκτικοῦ c   υπάρχη ἄφωνον  sύμφωνον, sυλλάμβανει  τό  ἄφωνον   τό  c  καί  μεταβάλονται  τά  δύο μαζι σέ   διπλό
Γενική            ἄνθρωπ-οc  ἤ ανθρώποc
(Ἐκ τῆc   γενικῆc  τοῦ  πρωτοτύπου ὀνόματοc  ἐκπίπτει  ἡ   ὀνομαsτική   ἀνθρωποc  διά  νά     ἔχομεν  ἀργότερα τήν δευτέρα κλῆσιν ἀρσενικῶν  καί  θυληκῶν είc  οc  καί εννοεῖ  ὁ τοῦ ἄνθρωποc.  Ἐπίσηc,  ἐκ τῆc   γενικῆc  τοῦ  προτοτύπου  ἐκπίπτουν   ὄλα  τά     πρωτότυπα μέρη τοῦ    λόγου  τά  γνωsτά  βαρύτονα   ρήματα).  Ἐν τῇ αυτῇ περιπτῶσει ἐδυνάμην ἄν εἴποιμεν  ἐγώ  ανθρώπω.  Βαρύτονον τῆc  πρώτηc  sυζυγίαc.  
Δοτική          ανθρώπ-ι  
Αιτιατική      ανθρώπ-α  
Κλητική        ἄνθρωψ
 Ἐκ τῆc   πρωτοτύπου κλητικῆc   ἔχομεν τήν  παράγωγον  κλητικήν   ἄνθρωπε• φθείρεται  τό  c  καί   τό  π λαμβάνει τό  ε  τῆc   ψυχῆc καί τό πάθοc ὀνομάζεται   μετάληψιc.
Ειc   τά   ἀνέμπτωτα πρωτότυπα  ὀνόματα    τό  ληκτικόν σίγμα  υπάρχει κατά    διάsτασιν• ὄταν ὅμωc, πίπτη είc  τάc πτῶσειc, καί  πρό αὐτοῦ  υπάρχει ἄφωνον, είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί   Κλητικήν ενικήν παύει νά    υπάρχη κατά    διάsτασιν καί  sυμβάλλει είc  τήν δημιουργία   διπλοῦ sυμφώνου  καί   τό  c  ἐκφωνῆται κατά    sύλληψιν.  Παράδειγμα.   τό  προτότυπον  ἀνέμπτωτον ὄνομα  ἔει   ἄνθροοπ. ὄταν πίπτη είc  τάc    πτῶσειc  γίνεται  ἄνθρωψ είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί   ἄνθρωψ είc  τήν Κλητικήν ενικήν.

Ἔχομεν τήν sυλλαβή ΛΥΚ ἐκ τοῦ Λ, Υ καί Κ.

Λ. = εξάπλωσιν
Υ. = sτέρησιν
Κ. = ψιλόc  χῶροc.  Ὁ γνωsτόc  χῶροc  τοῦ ανθρώπου.

Οιονεῖ τήν   Ἐλλειψιν ἐξαπλώσεοc  εν τῷ χώρωι τοῦ   ανθρώπου καί κλίνεται οὔτωc.
Λύξ   ἐκ τοῦ λυκ + c.
Λύκ-οc
λύκ-ι
λύκ-α
λύξ

λύκεc
λύκων
λύκσι
λύκαc
λύκεc

Ἄλλωc. ἀργότερα.
Λύκ-οc
Λύκ-ου
Λύκ-ωι
Λύκ-ον
Λύκ-ε

Λύκ-οι
Λύκ-ων
Λύκ-σι
Λύκ-ουc
Λύκ-οι

Τό ζώον, ὁ λύκοc   sτερῆται ἐξαπλώσεοc  (ὑπάρξεοc ) εν τῷ χώρωι τοῦ ανθρώπου.  Οὔ ἔει κατοικίδιον.
Τό λύκ, τό φῶc,  sτερῆται ἐξαπλώσεοc  (ὑπάρξεοc ) εν τῷ χώρωι τοῦ ανθρώπου. 
Ὁ ἄνθρωποc  ἔει πεφωτιsμένοc  άλλά ὄχι λελυκαμένοc.  Τό λύκ  ὀφείλει νά ἔχη ιδιώτηταc  ἄλλων υπάρξεων.

Τό λύκειον ενέχει ιδιότηταc  μή υπαρκτέc   sτόν   Κ χῶρον.

Ἄν προσθέσωμεν sτήν συλλαβή κυλ τό sτερητικόν  επιτατικόν μόριον  S,  ἔχομεν  sκυλ
S = sτερητικόιν καί  επιτατικόν μόριον.
Κ  =αναφέρεται sτόν χῶρον τοῦ ἄνθρώπου.
Υ = sτέρησις.
Λ =εξάπλωσις.
Καί βλέπομεν ὅτι ὁ σκύλοc καί sτερεῖται καί δέν sτερεῖται τήν sτέρησιν τῆc εξαπλώσεοc sτόν χῶρον τοῦ ἄνθρώπου.
Καί εἶναι καί δέν εἶναι κατοικίδιον.   Καί εἶναι ἤμερον καί εἶναι ἄγριον.

Ἔχομεν τήν συλλαβή ΚΥΝ.
Κ =χῶροc ἄνθρώου.
Υ =sτερητικόν μόριον.
Ν =διαβίωσις.

Ὁ κύν –αc sτερεῖται διαβίωσιν sτόν χῶρον τοῦ ανθρώπου.
Κύνεc εἷναι τά ἄγρια ζῶα τά ὀποῖα δέν δύναται συμβιώσειν μέ τόν ἄνθρωπον καί ὄχι ὁ σκύλοc ὁ ὀποῖοc εἶναι πολέc φορέc φίλοc ανθρώπου.  Διά τοῦτον τόν λόγο ὁ κύναc ἔγινε σκύλοc είc τήν νέα Ἐλληνική.   Τό ενδεχόμενον νά μήν ἦσαν ποτέ οἱ κύνεc σκύλοι μένει ἀνοιχτόν.

ἐδύνατο ὅμωc τόν σκύλον ΣΚΥΝ ειπεῖν.

ἐνικός

Sκύν
Sκυν –ός
Sκύν –ι
Sκύν –α
Sκύν

Πληθυντικός

Sκύν –ες
Sκυν - ῶν
Sκύν –σι
Sκύν –ας
Sκύν –ες



ἐνικός

Sνύξ
Sνυκ –ός
Sνύκ –ι
Sνύκ –α
Sνύξ

Πληθυντικός

Sνύκ –ες
Sνυκ - ῶν
Sνύκ –σι
Sνύκ –ας
Sνύκ –ες



Περί αὐγοῦ, αὑγοῦ, εὐγοῦ καί αβγοῦ.

ἐν ἀρχῆ ἔχονεν τήν sυλλαβή ΑΥΓ καί προσθέτονταc την πτωτική κατάληξι Ο,έχομεν αὐγό.
 τό ΑΥΓΟ δύναται διαιρεθεῖν.
 Εχομεν ΑΥΓ + Ο πτωτική κατάληξη.
 Α = σώματα άψυχα. Υλικά.
Υ = ποιοτικόν μόριον. Επιτάσσει ποιότητα. Οἱ ξένοι τό γνωρίζουν ὡc y grec. Αν ψιλοῦται επιτάττει καλή ποιότητα. Αν δασύνεται, επιτάττει κακή ποιότητα. Είναι εκ του F (δίγαμα) ἤ τό V. Δεν έχει sχέση με τό sτερητικόν μόριον U αν καί  εἰc  την Γλότα μαc οι "γλωσσολόγοι" τα ἔχουν ισοπεδώσει όλα.
Γ = χωρικόν μεσαίο Κ = χωρικόν ψιλό. Χ = χωρικόν δασύ. Ψιλόν εἶναι τό φίλα προσκείμενον sτόν ἄνθρωπον. Δασύ εἶναι τό μή φίλα προσκείμενον sτόν ἁνθρωπον. ΠΑΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Βλέπετε τά πνεύματα δέν εἶίναι προσωδία ὅπωc υποsτηρίζουν Οι "γλωσσολόγοι". ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ τό SΚΕΠΤΕSΘΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
Γ =χώροc  μεσαίοc.   Οχι φίλα προsκείμενοc  sτόν ἄνθρωπο αλλά βατόc. 
 Καί ἔχομεν αὐγό (ψιλοῦται) = σώματα καλήc  ποιότητοc  εν χώρω Γ. Καί έχομεν αὑγό (δασύνεται) = σώματα κακήc  ποιότητοc  εν χώρω Γ. Καί ἄν τό αυγό εἶναι γονιμοποιημένο,  πώc  τό λέμε;
 ΕΥΓΟ. Ε = ψυχή = Τό αἳτιον τηc  κινήσεοc  τὠν σωμάτων. Ε =κίνησιc•  ἐξ ου καί τό εύγε.
 Καί τό ΑΒΓΟ τί εννοεί; τό β = δασέα πίεσιc.   Καί ἔχομεν δασέα πίεση δασέων σωμάτων εν δασύ χώρο. (ψιλά ψιλῶν ηγούνται• δασέα δασέων και μεσαῖα μεσαίων). Ούτε κάν μία σχέση μέ τό αὐγό τῆc  κόταc .

Ἔχομεν τό θέμα λεωνιδ. 
Τό ἐτυμολογοῦμεν (Διαιροῦμεν).  ΛΕΟ  + ΟΝ + ΙΔ. (Ω = ο +ο σέ αυτήν εδῶ τήν περίπτωσιν).
Καί ἔχομεν
Λεο  ἐκ τῆc γενικῆc  λεοc.
ον  = ὄφελοc
ιδ  =  επιτετεμένωc  δίδω.
καί κλίνεται οὕτωc
Λεωνίζ       δ + c =        ο + ο = ω
Λεονίδ-οc
Λεονίδ-ι
Λεονίδ-α
Λεονίζ
πληθυντικόc
Λεονίδ-εc
Λεονίδ-ων
Λεονίδ-σι
Λεονίδ-αc
Λεονίδ-εc
Καί ἔχομεν  τόν   επιτεταμένωc δίδοντα, τόν μεγάλωc δίδοντα (ΙΔ), τό ὄφελοc (ΟΝ), τοῦ λαοῦ, (λεο ἐκ τῆc γενικῆc λεοc).  Τό ληκτικόν c αποβάλεται κατά τήν sύνθεσιν.

Καί ἄν εἶναι μικρό παιδάκι τό λέμε ΛΗΟΝΙ εκ τῆc κλητικῆc ΛΕΟΟΝΙΖ.  Τό ΕΟ κιρνάται sε Η  καί αποβάλεται τό Ζ.

Τελειόνονταc,  πρόc τό παρόν, μέ τό ὄνομα, θέλω νά θέσω ἕνα ἔρώτημα.  ἔχετε  ἀκούση τόν νεοελληνικόν ὅρο ΔΙΘΕΜΑΤΙΚΑ;  Ἕνα ὄνομα νά φέρη δύο θέματα οἷον ἡ πόλι-c τῆc πόλε-οc.  Προσέξτε,  οἱ "γλωσσολόγοι"  επί τό πλείsτον  αντί νά προσπαθήσουν νά διωρθώσουν τάc γλοτικάc κακάc sυνήθειαc τῶν ανθρώπων, προσπαθoύν νά τάc δικαιολογίσουν, οἱ ἀνόητοι.
Ἄν τό θέμα εἶναι πόλι, τό κλίνομεν οὕτωc.
ἐνικόc
Πόλι-c
Πόλι-οc
Πόλι-ι
Πόλι-α
Πόλι-c
Πληθυντικόc
Πόλι-εc
Πόλι-ων
Πόλι-σι
Πόλι-αc
Πόλι-εc

Ἄν τό θέμα εἶναι πόλε, τό κλίνομεν οὕτωc.
ἐνικόc        
Πόλε-c        πόλη       ε + c = η
Πόλε-οc       πόληc     ε + ο = η
Πόλε-ι         πόλει
Πόλε-α        πόλη      ε + α = η
Πόλε-c        πόλη      ε + c = η
Πληθυντικόc
Πόλε-εc      πόληc      ε + ε = η
Πόλε-ων     πόλεων
Πόλε-σι
Πόλε-αc      πόληc     ε + α = η
Πόλε-εc      πόληc     ε + ε = η

Τά διθεματικά εἷναι εφεύρεσιc ἀνοήτων καί εδύνατο νά  επεκταθή οὕτωc.
Ἐνικόc
Ὀνομαsτική    ὁ     κόραξ
Γενική           τοῦ   μαυροπουλιοῦ
Δωτική         τῷ    χ
Αιτιατική      τόν   ψ
Κλητική        ῷ     ο μέγα.
Διά νά ἔχωμεν μία πλήρη ἀνωμαλία.






Περί  ρήματοc 

 Ἐν  ἀρχῆ ἤν  τό  ὄνομα καί   εἶτα  τό   ρῆμα .   Τό   ρῆμα  ἐκ τοῦ   ὀνόματοc  γέγονε.  Τό   ρῆμα  γέγονε ἐκ τῆc   γενικῆc  ενικῆc  τοῦ   ὀνόματοc    κατόπιν κράσεοc  τοῦ   οc   σέ  ω.   Τό  οc    ἔει  ἡ  κατάληξιc   τῆc  γενικῆc  ενικῆc   τοῦ   ὀνόματοc.   Φθείρεται  τό  c  καί   ὁ  χρόνοc  τοῦ     c  ενέρχεται τῷ ο ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  ω.
Ἐκ  τῶν   sυλλαβῶν   ἔχομεν  τά  μονοσύλλαβα  ρήματα.  Tά μονοσύλλαβα  ρήματα  ἔει  τόσα  ὄσα καί  αἱ sυλλαβαί.
Κλίνονταc  ἕνα   sτοιχεῖον  ἔχομεν.
Ἐνικόc 
Ν-    φθείρεται  τό  σ
Ν-οc
Ν-ι
Ν-α
Ν-  φθείρεται  τό  σ
Πλυθηντικόc
Ν-εc
Ν-ων  ἐκ τοῦ   ονc
Ν-σι
Ν-αc
Ν-εc

Ἐνικόc 
Λ-   φθείρεται  τό  c
Λ-οc
Λ-ι
Λ-α
Λ-   φθείρεται  τό  c
Πλυθηντικόc
Λ-εc
Λ-ων  ἐκ τοῦ   ονc
Λ-σι
Λ-αc
Λ-εc
Τά  ἀμετάβολα είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί  Κλητικήν ενικήν  αποβάλουν  τό  ληκτικόν   c  καί  μένει  τό   ἀμετάβολον.    είc  τήν Δοτικήν πληθυντικήν  υπάρχει πρόβλημα  διότι   ἀμετάβολον   προηγεῖται ἠμιφώνου  καί  ἡ   γλότα δέν  τό    επιτρέπει.   Σέ  αὐτήν τήν  περίπτωσιν μεταφέρεται  τό  c  πρό τοῦ    ἀμεταβόλου καί   ἔχομεν σλι  καί  σνι.  ἤ   μεταφέρεται  τό  c  είc   τό  τέλοc  καί   ἔχομεν λιc   καί  νιc.
 Ἡ  τελευταία περίπτωσιc  γεννᾷ ἄλλο πρόβλημα.   Τό  λιc   καί   τό  νιc  δύναται εἶναι καί   ὀνομαsτική ενική•   τό  θέμα εἶναι λι   καί  νι   αντίsτοιχα.  καί   ἔχομεν.

Ἐνικόc 

Νι- c
Νι-οc
Νι-ι
Νι-α
Νι-c

Πλυθηντικόc

Νι-εc
Νι-ων         ἐκ τοῦ   ονc
Νι-σι
Νι-αc
Νι-εc

Ἐνικόc 

Λι-c
Λι-οc
Λι-ι
Λι-α
Λι-c

Πλυθηντικόc

Λι-εc
Λι-ων         ἐκ τοῦ   ονc
Λι-σι
Λι-αc
Λι-εc

ἔχομεν καί  ἄλλη μίαν περίπτωσιν είc  τήν ὀποῖαν μεταφέρεται  τό   ἀμετάβολον   είc   τό  τελοc  τῆc   λέξεοc     καί   ἔχομεν  σιν  καί   σιλ  ἤγουν   τό  νσι  γίγνεται σιν  καί   τό  λσι  γίγνεται σιλ. 
Θεωρῶ ὅτι ἡ  μεταφορά   τοῦ    ἀφώνου είc   τό  τέλοc  τῆc   λέξεοc   ἔει  ἡ  πιό σωsτή ἄν  δέν εἶναι δυνατόν νά   φυλαχθῆ  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.    Αὐτήν τήν μεταφορά τοῦ    ἀμεταβόλου είc   τό  τέλοc  τῆc   λέξεοc    τήν  βλέπομεν καί  είc  τόν  Ὅμηρον.

Τά  ἀφωνα   επίσηc  κλίνονται.

Ἐνικόc 

Ψ            ἐκ τοῦ  π-c
Π-οc 
Π-ι
Π-α
Ψ          ἐκ τοῦ  π-c

Πλυθηντικόc

Π-εc 
Π-ων       ἐκ τοῦ   ονc 
Π-σι        τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.
Π-αc 
Π-εc 

Ἐνικόc 

Ξ          ἐκ τοῦ   κ-c
Κ-οc 
Κ-ι
Κ-α
Ξ         ἐκ τοῦ   κ-c

Πλυθηντικόc

Κ-εc 
Κ-ων  ἐκ τοῦ   ονc 
Κ-σι
Κ-αc 
Κ-εc 

Ἐνικόc 
Τ- c
Τ-οc 
Τ-ι
Τ-α
Τ- c
Πλυθηντικόc
Τ-εc 
Τ-ων         ἐκ τοῦ   ονc 
Τ-σι
Τ-αc 
Τ-εc 

Ἐνικόc 

Ζ               ἐκ τοῦ   Δ-c
Δ-οc 
Δ-ι
Δ-α
Ζ               ἐκ τοῦ   Δ-c

Πλυθηντικόc

Δ-εc 
Δ-ων       ἐκ τοῦ   ονc 
Δ- σι          τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  
Δ-αc 
Δ-εc 

Ἡ   ὀνομαsτική  ενική καί  Κλητική ενική προφέρεται καί   γράφεται εν sυλλήψει ἤγουν             ψ-ξ-(τc )-ζ.
Διά τό  εν sυλλήψει (τc )  δέν υπάρχει γραφή  (γράμμα)   πρόc    τό  παρόν. 
Ἡ Δοτική πλυθηντική  γράφεται καί  προφέρεται εν διαsτάσει  διότι   ἀκολουθεῖ μεγάφωνον   μόριον.

Ἔχομεν τρία  sτοιχεῖα φωνήεντα Α, Ε, Ο καί ὄλα κλίνονται. 

Ἔχομεν ἑννέα   sτοιχεῖα  ἄφωνα καί  ὄλα κλίνονται.
Π, Β, Φ, Κ, Γ, Χ, Τ, Δ, Θ.
ἔχομεν τέσσερα  sτοιχεῖα   ἀμετάβολα καί  ὅλα κλίνονται.
Λ, Μ, Ν, Ρ καί Ῥ
Sυνολικᾶ  ἔχομεν δέκα καί   ἑπτά   sτοιχεῖα πρόc  κλήσιν καί  sυνεπῶc  δέκα καί  ἑπτά γενικέc  ενικέc   ἤγουν  ποc,  βοc, φοc, κοc, γοc, χοc, τοc, δοc,  θοc.   Τούεει ὅτι  ἔχομεν δέκα καί   ἑπτά μονοσύλλαβα  ρήματα  ἤγουν   αω, εω, οω, (εν sυλείψει) καί πῶ, βῶ, φῶ, κῶ, γῶ, χῶ, τῶ, δῶ, θῶ, λῶ, μῶ, νῶ, ρω, ῥω.
Δέκα καί   ἑπτά ὀνόματα   καί  δέκα καί  ἑπτά ρήματα.  αὐτά  ἔει   τά   sτοιχειώδη μέρη τοῦ   λόγου τῆc   Ἐλληνικῆc     γλοτόc.   ἐξ αὐτῶν γέγονε  ὄλα τά ρήμματα τῆc    ἀνθρωπινῆc   γλοτόc  ἤγουν  τῆc    γλοτόc   τῶν     Ἐλληνων  εν ὄλαιc  ταῖc  διαλέκτοιc  αὐτῆc.   Λατινιsτί,   ἀγγλιsτί,  γαλλιsτί, γερμανιsτί,  ιταλιsτί  ἀραβιsτί, καί   ἄλαιc  πολαῖc.

Τά   sτοιχεῖα τῆc    γλοτόc   ἔει  περισσότερα  τῶν      sτοιχείων τῆc   sυμβατικῆc   ἀριθμητικῆc   καί    επομένωc οὐ δυνάμεθα μετρίσειν  λέξειc   μέ  ἀριθμούc.    θά  έλεγε κανεῖc  ὅτι δυνάμεθα μετρὶσειν  ἀριθμούc  μέ  λέξειc .   Ὄποιοc  νομίζει ὅτι αἱ  λέξειc  τῆc   Ἐλληνικῆc     γλοτόc  δύνανται  μετριθεῖν ἤ  δύνανται εισχωρεῖν εν λεξικόν τίνα,  αὐτόc   ὁ   ἄνθρωποc  εἶναι ἄν  μή τί ἄλλο  ἀννόητοc.

Πρίν μάθωμεν  τάc    ἔννοιαc   τῶν   ρημάτων  τῶν   μεγάλων    επιβάλεται νά   μάθομεν  τάc    ἔννοιαc   τῶν   δέκα καί  ἑπτά απλῶν μονοsυλλάβων ρημάτων.  Ὑπάρχουν καί  τά  sύνθετα μονοσύλλαβα ρήματα.  Ἡ διαφορά  ἔει  ὅτι τά απλά sύγκειται ἐξ ἑνόc   sτοιχείου καί τά sύνθετα sύγκειται ἐκ περισσοτέρων τοῦ  ἑνόc   sτοιχείων.

Π, β, φ.  οιονεῖ  πίεσιν, βία, φόρσα.  ἕνα   sτοιχεῖον σέ   τρεῖc   ἐκδοχέc, ψιλή,  μεσαία,  δασέα. 
Κ, γ, χ.   οιονεῖ χῶρο  ψιλόν,  μεσσαῖον, δασύ.  Κε (ὁ  ἄνθρωποc.  Ψιλόc  οἱκίοc  χῶροc  είc  τάc  διαsτάσειc  τοῦ ανθρώπου).  Γε  (η γη) γειτονικόc χῶροc .  Χα  (το χάοc ) Μακρινόc χῶροc.
τ, δ, θ.  οιονεῖ χωροενέργειαν.  Ψιλή,  μεσαῖα, δασέα.

Εδώ θέλω νά   κάμω μία  ἀντιπαράθεση τοῦ   δ καί  τοῦ   θ.   τό  δ οιονεῖ ενέργειαν εν χώρω μεσαίω καί   τό  θ οιονεῖ ενέργειαν εν χώρω  δασύ καί ἄγνωsτον καί   ἀόριsτον.   Τό  ἐρώρημα  ἔει  ἄν   τό  ἐκτεινόμενον δ  μορφῇ δι ἤ  μορφῇ ιδ   ἀγγίζη  τό  θ.

Ἡ θεωρία  ὀφείλει νά   ισχυρίζεται ὅτι  τό  ἐκτεινόμενον δ οὐ δύναται  ἀγγίζειν  τό  θ   διότι   τό  δι καί   τό   ιδ  οιονεῖ  τό  επιτεταμένωc  ενεργεῖν εν χώρωι  μεσαίω  ενῷ τό  θ οιονεῖ εν δασύ χῶρο.  ἄλλο εἶναι  τό    επιτεταμένωc  ενεργεῖν εν  χῶρωι  μεσαῖωι καί   ἄλλο εἶναι  τό    επιτεταμένωc  ενεργεῖν εν χῶρωι    δασύ.  είc  τήν πράξιν ὅμωc   βλεπομεν ὅτι  υπάρχει κάποια σχέσιc.    Ἔχομεν  ὁ  Δίc   τοῦ   Διόc   είc  τήν μίαν  περίπτωσιν  καί  σέ  ἄλλη  περίπτωσιν  ἔχομεν   ὁ  Θέc   τοῦ   Θέοc.    Δέν θά  προχωρήσω  περισσότερον.

Ν    πορεία  εν χρόνωι. (χρονοτριβή, διατριβή, διαβίωσιc).
Ρ    ροή μιάc  χρονικῆc  περιόδου.
Λ    εξάπλωσιc,  διαsτολή, ἐξωτερίκευσιc,  επέκτασιc.
Μ   μάζα.  Sυσσώρευσιc, sυsτολή, τρόπω τινά τό  αντίθετον τοῦ Λ.


Το  ρῆμα   τό  περιβάλουν ὀκτώ  sτοιχειώδη χαρακτηριsτικά.
Ἐγκλίσειc
Διαθέσειc
Εἵδη
Σχήματα
ἀριθμοί
Πρόσωπα
Χρόνοι
Sυζυγίαι

Εγκλισιc   ἐsτι βούλημα ψυχῆc.  

Αἱ ἐγκλίσειc  ἔουσι πέντε.
Ὀριsτική
Προsτακτική
Εὐτική
Υποτακτική
Ἀπαρέμφατοc






Αἱ sυζυγίαι  τῶν    ρημάτων.

Αἱ sυζυγίαι  τῶν    ρημάτων ἔουσι δέκα καί  τρείc .
ἐξ  τῶν   βαρυτόνων.
Τρείc    τῶν    περιsπαομένων ἤ  παθητικῶν.
Τέσσαριc   τῶν   είc  μι.
Λέγονται sυζυγίαι  διότι   τά  ἐμπλεκόμενα  ρήματα εν κάθε μία ἐξ αὐτῶν φέρει ίδιον ζυγόν κλήσεοc.
Ἡ πρώτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επί τοῦ  πρώτου τῆc    ἀλφαβήτου sυμφώνου•  τό  β.  Καί    επιδη  τό  β εἶναι χειλικό καί   ἔχει καί  δύο  ἀδελφακία,  τό  χειλικό π  καί   τό  χειλικό φ, ὄλα μαζί   τά  λήγοντα είc  π,β.φ εντάττονται  εν  τῇ  πρώτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία.

Ἡ δευτέρα  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επι τοῦ   δευτέρου τῆc    ἀλφαβήτου sυμφώνου•   τό  γ.  Καί    επιδή  τό  γ εἶναι λαρυγγικόν  καί   ἔχει καί  δύο  ἀδελφάκια  τό  λαρυγγικόν κ  καί   τό  λαρυγγικόν χ, ὄλα μαζί  τά  λήγοντα είc  κ. γ. χ  εντάττονται εν  τῇ  δευτέρα  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία.

Ἡ  τρίτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επι τοῦ   τρίτου τῆc    ἀλφαβήτου sυμφώνου•  τό  δ. Καί    επιδή  τό  δ εἶναι δοντικόν καί   ἔχει καί  δύο  ἀδελφάκια  τό  δοντικόν τ  καί   τό  δοντικόν θ,  ὄλα μαζί  τά  λήγοντα είc   τ, δ, θ,  εντάττονται εν  τῇ   τρίτηι  τῶν   βαρυτόνων sυζυγίαι.

Ἡ τεττάρτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία ἐθεωρῆτο  από  τούc    γνωsτούc  παλαιούc  ἡ   περιλαμβάνουσα  τά  λήγοντα σέ  ζ καί    επιδή  τό  ζ  οὔκ  ἀρκοῦσε κατ’ αὐτόύc  γιά  νά   θεωρηθῇ sυζυγία, ἔπλασαν  τά  λήγοντα σέ  σσ,  καί  θεώρισαν αὐτό  τό   ἀλόκοτο σχῆμα  sυζυγία.  Κατ’ ἐμέ ἡ  τεττάρτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  οὔκ  υπόsταται (ὑφίsταται).   ίδομεν  ἀργότερα διά  τί.

Ἡ  πέμπτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επι  τῶν   τεσσάρων  ἀμεταβόλων.  λ, μ, ν, καί  ρ.

Ἡ  ἐκτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα   ρήματα μέ καθαρό  τό  ω.  Καθαρό εἶναι  τό  ω ὄταν πρό αὐτοῦ ἔη  βραχύ φωνήεν.   sτάω,  sτέω,  sτόω,  sτίω,  sτύω.

Ἔνιοι βλέπουν καί  ἐβδόμη sυζυγία μέ  τό  λήγοντα σέ  ξ καί  ψ.   Τό  ξ καί  ψ  ἔουσι  διπλά    ὥσπερ   καί   τό  ζ  καί  χρησιμοποιοῦνται  αποκληsτικᾶ  sτόν μέλλοντα καί   ἀόριsτο.  Ὄλαι αἱ  ἄλλαι χρήσειc  είc  τόν  ενεsτώτα εἶναι πλεοναsμόc  καί   υπέρβασιc  καί   ἀρχή τῆc    ἀνωμαλίαc.

Ἡ  ἐβδόμη sυζυγία  οὔκ ἔγινε   αποδεκτή  από  τούc    γραμματικούc  θεορόνταc   ὅτι    τό  ξ καί  ψ εἶναι  διπλά   καί  χρησιμοποιοῦνται είc  τόν  μέλλοντα τῆc   πρώτηc  καί  δευτέραc sυζυγίαc.   Ἐγῶ θεορῶ ὅτι   καί   τό  τρίτο διπλό,  τό  ζ, ἐχρησιμοποιῆτο σέ   ἀνιsτόριτουc  χρόνουc  είc  τόν  μέλλοντα καί   ἀόριsτο τῆc    τρίτηc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων.  Αὐτό φυσικᾶ ιsτορεῖ  ὅτι   ἡ  γλότα  ἔει  παμπάλαια καί  οἱ  γνωsτοί παλλαοί Ἔλληνεc  γραμματικοί  οὔκ ἔουσι  ἀρχαῖοι.  Ἡ  λογική τῆc   γραμματικῆc   προδίδει αὐτήν τήν γνῶσιν.


Θά μείνω λίγω ἐδῶ καί θά ἐξετάσω τάc τρείc πρῶταc sυζυγίαc.   Ἡ πρῶτη sυζυγία περιλαμβάνει τά λήγοντα σέ Π, Β, Φ.  Sτόν ενεsτώτα καί sτόν μέλοντα καί ἀόριsτον τά Π, Β, Φ  τρέπονται σέ Ψ καί ἔχομεν•
Τρέπ –ω          =       τρέπω
Τρέπ –σω        =       τρέψω.
ἔτρεπ –σα       =       ἔτρεψα.

Σκάβ –ω         =        σκάβω
Σκάβ – σω      =        σκάψω      =     κακῶc
ἔσκαβ –σα     =        ἔσκαψα      =     κακῶc   

τρέφ –ω         =         τρέφω
τρέφ –σω      =          τρέψω       =     κακῶς
ἔτρεφ –σα    =           ἔτρεψα     =     κακῶc

Παρατηράομεν ὅτι δέν γνωρίζωμεν ἄν ὁ μέλλων τρέψω εἶναι τοῦ τρέπω ἤ τοῦ τρέφω μέ συνέπεια νά ἔχωμεν τήν κατάργησιν τοῦ ἑνόc ἤ τοῦ ἄλλου από τήν καθομιλουμένην ἤ μέ συνέπεια τήν ἐφέβρεσιν τοῦ δευτέρου μέλλοντοc καί τοῦ δευτέρου αορίsτου τρεπῶ  καί τρεφῶ καί ἔτρεπον καί ἔτρεφον  παντελῶc ανοήτωc.   Τό τρεπῶ καί τό τρεφῶ αφενόc μέν δύναται είναι τῆc πρῶτης, δευτέραc ἤ καί τῆc τρίτηc sυζυγίαc τῶν περισπαομένων,  αφετέρου δέ,  δέν ενέχουν τό δασύ πνεύμα Σ τό οποῖον απαιτεῖ ὁ μέλλων.   Ὁ ἀόριsτοc τοῦ τρέφω  θά πρέπη νά εἶναι  τό ἔτρεφ –σα  καί ὁ ἀόριsτοc τοῦ σκάβω  θά πρέπη νά εἶναι ἔσκαβ - σα  Ὁ μέλων τοῦ τρέφω  θά πρέπη νά εἶναι  τό τρέφ-σω καί ὁ μέλων  τοῦ  σκάβω   θά πρέπη  νά  εἶναι  τό σκάβ - σω
Ἡ ἐφεύρεσιc  τοῦ δευτέρου μέλλοντοc καί τοῦ δευτέρου αορίsτου ἔγινε πρόc αποφυγή αὐτήc τῆc συγχύσεοc.  Τό σωsτό ὅμωc εἶναι νά έπαναφέρωμεν  τά  υπόλοιπα διπλά σέ χρήσι  καί νά αποφεύγωμεν τούc πλεονασμούc  ὅπωc εἶναι ὁ δεύτεροc μέλλων καί ὁ δεύτεροc αόριsτοc.

Οἱ γλωττολόγοι θά πρέπη νά ασχοληθοῦν λίγο μέ αὐτό τό θέμα καί νά  επιδιώξουν τήν προσθήκη τῶν ἐξ μή υπαρκτῶν διπλῶν sτήν καθομιλουμένην.   Ἡ γραπτή  διάλεκτοc δέν ἔχει πρόβλημα  διότι δύναται ὁ γράπτηc (γράφων) νά χρησιμοποιῆ τά μή υπαρκτά διπλά εν διαsτάσει ὡσπερ ἡ γλότα τῶν Ἀγγλων.  ἔτρεφ –σα,  τρέγ –σω,  σκάβ-σω,  ἔσκαβ –σα,   αντί γιά ἔτρεψα, τρέψω, σκάψω καί ἔσκαψα.

Καί θέλω νά καταλήξω sτό ὅτι ἡ πρῶτη sυζυγία πρέπει νά τριχοτομηθῆ.
Πρῶτη μέροc Α
Πρῶτη μέροc Β
Πρῶτη μέροc Γ
Διά νά ἔχωμεν•
Α1, Β1, Γ1   γιά τήν πρώτη
B1, B2, B3  γιά τήν Δευτέρα.
Γ1, Γ2, Γ3   γιά τήν Τρίτη.

ἤ  δυνάμεθα ειπεῖν ὅτι αἱ sυζυγίαι εἶναι•

1.......ειc    ΑΩ
2.......ειc    ΒΩ
3.......ειc    ΓΩ
4.......ειc    ΔΩ
5.......ειc    ΕΩ
6.......ειc    ΘΩ
7.......ειc    ΙΩ
8.......ειc    ΚΩ
9.......ειc    ΛΩ
10.....ειc    ΜΩ
11.....ειc    ΝΩ
12.....ειc    ΟΩ
13.....ειc    ΠΩ
14.....ειc    ΡΩ
15.....ειc    ΤΩ
16.....ειc    ΥΩ
17.....ειc    ΦΩ
18.....ειc    ΧΩ

Καί ἔχομεν δέκα καί ὀκτώ,  ὄσεc καί αἱ προθέσειc.







Αἱ sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν
Αἱ  τρεῖc    sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων εντάσονται είc τά κατά διάλεκτων ιδιάζοντα καί γνώμιν μου εἶναι ὅτι εντάσονται είc τά ἐργαλεία τῶν ποιητῶν καί ὅτι περί παμπαλαιότητοc εἶναι ὄλα ἀτυχέsτατα.   Οἱ παμπάλαιοι  Αιολέεc δέν τάc  εἶχαν.
Αἱ  τρεῖc    sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων γίνονται ἐκ τῆc   ἐκτῆc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων.   Τά  λήγοντα τῆc   ἐκτῆc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων  εν εω,  αω καί  οω  μᾶc  δόουν τήν πρώτη,  τήν δευτέρα  καί  τήν  τρίτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων.
                      Ἡ  πρώτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν ἐω.  δέω,  sτέω,  ἀγαπέω, πονέω, κοsμέω. Αἱ τελευταῖαι δύο sυλλαβαί   ἀφοῦ  υποsτοῦν  τό  πάθοc  τῆc   sυναλοιφῆc, γίνονται μία sυλλαβή.  sυναλοιφή  ἔει  ἡ  κατά     τά  φωνήεντα ἔνωσιc  δύο αυλλαβῶν.  Γίνεται δέ  κατά    τρόπουc    επτά.   Ἀπλούc  μέν τρείc   καί  sυνθέτουc  δέ τέσσαριc.
1.   Κατά     ἔκθληψιν.   Καί    ὁ   οριsμοc  τῆc   ἐκθλιψεοc  ἔει.   ἐκθλιβομένου  φωνήεντοc  βραχέοc     sυνεκθλήβεται  καί    ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ.
2.   Κατά     κράσιν.       Καί   ὁ  οριsμοc  τῆc   κράσεοc  ἔει.  φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc                                         μεταφέρεται  ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ τῷ γειτινουντι φωνήεντι.
3.   Κατά    sυναίιρεσιν.  Τό Α•ι• γίγνεται  ᾷ μέ τό   ι προσγεγραμένον καί  ἄφωνον. (ἐδῶ γενιοῦνται πολλά ἐρωρήματα.)
4.   Κατά    ἔκθληψιν  καί  κράσιν.
5.   Κατά     ἔκθληψιν  καί  sυναίιρεσιν.
6.   Κατά    κράσιν καί  sυναίιρεσιν.
7.   Κατά     ἔκθληψιν  καί  κράσιν  καί  sυναίιρεσιν.

ἄν  κατανοήσωμεν  τούc    πρώτουc  τρείc   οἱ   υπόλοιποι τέσσαριc   γίνονται   εὐκόλωc.

                           Ἡ  Πρώτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν     εω.  Τό  δέω γίνεται δῶ  καί    τό   sτέω γίνεται  sτῶ  καί    τό   ἀγαπέω γίνεται  ἀγαπῶ  καί   τό  πονέω  γίνεται πονῶ  καί   τό  κοsμέω γίνεται κοsμῶ  κατόπιν ἐκθλίψεοc  καί  οὐχί sυναιρέσεοc.    Ἔχομεν δύο sυλλαβάc•   Τήν  ω καί  τήν ἐμπεριέχοντα   τό ε.   Τό  ω  ἔει  μακρόν.   ἔχει δύο χρόνουc.    τό  ε  ἔει  βραχύ.   ἔχει  ἕναν χρόνο.   Τό   αποτέλεsμα  τό  ὀποῖον   επιθυμοῦμε   ἔει   μία sυλλαβή μακρά.   Μία sυλλαβή  μέ  δύο  χρόνουc.    Τό  ω  οὐ δύναται νά   φύγη   διότι   ἔχει  δύο  χρόνουc.    τό  ε   φεύγει καί   μαζί του φεύγει  καί   ὁ   χρόνοc  αὐτοῦ   διότι  οὐ  χρηάζεται.   Οὐ  χρηάζεται   διότι    ἔχομεν   τούc    δύο   επιθυμιτούc   χρόνουc   εν  τῷ  ω.   Καί    ὁ   ὀριsμόc  τῆc   ἐκθλίψεοc  ἔει.   Ἐκθλιβομένου  φωνήεντοc  βραχέοc   sυνεκθλίβεται  καί    ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ.
                                Ἡ  δευτέρα sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν     αω….  δαω,  sτάω,  ἀγαπάω, πονάω, κοsμάω.  ἐδῶ  παρατηράομεν  ὅτι   γίνεται  τό  ίδιον  τό  ὀποῖον γίνεται καί   sτήν πρώτη  τῶν     περιsπαομένων sυζυγία.    Τό  δάω γίνεται δῶ καί    τό   sτάω γίνεται  sτῶ  καί    τό   ἀγαπάω γίνεται  ἀγαπῶ  καί   τό  πονάω  γίνεται πονῶ  καί   τό  κοsμάω γίνεται κοsμὼ  κατόπιν ἐκθλίψεοc  καί  οὐχί sυναιρέσεοc.  

                              Ἡ  τρίτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν   οω….  δόω,  sτόω,  ἀγαπόω, πονόω, κοsμόω.  Ἐδῶ  παρατηράομεν  ὅτι   γίνεται  τό  ίδιον  τό  ὀποῖον γίνεται καί  είc  τήν  πρώτη καί  είc  τήν δευτέρα  τῶν     περιsπαομένων sυζυγία.    Τό  δόω γίνεται δῶ  καί    τό   sτόω γίνεται  sτῶ  καί    τό   ἀγαπόω γίνεται  ἀγαπῶ  καί   τό  πονόω  γίνεται πονῶ  καί   τό  κοsμόω γίνεται κοsμῶ κατόπιν ἐκθλίψεοc  καί  οὐχί sυναιρὲσεοc.  

Ἔχω χρησιμοποιήσει  δέκα  καί  πέντε   Ἐλληνικέc   λέξειc .

πρώτη               δευτέρα            τρίτη
sυζυγία             sυζυγία             sυζυγία

δέω.                  δάω.                  δόω.
sτέω.                 sτάω.                sτόω.
αγαπέω.            ἀγαπάω.           ἀγαπόω.
πονέω.              πονάω.             πονόω.
κοsμέω.            κοsμάω.           κοsμόω.   
  
Ἔχω  παραλάβει   μόνον πέντε  λέξειc .    Τό  δῶ,   τό    sτῶ,   τό   ἀγαπῶ,  τό  πονῶ  καί    τό  κοsμῶ.  
Ἄν θελησω  νά    διαιρέσω   δέκα  καί  πέντε  λέξειc,    τό   αποτέλεsμα  ἔσεται  ἀμφισβιτούμενον. 

                                  Διαίρεσιc   ἔει   τό  πάθοc   τό  ὀποῖον   επαναφέρει  ὅτι   κάνει ἡ  sυναλοιφή.  είc  τήν  περίπτωσίν μαc  διαιρέονταc   τό  ω  λαμβάνομεν  ἤ   εω  ἤ    αω   ἤ  οω.   Ἄδυνατον  ἔει νά    γνωρίζωμεν  ποῖο   ἔει    τό   σωsτόν.  Ἤδη   ἔχει   ἀρχίσει νά    φαίνεται   ὅτι    τά  παθητικά ἔη προβληματικά.   Ἐπιφέρουν   ἀsάφεια.   Ἀc  προχωρήσομεν ὅμωc    καί  είc   τά  πάθη   τῶν    υπολοίπων  πτώσεων   τῶν   τριῶν  sυζυγιῶν.

Ἡ  πρώτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (Κατά  τούc    παλαιούc. )

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc               


sτέω.                                               sτῶ               
sτέειc                                              sτεῖc               
sτέει                                               sτεῖ                
sτέομεν                                          sτοῦμεν              
sτέετε                                            sτεῖτε                
sτέουσι                                          sτουσι               

Παρατηράομεν   ὅτι   είc  τήν πρώτη  sυζηγία,  είc    τό  πρῶτον ενικόν πρόσωπον,  ἐκθλήβεται  τό  ε   καί  sυνεκθλήβεται  καί    ὁ   χρόνοc   τοῦ   ε.  είc     τό   δεύτερον ενικόν  ἐκθλήβεται   τό  ε   τῆc    ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι τῆc   ληκτικῆc   μέ   τό  ε  τοῦ   θέματοc.   Καλῶc   ἐδῶ  αὐτό γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι   ὀφείλεομεν νά    φιλάξωμεν   τό   θέμα   sτε   ἀναλοίοτο.   τό  θέμα  προδίδει  τήν  sυζυγία.  Ἄν   ἀλοιόσωμεν   τό  ε,   οὐ  δυνάμεθα γνωρίζειν  διά  ποίαν sυζυγία  πρόκειται. 
Ειc   τό  τρίτον  ενικόν πρόσωπον ἐκθλήβεται   τό  ε τῆc   ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι  τῆc   ληκτικῆc  μέ  τό  ε   τοῦ   θέματοc.  
Ειc   τό  πρῶτον  πληθυντικόν  γίνεται  κράσιc.   Ὁ  ὀριsμόc  τῆc   κράσεοc    ἔει   φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc   μετεφέρεται   ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ  τῷ γειτονοῦντι φωνήεντι καί  ἐκτείνει αὐτό. Ἐν  τῇ   αὐτη  περιπτώσει, φθείρεται  τό  ε  τοῦ   θέματοc  καί  εισελθών  ὁ  χρόνοc  τοῦ   ε  εν τῷ ο, ἐκτείνει  τό  ο σέ  ου.  ἐδῶ, εγῶ,  κακῶc  λέγω γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  οὐ πρέπει νά   φθαρῇ  τό  ε  τοῦ   θέματοc  καί  νά   θηχθῇ  ἡ  sυζυγία.  Δύναται νά   φθαρῇ  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ νά   εισέλθη τῷ ε  καί  νά   ἐκτείνη αὐτό ἤ  σέ  η  ἤ  σέ  ει ἤ  σέ  ευ.
ειc   τό  δεύτερον πλυθηντικον  ἔχομεν  κράσιν.  Κάλωc    ἔχομεν κράσιν  κατ’αυτόν  τόν  τρόπον.  φθείρεται  τό  ε  τῆc   ληκτικῆc   καί   ὁ  χρόνοc   αὐτοῦ μεταβιβάζετε τῷ ε  τοῦ    θέματοc.  
Ειc   τό  τρίτον  πλυθηντικόν   φθείρεται  τό  ε κακῶc.   Ἄν  φύγει   τό  ε,  οὐ γνωρίζομεν  ὅτι   πρόκειται διά  τήν πρώτήν sυζυγίαν.  Φαίνεται  ὅτι   πρόκειται  διά  τήν  τρίτήν sυζυγίαν.  Ἡ   ἔκθληψιc  καλῶc  γίνεται ἀλλά οὐ ὄφειλε ἐκθληφθεῖν  τό  ε   ἀλλά  τό  ο εν  τῇ  πρώτη sυζυγία   τῶν     περιsπαομένων  ἤ   παθητικῶν.



Ἡ  δευτέρα sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc     ἐξηc.  (Κατά  τούc    παλαιουc. )
Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc                

sτάω.                                               sτῶ
sτάειc                                               sτᾷc
sτάει                                                sτᾷ

sτάομεν                                           sτῶμεν
sτάετε                                             sτῆτε
sτάουσι                                           sτῶσι

Παρατηράομεν   ὅτι   είc  τήν δευτέρα  sυζυγίαν,  είc   τό  πρῶτον ενικόν πρόσωπον  ἐκθληβεται  τό  α  καί  sυνεκθλήβεται  καί    ὁ  χρόνοc  τοῦ   α.  είc    τό   δεύτερον ενικόν  ἐκθλίβεται   τό  ε   τῆc    ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι τῆc   ληκτικῆc   μέ   τό  α τοῦ   θέματοc.   Καλῶc   ἐδῶ   γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  ὀφείλεομεν νά    φιλάξωμεν   τό   θέμα  μαc   ἀναλοίοτο.   Τό  θέμα  προδίδει  τήν  sυζυγία.  Ἄν   ἀλοιόσωμεν   τό  α οὐ  δυνάμεθα γνωρίζειν  διά  ποίαν sυζυγία  πρόκειται. 
Ειc   τό  τρίτον  ενικόν πρόσωπον ἐκθλήβεται   τό  ε  τῆc   ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι  τῆc   ληκτικῆc  μέ  τό  α  τοῦ   θέματοc. 
ειc   τό  πρῶτον  πληθυντικόν  γίνεται  κράσιc.   ὁ  ὀριsμόc  τῆc   κράσεοc    ἔει   φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc   μετεφέρεται   ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ  τῷ γειτονοῦντι φωνήεντι καί  ἐκτείνει αὐτό. εν  τῇ   αὐτῇ  περιπτώσει, φθείρεται  τό  α τοῦ   θέματοc  καί  εισελθών  ὁ  χρόνοc  τοῦ   α εν τῷ ο, ἐκτείνει  τό  ο σέ  ω.  ἐδῶ, εγῶ,   υποsτηρίζω  ὅτι    κακῶc  γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  οὐ  πρέπει νά   φθαρῇ  τό  α τοῦ   θέματοc  καί  νά   θιχθῆ  ἡ  sυζυγία.  δύναται νά   φθαρῇ  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ νά   εισέλθη τῷ α καί  νά   ἐκτείνη αὐτό ἤ  σέ  α μακρόν ἤ  σέ  αι  ἤ  σέ  αυ.
ειc   τό  δεύτερον πλυθηντικόν  ἔχομεν  κράσιν.  Κακῶc    ἔχομεν κράσιν  κατ’αυτόν  τόν  τρόπον.  φθείρεται  τό  α  τῆc   ληκτικῆc   καί   ὁ  χρόνοc   αὐτοῦ μεταβιβάζετε τῷ ε   τοῦ    θέματοc   καί  ἐκτείνει αὐτό σέ  η.  οὐ πρέπει νά   φθαρῇ  τό  α τοῦ   θέματοc  καί  νά   θιχθῆ  ἡ  sυζυγία.  δύναται νά   φθαρῇ  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ νά   εισέλθη τῷ α καί  νά   ἐκτείνη αὐτό ἤ  σέ  α μακρόν ἤ  σέ  αι  ἤ  σέ  αυ. 
Ειc     τό  τρίτον  πρόσωπον  φθείρεται  τό  υ καί  γίνεται κράσιc  τοῦ   α καί  τοῦ   ο•  πολλά  πάθη καί  πολλά  λάθη•    κακῶc.   Ἄν  φύγει   τό  α,  οὐ γνωρiζομεν  ὅτι   πρόκειται διά  τήν δευτέραν sυζυγίαν.  φαινεται  ὅτι   πρόκειται  διά  τήν  τρίτήν sυζυγίαν.  ἡ   ἔκθληψιc  καλῶc  γίνεται  ἄλλά   οὐκ   ὄφειλε ἐκθληφθεῖν  τό  α   ἀλλά     τό  ο  καί  θά   ἔχωμεν  sταῦσι.  Βλέπονταc   τό   sταῦσι γνωρίζομεν  ὅτι   πρόκειται διά  τήν δευτέραν sυζυγίαν.




Ἡ   τρίτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξηc.  (Κατά  τούc    παλαιουc. )

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc
              
sτόω.                                              sτῶ            
sτόειc                                              sτοῖc            
sτόει                                               sτοί  
             
sτόομεν                                          sτοῦμεν             
sτόετε                                            sτοῦτε              
sτόουσι                                          sτοῦσι 

    Παρατηράομεν   ὅτι   είc  τήν  τρίτήν  sυζηγία είc    τό  πρῶτον ενικόν πρόσωπον  ἐκθλήβεται  τό  ο  καί  sυνεκθληβεται  καί    ὁ   χρόνοc   τοῦ   ο. είc     τό   δεύτερον ενικόν  ἐκθλιβεται   τό  ε   τῆc    ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι τῆc   ληκτικῆc   μέ   τό  ο τοῦ   θέματοc.   Καλῶc   ἐδῶ   γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  ὀφειλέομεν νά    φυλάξωμεν  τό   θέμα   sτο   ἀναλοίοτο.   Τό  θέμα  προδίδει  τήν  sυζυγία.  Ἄν    ἀλοιόσωμεν   τό  ο  οὐ  δυνάμεθα γνωρίζειν  διά  ποῖαν sυζυγία  πρόκειται.
Ειc    τό  τρίτον  ενικόν πρόσωπον ἐκθλήβεται   τό  ε τῆc   ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι  τῆc   ληκτικῆc  μέ  τό  ο  τοῦ   θέματοc. 
Ειc    τό  πρῶτον  πληθυντικόν  γίνεται  κράσιc.   ὁ  ὄριsμόc  τῆc   κράσεοc    ἔει   φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc   μετεφέρεται   ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ  τῷ γειτονοὺντι φωνήεντι καί  ἐκτείνει αὐτό. εν  τῇ   αὐτη  περιπτώσει, φθείρεται  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί  εισελθών  ὁ  χρόνοc  τοῦ   ο εν τῷ ο, ἐκτείνει  τό  ο σέ  ου.  καλή διαδικασία  ἀλλά λάθοc    επιλογή ἐκτάσεοc.   Τό  ο δύναται νά   ἐκταθῆ σέ  ω  πρόc    αποφυγεῖν  τῶν   πολλῶν γραμμάτων.  Αὐτό φυσικᾶ ταυτίζεται καί  μέ τήν δευτέραν sυζυγίαν.  θά   τό  δοῦμε  ἀργότερα. 
Ειc    τό  δεύτερον πλυθηντικόν  ἔχομεν  κράσιν.  Καλῶc    ἔχομεν κράσιν  κατ’αυτόν  τόν  τρόπον.  Φθείρεται  τό  ε  τῆc   ληκτικῆc   καί   ὁ  χρόνοc   αὐτοῦ μεταβιβάζετε τῷ ο  τοῦ    θέματοc  ἐκτείνονταc   αὐτό  σέ  ου.  Δύναται ἐκταθεῖν σέ   ω  καί  κατ’εμέ ὄφειλε ἐκταθεῖν σέ   ω.
Ειc     τό  τρίτον  πρόσωπον  φθείρεται  τό  ο  τῆc   ληκτικῆc.   Πολύ  καλῶc. 

    

Τό πρῶτο ενικόν πρόσωπον τῆc   πρώτηc   καί   δευτέραc   καί   τρίτηc  sυζυγίαc  ὀμοιοκαταληκτεῖ.  Αὐτό εἶναι μυονέκτημα  τῶν   τριῶν sυζυγιῶν  τῶν    περιsπαομένων. οὐ νομίζω  ὅτι   δύναται νά   γίνη κάτι ὥsτε νά   διορθωθῆ αὐτό  τό  μυονέκτημα.    επίσειc   τό  πρῶτο πληθυντικόν τῆc   πρώτηc  sυζυγίαc  καί   τό  πρῶτον πληθυντικόν τῆc    τρίτηc  sυζυγίαc  ὀμοιοκαταληκτοῦν.  Ἐπίσειc   τό  τρῖτον  πληθυντικόν τῆc   πρώτηc  sυζυγίαc  καί   τό  τρῖτον πληθυντικόν τῆc    τρίτηc  sυζυγίαc  ὀμοιοκαταληκτοῦν.   Αὐτό  ἔει   κακοsυνθεσία.   ἔχουν προβεῖ σέ  πάθοc   κατά    τρόπον  ἀνορθόδοξον  διαμορφώνονταc    τό  πρῶτον καί  τρῖτον πρόσωπον τῆc  πρώτηc  καί τῆc  τρίτηc   sυζυγίαc.   Αὐτό  ὀφείλομεν νά    τό  διορθώσωμεν.




Αἵ τρείc   sυζυγίαι κατά    τόν  ἐμον τρόπον.


Ἡ  πρώτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (κατ’εμέ)

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc 
              

sτέω.                                               sτῶ
sτέειc                                               sτῇc               
sτέει                                                sτῇ  
             
sτέομεν                                            sτημεν
sτέετε                                              sτητε                  
sτέουσι                                            sτευσι            


ἡ  δευτέρα sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (κατ’εμέ)

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc

sτάω.                                              sτῶ      
sταειc                                              sτᾷc              
sταει                                               sτᾷ
                
sταομεν                                           sταμεν        
sταετε                                             sτατε          
sταουσι                                           sταυσι     

Ἡ   τρίτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (κατ’εμέ)

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc
              

sτόω.                                               sτῶ            
sτόειc                                               sτῷc            
sτόει                                                sτῷ
            
sτόομεν                                           sτῶμεν           
sτόετε                                             sτῶτε
sτόουσι                                           sτοῦσι  

    εχω χρησιμοποιήσει πέντε ίδιαc   λέξειc   καί  είc  τάc     τρείc   sυζυγίαc.    τό  δω  υπάρχει καί  είc  τάc     τρείc  sυζυγίαc.   δέω, δάω, δοω.   τό   sτῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc      sτάω τῆc   δευτέραc  sυζυγίαc.    τό   ἀγαπῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc      ἀγαπάω τῆc   δευτέραc  sυζυγίαc.    τό  πονῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc     πονάω τῆc   δευτέραc  sυζυγίαc.    τό  κοsμῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc     κοsμέω τῆc πρώτηc  sυζυγίαc.   ἐδῶ  θελω νά   σημειόσω  ὅτι   μία λέξιc  ἄν οὐκ    ἔχει χρησιμοποιηθῇ   από κάποιον sυγραφέα οὐ παῦει νά   εἶναι λέξιc.    ἄλλο λέξιc  καί   ἄλλο λόγοc.   ἡ  λέξιc  sυγκροτεῖται  από sυλλαβάc.  αἱ sυλλαβαί  από   sτοιχεῖα  καί   ὁ  λόγοc   από  λέξειc   καί  νόα.  αὐτό  τό  ὀποῖον πράττω ἐδῶ   ἔει  ἡ  διδαχή πῶc  κλίνονται  τά   ρήματα είc  τάc    τρείc   sυζυγίαc   τῶν    περιsπαομένων.  τί εννοεῖ  τό   ἀγαπόω ἤ   τό   ἀγαπέω ἤ   τό  πονόω ἤ   τό  κοsμό οὐκ    ἔει  τοῦ  παρόντοc.

βέβαιον  ἔει   τό   ὅτι  αἱ  λέξειc   ἔουσι  ἀμέτριται καί οὐ χοροῦν σέ  κάνενα λεξικόν  κανενόc.   Ἄν αἱ  λέξειc   εννοοῦν κάτι ἐξαρτάεται  από  τούc    χρηsτέc.    ὁ  χρήsτηc  διά  νά   δόση έννοια  sτήν λέξι  ὀφείλει νά   γνωρίζη καλά τήν  τῶν     Ἐλλήνων γραμματική  καί  νά    ἔχει υγειέc  νόα. αἱ  λέξεεc    μόνεc οὐκ    ἔχουν ἔννοια  καί   οὔκ ἔουσι σιδηροδέsμιαι σέ  κανένα κανενόc  λεξικόν.

Εἶμαι πεπειsμένοc   ὅτι    ὁ  χρησιμοποιών λεξικόν  ἔει   περίεργοc  ἤ  μή γνώsτηc   τῶν   γραμμάτων καί   τῶν   κανόνων τῆc   γραμματικῆc.    Από  τά   γράμματα παμέ  sτάc  sυλλαβάαc  καί   από τάc    sυλλαβάc  παμέ  sταc   λέξειc    καί   από τάc     λέξειc   παμέ είc   τό  ὄνομα καί   από  τό  ὄνομα πάμε  sτόν λόγο  ἄν   ἔχομεν νόα.

ο γνώsτηc   τῶν   γραμμάτων καί   τῶν   κανόνων τῆc   γραμματικῆc    ἔχει τήν δυνατότητα νά   τμήση όποια λέξι σέ  sυλλαβάc  καί  νά   δεῖ τήν σημασίαν αὐτῆc  ἄν  ἡ  λέξιc   ἔει    Ἐλληνική•  ἄν  όχι,  ὀφείλει νά   μήν  ἀσχοληθῇ.  Μή ξεχνάετε τί ἔλεγαν οἱ  παλαιοί.  Η  οικουμένη χορίζεται σέ  δύο.    Ἐλληνικα τε καί  βαρβαρα.    τά    Ἐλληνικα  ἔει sαφήνεια, sυντομία, κυριολογία,  εὐsυνθεσία, καί απρέπεια. Καί τά βάρβαρα ἔει, ἀsάφεια, μακρολογία, ἄκυρολογία, κακαsυνθεσία, απρέπεια.

Ούτε καν μία σχέσι μέ  τό αἱμα. Ούτε καν μία σχέσι μέ τήν γεννιά. οὐ γεννιόμαsτε Ἔλληνεc.    Ὀφείλομεν νά    γίνωμεν Ἔλληνεc   καί    υπάρχουν   πολλοί Ἔλληνεc   ἀνα τόν  κόsμο. 
Ἀδιαννόητον  ἔει  ἕναc  διδάσκαλοc  τῆc   Ἐλληνικῆc    ἤ  ἕναc  Ἔλλην νά   χρησιμοποιῆ λεξικά.   Γράμμα  γράμμα, sυλλαβή sυλλαβή, βλέπειc  τήν ἔνοια τῆc   λέξεοc.    ἄν  γνωρίζηc  τήν   Ἐλληνικήν γραμματικήν  δύνασαι νά   παράγσηc  ὄσεc  καί  ὄποιεc   λέξειc   χρηάζεσαι διά  τήν παραγωγήν λόγου. 

 Ἡ  γραμματική ενόνει  τά    sτοιχεῖα καί   τά  κάνει μέροc  λόγου.   απούσηc  τῆc   γραμματικῆc, περιοριζόμαsτε σέ  ἕναν μικρόν  ἀριθμό λέξεων διά  τήν παραγογῆ λόγοῦ.  πόσαc   λέξεαc   δύναται νά   sυλλάβη  ὁ  νόυc  τοῦ    ανθρώπου;  Πολύ λίγαc   εν sυγκρίσει μέ αὐτάc   τάc    ὀποῖαc  δύναται νά   παράγση. 

τά ἐμπλεκόμενα  ρήματα είc  τάc    τρείc   sυζυγίαc   τῶν    περιsπαομένων  τά  ὀνομὰζομεν sυνειρημένα  καταχρηsτικῶc.  κατ’εμέ κακῶc.   Ἐγῶ  τά  ὀνομάζω παθητικά  διότι   ἔχουν  υποsτῆ  τό  πάθοc  τῆc   sυναλοιφῆc  γενικότερα καί  οὐχί μόνον τό  πάθοc  τῆc   sυναιρέσεοc  ειδηκότερα.   Τό   ἀsυναίρετο  ἔει   τό  μή παθητικόν.   Τό   πλήρεc  τῆc    γραφῆc.   καί  ὄταν  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  φυλλὰττεται,  φυλὰττετται καί  ἡ  δύναμιc  τῆc   λέξεοc   λέγει παλαιὸc  γραμματικὸc.

Οἱ ποιηταῖ καλῶc  χρησιμοποιοῦν   τούc    κανόναc   τῶν   παθων διά  τάc     ἀναγκαc  αὐτῶν.  οἱ   ἄλλοι  ἄνθρωποι  οὔκ ἔουσι ποιηταί καί  ἡ   χρῆσιc   τῶν   παθῶν οὐ ποιεῖ αὐτόύc  ποιητάc.   Ὀφείλομεν νά   χρησιμοποιέωμεν  τά  μή παθητικά  ἄνευ πάθουc  σέ  ὄλλουc   τούc    χρόνουc, ἐγκλήσειc  καί  πτῶσειc.   Διά  τί νά   λέμε  ἀγαπάω   sτό πρῶτο πρόσωπον μέ  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc    καί   αντί γιά αγαπάειc sτό δεύτερον πρόσωπον  νά λέμε  ἀγαπᾷc    μετά  κράσεοc καί sυναιρέσεοc.    Ἡ  λέξιc   ἀγαπάειc  φέρει  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  καί οὐ χρησιμοποιεῖται.

Αἱ τέσσεραι sυζυγίαι  τῶν   είc  μι 

Αἱ τέσσεραι sυζυγίαι  τῶν   είc  μι  γίνονται ἐκ τῆc   ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων.  Ἔνιοι λέγουσι  αἱ τρείc    πρῶται  ἐκ  τῶν   τριῶν  περιsπαομένων καί  ἡ  τεττάρτη  ἐκ τῆc   ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων.  Ἐγῶ λέγω  ὅτι   καί αἱ τέσσεραι γίνονται ἐκ τῆc   ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων κατ’αυτόν τόν  τρόπον.

Ἡ  πρώτη ἐκ  τῶν   ληγόντων είc  εω  ὥσπερ   καί  ἡ  πρώτη  τῶν    περιsπαομένων.
Ἡ  δευτέρα ἐκ  τῶν   ληγόντων είc   αω  ὥσπερ   καί  ἡ  δευτέρα  τῶν    περιsπαομένων.
Ἡ   τρίτη ἐκ  τῶν   ληγοντων είc  οω  ὥσπερ   καί  ἡ   τρίτη  τῶν    περιsπαομένων.
Ἡ  τεττάρτη ἐκ  τῶν   ληγόντων είc  ιω  ἤ  υω.

 Ἐδῶ   θελω νά   σημειώσω  ὅτι  οὐχ    υπάρχουν   λήγοντα  ρήματα σέ  ηω καί  σέ  ωω.
Γνωρίζω πολύ καλά  ὅτι    τά   ἔχουν χρησιμοποιήσει οἱ  νεότεροι γραμματικοί.   Τό  ζήω καί  ἄλλα πολλά.  Ἐγῶ  τό  θεωρῶ  ἀννόητο.   Τό  ἡ  ενέχει   δύο χρόνουc.   Τό  ω ενέχει   δύο χρόνουc.   Δύο sυλλαβαί  φέρουσαι τέσσεραc   χρόνουc οὐ δύναται sυναλοιφθεῖν•  οὔτε κατά    ἔκθληψιν,  ουτε κατά    κράσιν.   Τό  η  ἔει   αποτέλεsμα κράσεοc    ἔχονταc  τήν δύναμιν τοῦ   ε  καί  τόν  χρόνον ἑνόc  ἐκ  τῶν   τριῶν φωνηέντων ε,α,ο.
Το ω    επίσηc    ἔει   αποτέλεsμα κράσεοc    ἔχονταc  τήν δύναμιν τοῦ    ο καί  τόν  χρόνον ἑνόc  ἐκ  τῶν   τριῶν φωνηέντων ἐ,α,ο, ἢ τοῦ c ἤ τοῦ ν.
Τό α  τό  μακρόν   επίσηc    ἔει   αποτέλεsμα κράσεοc    ἔχονταc  τήν δύναμιν τοῦ   α καί  τόν  χρόνον ἑνόc  ἐκ  τῶν   τριῶν φωνηέντων ε,α,ο.
Το α  τό  μακρόν καί   τό  ἡ  καί   τό  ω δύνανται  υποsτεῖν ὄπου καί  νά   βρίσκονται  τό  πάθοc  τῆc   διαιρέσεοc.

Ἕνα  ρῆμα  είc  μι sυγκροτεῖται κατ’αυτόν τόν   τρόπον.
1.     Ἄν  ἔη  τό   ρῆμα δισσύλλαβο, διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή διά  νά    ἔχομεν τρισύλλαβο λέξι.

         Ὁ  διπλασιαsμόc  γίνεται κατ’αυτόν τόν  τρόπον.  Ἄν  ἡ  λέξιc   ἀρχίζη  από S  ἤ  φωνήεν, τότε είc  τήν   ἀρχην τῆc   λέξεοc   προsτίθεται  τό  ι.  Ἄν  ἡ  λέξιc   ἀρχίζη  από ἄφωνον   sύμφωνον τότε είc  τήν  ἀρχήν τῆc   λέξεοc   προsτίθεται  τό    αντίsτοιχον ψιλόν τοῦ    ἀφώνου μέ  τό  ι ἤ  ε.

2. Ἐκτείνεται  τό  βραχύ φωνήεν τῆc   παραληγούσηc. 

3.      Ἀντικαταsτάεται   τό  ω μέ  τό  μι καί

4.  μεταφέρεται  ὁ  τόνοc  είc  τήν προπαραλήγουσα.
Ἔχομεν  τό  βαρύτονον θέω.

1.  τιθέω             διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                           τήν  τι
2.  τιθήω             ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η
3.  τιθήμι           ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4. τίθημι           μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc  τήν
                         προπαραλήγουσα.

ἔχομεν  τό  βαρύτονον δόω.

1.  διδόω              διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                             μέ  τήν  δι
2.  διδώω             ἐκτείνεται  τό  ο σέ  ω
3.  διδώμι            ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  δίδωμι            μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                            τήν προπαραλήγουσα.


ἔχομεν  τό  βαρύτονον  sτάω.

1.  ιsτάω                 διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                               μέ   τό  ι
2.  ιsτάω                ἐκτείνεται  τό  α σέ  α μακρόν
3.  ιsτᾶμι               ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ίsταμι               μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                              τήν προπαραλήγουσα.


ἔχομεν  τό  βαρύτονον  sτέω.

1.  ιsτέω                  διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                                μέ  τό  ι
2.  ιsτήω                 ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η
3.  ιsτῆμι                ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ίsτημι               μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc  τήν
                              προπαραλήγουσα.

ἔχομεν  τό  βαρύτονον  sτοω.

1.  ιsτόω            διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                           μέ  τό  ι
2.  ιsτώω            ἐκτείνεται  τό  ο σέ  ω
3.  ιsτῶμι           ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ίsτωμι           μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                          τήν προπαραλήγουσα.


ἔχομεν  τό  βαρύτονον ἕω(φέρει δασεία)   τό  απομακρύνομαι (από τον άνθρωπο).

1.  ἱέω             διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                        τό  ι
2.  ἱήω            ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η
3.  ἱῆμι           ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ἳημι           μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                     τήν προπαραλήγουσα

Αἱ περιπτῶσειc  1 καί  2 καί  3  οὔκ ἔουσι  ρήματα.   μόνον ἡ   περίπτωσιc  τῆc   τέσσερα   ἔει  ρῆμα.
Ειc  τήν περίπτωσιν 2 ἐκτείνεται τό φωνήεν τῆc παραληγούσηc καί είc τήν περίπτωσιν 3  η λήγουσα sυsτέλεται.

Κατά τόν  ίδιον τρόπον  γίγνεται καί   τό  ἔω(φέρει ψιλή)  το εἶμαιμ υπάρχω.  Ἡ  διαφορά  ἔει  είc  τήν δασεία   αντί τῆc   ψιλῆc.   ἔω, ιέω, ιῆμι, ἴημι   τό  εἶμαι, υπάρχω.

Πολλά  ἔχουν ειποθεῖ διά   τό  εἴμι  τό   υπάρχω καί   τό  εἳμι  τό  ἔρχομαι.  Ἐγῶ σκέπτομαι κάτι διαφορετικό.   Ἔει   ρῆμα  ἔω τῆc   ἔκτηc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων.   Ὁ  μέσοc   ἔομαι.  Sυναλοιφῇ  τῶν   δύο  πρώτων   συλλαβῶν κατά    κράσιν  ἔχομεν φθορα τοῦ   ο καί  μεταφορά τοῦ   χρόνου τοῦ   ο είc   τό  ε   μέ  αποτέλεsμα τήν   επέκτασιν τοῦ   ε  είc  ει καταχρηsτικῶc  καί    ἔχομεν εἶμαι  ὥσπερ   ἡ  νέα   Ἐλληνικη.

Σέ  αὐτό  τό  σημεῖο θά   ἀναφέρω  ὅτι   παλλαιοί καί  νέοι γραμματικοί οὐ θά  sυμφωνήσουν  λέγονταc   ὅτι    τά  είc   αω μετατρέπουν  τό  α οὐχί σέ  α μακρόν  ἄλλά    σέ  η    ὥσπερ   καί   τά  είc  εω.  Ἐγῶ  οὐ sυμφωνώ.  Ἡ  Ἐλληνική  γραμματική  οὐ δέχεται ἐξαιρέσειc.   Ἄλλο  ἔει   τό   sτέω  ἄλλο  ἔει   τό   sτάω  καί  ἄλλο  ἔει   τό   sτόω.   Τό   sτέω δηλόει  sτάσι ψυχῆc.   Αισχύλοc...    sτεῦνται πελάται ιεροῦ τμώλου. Πιsτοί πελάται τοῦ   ιεροῦ λαοτεμαχιsμοῦ.  Τμώλοc  ἐsτί μία πόλιc  τῆc    Ἀσίαc   τήν ὀποία ὄλοι τήν ἤξεραν  ἀλλά    κανείc οὐκ   εἶχε πάει ἐκεῖ.  Ἐγῶ τήν ἐτυμολογῶ κατ’αὐτόν τόν  τρόπον.  Τμόω καί  λαόc  ἐsτί τμόλαοc  καί  κατόπιν sυναλοιφῆc  κατά    κράσιν τοῦ   τμο καί  λα  ἔχομεν•  φθειρομένου τοῦ   α μεταβιβάζεται  ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ είc   τό  ο καί  ἐκτείνει αὐτό σέ  ω.  καί   ἔχομεν τμώλοc.   Sυναλοιφή  ἔει  ἡ  δύο sυλλαβῶν  κατά    φωνήεντα ἔνοσιc.  Τουτέει   τμο καί  λα  τμωλ      Τό   sτάω δηλόει  sτάσι σώματοc.    Τό   sτόω δηλόει  sτασι νοόc.  Tό ίsτημι  ἔει  παράγωγον τοῦ    sτέω  καί   τό  ίsταμι  ἔει  παράγωγον  τοῦ    sτάω.   Τό  ίsτωμι  ἔει  παραγωγον τοῦ    sτοω.    Τό  τμέω δηλόει τμῆσι ψυχῆc.     Τό  τμάω δηλόει τμῆσι σώματοc•    καί    τό  τμόω δηλόει τμῆσι νοόc.

Ἐδῶ   ὀφείλω νά   σχολιάσω τήν λέξι   επίsταμαι.  θά  διαφωνήσω μέ παλαιούc  καί  νέουc  γραμματικούc   ὅτι    τό  π  ἐφυλάχθει   επιδή ἦτο sυνήθεια κάποιων.   Τό  π  οὐ φυλάχθει   επιδὴ ἦτο sυνήθεια καποιων  ἀλλά      επιδη  οὐ  υπάρχει λόγοc  διά  νά   μή φυλαχθῆ.   Τό  προτότυπον    ρῆμα    οὔκ  ἔει   τό  ιsτῶ.   τό  ιsτῶ  οὔκ  ἔει  βαρύτονον καί   ὥc     περιsπόμενον φέρει  ἀμφιβόλου σημασίαc.   Γέγονε ἐκ τοῦ   ιsτάω΄΄  ἐκ τοῦ   ιsτέω   ἐκ τοῦ   ιsτόω.  Πόθεν γέγονε;  Καί   τό  ι πόθεν γέγονε    Ἔχομεν  ἀναδιπλασιαsμόν  ἀνευ λόγου;   Τό   ρῆμα   ἔει   sτάω.    Sτάω  sύν   τῆc    προθέσεοc    επί  ἔχομεν    επιsτάω.    Μέση   επιsτάομαι.  Διά  νά   μετατρέψωμεν  τό  πρῶτον ενικόν σέ  παθητικόν ἤ  μεσσαῖο  ἀντικαταsτάομεν  τό  ω μέ  τό  ομαι.  καί   ἔχομεν   επιsτάομαι.  Κατόπιν κράσεοc   ἔχομεν φθορά τοῦ   ο καί  μεταβίβασι τοῦ   χρόνου τοῦ   ο είc   τό  α καί   ἔχομεν α μακρόν είc  τήν  sτα   sυλλαβή  καί   ἔχομεν   επίsταμαι.  ίδομεν  ὅτι    τό  ι  οὔκ  ἔει  μέροc  τοῦ    ρήματοc   ἄλλά     ἔει  μέροc  τῆc   προθέσεοc  καί  οὐ προκείπτει λόγοc  διά  τροπή τοῦ   ψιλοῦ π  σέ  δαsύ φ.  Κατά    τόν  ίδιον τρόπον  ἔχομεν   επιsτέομαι   επίsτημαι ἐκ τοῦ    sτέω.  καί    επιsτόομαι   επίsτωμαι ἐκ τοῦ    sτόω. Αἱ δυναταί  λέξειc   γίνονται ἐκ πρωτοτύπων  καί  οὐχί ἐκ παραγώγων. αἱ  λέξεεc   ἐκ  παραγώγων sύντομα θά    επιφέρουν   ἀνωμαλίεc.

Περί τοῦ    ρήματοc   ειμί
Το μι είc   τά  είc  μι  ρήματα      ἔει  βραχύ διό καί  ὀξύνεται ἡ λήγουσα.
Κανών  ἔει   ὁ  λέγων  τά  είc  μι οὐ δέχεται δίφθογγο εν  τῇ  παραληγούσηι.
Το ειμί ενδέχεται εἶναι δύο  λέξειc•.    ἡ  ει καί   ἡ  μι.   Ἡ μι   ἔχει προκύψει εἴτε ἐκ τῆc   μαι, εἴτε ἐκ τῆc   μει, ητε ἐκ τῆc  μοι.   ἔχει  αποβληθεί  τό  προτακτικόν φωνήεν α,ε,ο  καί   ὁ  χρόνοc  ἔχει μεταφερθεῖ  τῷ ι.   τό  πιθανότερον  ἔει   ἡ  μοι.   Τό  ει ενδέχεται εἶναι  τό  τρίτον  πρόσωπον τοῦ   ἔω.  ἔω,  ἔειc,  ἔει.  ἤγουν   ω,  ειc,  ει.    ἔει  + μοι.   τούτεει ειμι.   Ἄλλωc,   τό  ει  οὔκ  ἔει   ρῆμα  αλλά ἡ  πρόθεσιc   ειc.   είc   + μοι  αποβληθέντοc  τοῦ   c   ἔχομεν ειμι ἤ   αποβληθέντοc  τοῦ   ι  ἔχομεν ἐsμί,  ἐσσί,  ἐsτί.   Τά  προλεγόμενα  ἔει  μία  απλή σκέψιc.

Ἐπανερχόμενοc  είc   τά  είc  μι θέλω νά    ἀναφέρω διά  τήν τεττάρτη  τῶν   είc  μι sυζυγία
Ἔχομεν  ρῆμα  δεικνύω.   Ἔει  τρισύλλαβο καί οὐ χρηάζεται νά   γίνη διπλασιαsμόc  διά  προσθέσεοc   sυλλαβῆc   κατ’αρχάc. 

Δεικνύω         οὐ χρηάζεται διπλασιαsμόc   διότι
                       ἔχομεν τρείc   sυλλαβάc.
Δεικνύω         τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σε
                       μακρόν. Sυsτέλλεται τό ω καί
                       ἐκτείνεται τό υ
Δεικνῦμι      ἀντικατάsτασι τοῦ   ω  μέ  τήν  βραχέα
                    Μι.  Sυsτέλλεται τό ω καί ἐκτείνεται τό υ
Δείκνυμι      μεταφορά τοῦ   τόνου είc  τήν
                    προπαραλήγουσα

                                      
Ἔχομεν  ρῆμα  δύω

δεδύω              διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                        τήν  δε
δεδύω          τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σέ  μακρόν.          Sυsτέλλεται τό ω καί ἐκτείνεται τό υ
Δεδῦμι          ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν  βραχέα
                     Μι. Sυsτέλλεται τό ω καί ἐκτείνεται τό υ
Δέδυμι          μεταφορά τοῦ   τόνου είc  τήν
                      προπαραλήγουσα


Ἔχομεν  ρῆμα  κύω

κεκύω              διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                        τήν  κε
κεκύω             τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σε
                        μακρόν. Sυsτέλλεται τό ω καί
                        ἐκτείνεται τό υ
Κεκῦμι              ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν
                         βραχέα μι.   Sυsτέλλεται τό ω καί
                        ἐκτείνεται τό υ
Κέκυμι            μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                       τήν προπαραλήγουσα

Ἔχομεν  ρῆμα  ζευγνύω

ζευγνύω         οὐ χρηάζεται διπλασιαsμόc
                       διότι   ἔχομεν τρείc   sυλλαβάc.
Ζευγνύω        τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σε
                      μακρόν.   Sυsτέλλεται τό ω καί
                      ἐκτείνεται τό υ
Ζευγνῦμι       ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ 
                      τήν  βραχύ μι Sυsτέλλεται τό ω
                     καί ἐκτείνεται τό υ
Ζεύγνυμι     μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                   τήν προπαραλήγουσα


Ἔχομεν  ρῆμα  ύω   τό  βρέχω (κατά τά λεξικά)

ιυω             διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ  τό  ι
ιυω             τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc
                  σέ  μακρόν.
ιυμι            ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν  βραχύ μι
ιυμι            μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                  τήν προπαραλήγουσα


ἔχομεν  ρῆμα  εἴω.

ἐίω              διαιρέεται ἡ  πρώτη sυλλαβή  πρόc
                   επίτευξιν  τρίτηc  sυλλαβῆc.
ἐίω             τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc 
                  σέ  μακρόν.
ἐῖμι            ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν  βραχύ μι
ἒιμι            μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                 τήν προπαραλήγουσα


Περί  τῆc     ἀντικαταsτάσεοc   τοῦ   ω μέ  τήν  μι

Πῶc  γίνεται νά    ἀντικαταsτήσωμεν  τό  ω μέ  τήν  μι ὄταν  τό  ἕνα εἶναι μακρόν καί   τό   ἄλλο εἶναι βραχύ;  Ἀποβληθέντοc   τοῦ  ω,  ὁ ἕναc χρόνοc αὐτοῦ sυναποβάλεται καί δόει τήν θέσιν του τῇ μι sυλλαβῇ.  Ὁ ἄλλοc χρόνοc αὐτοῦ εἰσέρχεται  τῷ βραχύ δίχρονωι τῆc   παραληγούσηc ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  μακρόν.

θελω νά     επαναλάβω  ὅτι    τό  ζητούμενο τοῦ  παρόντοc   ἔει   τό  πῶc  λειτουργοῦν αἱ sυζυγίαι  τῶν    είc  μι.  Τό  ἄν    υπάρχουν   αἱ  προαναφερθένται   λέξεεc   σέ  κάποιο λεξικόν ἤ  δέν      υπάρχουν,   αὐτό οὐκ  ἔει   τοῦ  παρόντοc.  Προτιμῶ νά   χρησιμοποιῶ μή  υπαρκτέc   λέξειc    διότι  αὐταί  ἔει   ἀγναί καί  μή κακοποιημέναι.

Σέ  αὐτό  τό  σημεῖο  ὀφείλω νά     επαναλάβω  ὅτι    τά  είc  μι  ρήματα     φέρουν   τήν  μι  βραχέα καί οὐ    δέχονται εν  τῇ  παραληγούσηι τουέsτιν πρίν  τήν  μι οὔτε δίφθογγο οὔτε sύμφωνον οὔτε βραχύ φωνήεν.    Τό  βραχύ φωνήεν  τό  τρέπουν σέ  μακρόν.   Τό  α σέ  α μακρόν.   Τό  ε   σέ  η.   τό  ο σέ  ω.   Τό   ι σέ   ι  μακρόν.  Καί   τό  υ  σέ   υ μακρόν.    Τό   ρῆμα  ἐsμί   πιsτεύω  ὅτι    ἔει  δύο  λέξειc     διότι οὐ φέρει τρείc   sυλλαβάc.    Τό   ρῆμα  εἶμι πιsτεύω  ὅτι   καί  αὐτό  ἔει   δύο  λέξειc    εἶ + μι  διότι  φέρει δίφθογγον πριν  τήν  μι  καί οὐ φέρει δύο sυλλαβάc.   
περί προσωδιῶν
Κατ•αρχάc  θέλω νά  επισημάνω ὅτι εντάξαμε τά πνεύματα είc τάc προσωδίαc καί απολέσαμεν τήν εὐτμολογία.  Κατά δεύτερον Θέλω  επίσηc νά  επισημάνω ὅτι οἱ .....’γλωττολόγοι’.....  ὀφείλουν νά μᾶc ποῦν πῶc πρέπει νά προφέρωμεν τό ΕΙ τό ΑΙ  τό ΟΙ τό ΟΥ τό η τό ι.  Δέν δέχομαι να προφέρω τό Ι καί τό Η  καί τό ΕΙ  και τό ΟΙ κατά τόν  ίδιον τρόπο.  Δέν δέχομαι νά προφέρω τό Ε καί  τό ΑΙ κατά  τόν ίδιο τρόπο. 

 Περί λόγου.
Ὁ λόγοc.   τό θέμα  εἶναι λογ +οc (πτωτική κατάληξιc)
Λ = εξάπλωσιc, ἐξωτερίκευσιc.
Ο = νούμενα, sκέψεαc και γενικά τά τοῦ νοόc.
Γ = Χῶροc.  Μεσαῖοc χῶροc.  Ἕναc γειτονικόc χῶροc πρόc τόν ἄνθρωπον.  Πάν μέτρρον ἄνθρωποc.
Ἡ  ἐξωτερίκευσιc τῶν  τοῦ νοόc σέ ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Ἡ  εξάπλωσιc  τῶν  τοῦ νοόc σέ ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Ἡ   επέκτασιc τῶν τοῦ νοόc σέ ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Ἡ  αποsτολή  τῶν  τοῦ νοόc σέ  ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Καί τό κλίνομεν οὕτωσ.
                    Ἐνικόc
Λογ-c
Λογ-οc
Λογ-ι
Λογ-α
Λογ-c
                     Πληθυντικόc
Λογ-εc
Λογ-ων
Λογ-σι
Λογ-αc
Λογ-εc

Θέλετε νά ἀλλάξωμεν τήν sείρα τῶν γραμμάτων;
Ἔχομεν.
Γλο, Γολ, Ολγ, Ογλ καί Λγο.  Θά κλίνομεν τά τεσσερα.

                    Ἐνικόc
Γλο-c           Γολ-c        Ογλ-c       Ολγ-c 
Γλο-oc         Γολ-oc      Ογλ-oc      Ολγ-oc
Γλο-ι           Γολ-ι         Ογλ-ι        Ολγ-ι
Γλο-α          Γολ-α        Ογλ-α       Ολγ-α
Γλο-c          Γολ-c        Ογλ-c        Ολγ-c
                  Πληθυντικόc
Γλο-εc         Γολ-εc       Ογλ-εc     Ολγ-εc 
Γλο-ων        Γολ-ων      Ογλ-ων    Ολγ-ων
Γλο-ι           Γολ-ι         Ογλ-ι        Ολγ-ι
Γλο-αc        Γολ-αc        Ογλ-αc     Ολγ-αc
Γλο-εc        Γολ-εc        Ογλ-εc      Ολγ-εc

Γλο + οττα = γλοοττα = γλωττα.
Γλο =  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χωρον (Γ) γειτονικόν.
Οττα =  φήμη, μαντεία, θεία κλῃδών κατα τά παλαιά λεξικά.
Εγώ συμπέρασμα δεν βγάζω.

Ἀc προχωρίσωμεν λίγο ἀκόμα.  Ἄν προσθέσωμεν sτήν συλλαβή ΓΛΟ  τό sτοιχεῖον τ , ἔχομεν Γλοτ.  Ἄν προσθέσωμεν τό Θ, ἔχομεν Γλοθ.
Καί ἔχομεν
Γλοτ = Διά ψιλῆc χωροενέργειαc  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χῶρον Γ (γειτονικόν).
Γλοδ = Δια μεσαίαc χωροενέργειαc  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χῶρον Γ (γειτονικόν).
Γλοθ = Δια δασέαc χωροενέργειαc  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χῶρον Γ (γειτονικόν).
Καί τά κλίνομεν οὕτωc.

 Ἐνικόc

Γλοτ-c            Γλοz            Γλοθ-c
Γλοτ-οc          Γλοδ-οc        Γλοθ-οc
Γλοτ-ι            Γλοδ-ι           Γλοθ-ι
Γλοτ-α           Γλοδ-α          Γλοθ-α
Γλοτ-c           Γλοz             Γλοθ-c

Πληθυντικόc

Γλοτ-εc             Γλοδ-εc            Γλοθ-εc
Γλοτ-ων            Γλοδ-ων           Γλοθ-ων
Γλοτ-σι             Γλοδ-σι            Γλοθ-σι
Γλοτ-αc            Γλοδ-αc            Γλοθ-αc
Γλοτ-εc            Γλοδ-εc             Γλοθ-εc

Καί τά ρήματα.
Λόγ-ω, γόλω, Ὄλγω ἤ Ὅλγω, καί γλόω τῆc ἔκτηc sυζυγίαc τῶ βαρυτόνων διά νά ἔχωμεν καί τό εἰc μί  τό  γέγλωμι

Περί προθέσεων (χρηάζεται πολύ επέκτασι)

Ἡ  πρόθεσιc   υπό ἤ  υπ  φέρει  τό    sτοιχεῖον π τῆc   πιέσεοc  καί   τό   sτερητικόν μόριον υ.  Ἡ  πρόθεσιc  οιονεῖ ἔλλειψιν πιέσεοc.  
Παράδειγμα.  Ὑπάρχω οιονεῖ ἄρχω   Ἐλλείψει πιέσεοc•  οιονεῖ τήν  απόλυτον  ἀρχή καί  σέ  καμμίαν  περίπτωσιν τήν ἐξαρτημένη  ἀρχή. 
Διά τήν ἐξαρτημένη  ἀρχή δυνάμεθα χρησιμοποιεῖν τήν  ιπ  ἤ  ιπο.  Οιονεῖ τήν μετά    επιτεταμένηc  πιέσεοc   ἀρχή• οιονεῖ   τήν ἐξαρτημένη  ἀρχή ἤγουν  ιπάρχω.  Ἡ ἐξάρτησιc οὐ δύναται εἶναι πρόθεσιc διό ἡ ιπ οὐ sυγκαταλέγεται sτάc προθέσειc.
Ἰπανδρεύομαι οιονεῖ  ἀνδρεύομαι μετά    επιτεταμένηc  πιέσεοc.   Τουτέει, ἀνδρεύομαι  ἄνδρα τόν  ὀποῖον ἔξοθεν παράγοντεc  μοῦ   επιβάλουν νά    ἀνδρευτῶ.
Ὕπανδρεύομαι οιονεῖ  ἀνδρεύομαι   Ἐλλείψει πιέσεοc   τουτέει  ἀνδρεύομαι  ἄνδρα  ἄνευ πιέσεοc• οιονεῖ  ἀνδρεύομαι μετά  πλήρουc  ἐλευθέραc  βουλήσεοc  καί  ὄχι μετά  πιέσεοc.
Τήν  ἄγνωsτον προύθεσιν (τό  αντίθετον τῆc προθέσεοc) ιπ τήν βλέπομεν είc τό ὄνομα ιπ-ποδ-c καταχρηsτικῶc ίπποc.   Οιονεῖ   επιτεταμένη πίεσιν    επί  τῶν   ποδῶν.   Sυνεκδοχικᾶ   τό  ζῶον.