Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Γραμματιστική ευτμολογία, ετυμολογία









ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΙΚΗ
ΕΥΤΜΟΛΟΓΙΑ


      Χρος πλουσιοπάροχος θεμάτων διδακτορικν διατριβν.




βγαλμένα μέσ’ἀπ’τά παλιά  τά πελασγοδοσμένα.




                   




Ἡ παρούσα  εργασία ἔγινε από ἀγάπη πρόc τήν γλότα (γλώσσα) καί εἶναι προφανέc ὅτι χρηίζει  διόρθωσηc,   επέκτασηc, sυμπλήρωσηc  καί γιά τόν λόγο αὐτό  αἱ  καλοπροαίρεται παρατηρήσειc καί  τά καλοπροαίρετα sχόλια  θά εἶναι εὐπρόσδεκτα καί εποικοδομητικά sτήν διεύθυνση    grammatistiki.blogspot.com.  ἤ sτό ηλεκτρονικό ταχυδρομεῖο nestanaios@yahoo.com.
                     Μέ εκτίμηση
                        Ν. Ν. Ν. 

Αφιερώνω  τήν παρούσα εργασία τοῖc προγονοῖc μου μεγαλοδιδόντοιc Πελαsγοῖc  (διοί πελαsγοί)  τούc ὁποίουc παλαιέc  μαρτυρίεc φέρουν  νά ἔχουν  μόνον αὐτοί φυλάξηι  τήν μνήμη τῶν Γραικῶν.                                                                                                                                            










 επιsτήμη  ἔχει  προηγηθεῖ πολύ τῆc γλοτόc καί     επιsτήμη  θά  βρεθῆ  μόνη καί  απροsτάτευτοc·  καί  θά  διατρέχση ἡ   επιsτήμη   μεγάλουc  κινδύνουc.   θά  γίνουν μεγάλεc   ἐκρὴξειc  καί     γλότα θά    επιβιώσηι ἔsτω  καί  μάλα τραυματιsμένη.     επιsτήμη  θά  απολεsθῆ καί       γλότα ξανά θά  γεννήση ἄλλη  επιsτήμη  καί ἄν ἡ  νέα  επιsτήμη  ἔη λιγότερο   ἀχάριsτοc,  θά  ζήση περισσότερο. 

ὄλεc οἱ γνωsτέc γενεέc είc τήν ἱsτορία ἔχουν παραδώση είc τά τέκνα τουc μία γλότα υποδυεsτέρα αὐτῆc τῆc ὀποίαc παρέλαβαν καί φθάσαμε είc τό σημεῖον τήν τέχνη τοῦ διαλέγεσθαι νά τήν περιορίσωμεν τόσο πολύ και νά τήν ὀνομάσωμεν ’γλώσσα’, οἱ ἀνόητοι·  καί sτήν συνέχεια ἀνακαλύψαμε καί  επιsτήμη  τήν ’γλωσσολογία’,   οἱ  ἀνόητοι.

Οἱ διδάσκοντεc  τήν Ἐλληνική γλότα ἀνά τόν κόσμο καί ἀνά τούc  αιώναc, δέν ἔχουν  επιφέρει κάν μία βελτίωσιν τῆc γλοτόc.  Ἔχουν ἀφήσει τήν γλότα καί κατρακυλάει από τό κακό sτό χειρότερο καί ὄλα αὐτά sτόν βωμό τῆc γλώσσαc καί τῆc καλοφωνίαc καί τῆc ποιήσεοc  διά  ιδιοτελέαc  σκοπούc  καί ἡ ιδιοτέλεια δέν εἶναι ὁ ἔρωc  διά τήν γλότα ἀλλά ὁ ἔρωc  διά τούc ἄνδρας Ἔλληναc,  θά ἔλεγε κάποιοc.  Καί ἔχει  επέλθει μία ἀνωμαλία sτήν γλότα καί ἔχει καταsτήσει τήν γλότα δύσκολην πρόc  μάθησιν καί ἡ δύσκολη γλότα ἔχει καταsτήσει τό σκέπτεσθαι τοῦ ανθρώπου δύσκολον.

Ὀφείλομεν νά διαπεράσωμεν  τά περιβάλλοντα τήν Ἐλληνικήν γλότα τείχη.  Τό περιεχόμενον τῶν λεξικῶν εἶναι τεῖχοc καί πρέπει νά  τό  διαπεράσωμεν.   Οἱ μεγάλοι γνωsτοί τοῦ παρελθόντοc  γραμματικοί καί λεξικογράφοι  εἶναι τείχη καί ὀφείλομεν νά τά διαπεράσωμεν

Πρέπει νά ἐλευθερόσωμεν τά  sτοιχεῖα τῆc  γλοτόc  διά νά ἔχωμεν τήν δυνατότητα νά πορευθοῦμε ὥc  λογικά ἐόντα.  Πρέπει νά πάμε πίσω  ἐκεῖ ὄπου ἄφησε  ἡ τεχνολογία τήν μητέρα γλότα  καί τῶρα βαδίζει ἡ τεχνολογία μόνη καί απροsτάτευτοc κινδυνεύονταc  νά  επιφέρη μεγάλαc  καταsτροφά c.

Εὐελπιsτῶ  ὅτι  ἡ κακοποίησιc  τῆc  τῶν    Ἐλλήνων διαλέκτου θά  απολεsθῆ καί   τά  τέκνα  τῶν   κακοποιούντων   θά  ἀντιταχθοῦν   αὐτῆc  τῆc  κακοποιήσεοc,  μή δυνάμενα νά   ζήσουν  υπό τάc     ἀντελληνικάc    επιβουλάc   ὥσπερ    ἔη  ἡ ἀκυρολογία,  ἡ απρέπεια,    μακρολογία, ἡ ἀsάφεια, ἡ  κακοsυνθεσία,    βαρυαυδιsμόc,  βαρβαριsμόc  καί ἄλλα    πολλά.

Περί γραμμάτων

 sκοπό ἔχω νά  αποδείξω
·         ὅτι τά διπλά σύμφωνα δέν  εἶναι μόνον τρία ἀλλά ἑννέα.
·         ὅτι τό πάλαι ποτέ γνωsτό  sτίγμα (S)   εἶναι  επιτατικόν καί   sτερητικόν μόριον καί  δέν δύναται νά   ταυτιsτῇ μέ τό σίγμα (σ).
·         ὅτι τό σίγμα  εἶναι δασύ πνεῦμα καί  χρησιμοποιεῖται διά τήν sύνταξιν τοῦ μέλλοντοc  καί  τοῦ ἀορίsτου  επιτάσσονταc  τό  ἀόριsτον  sτόν μέλλοντα καί  τόν ἀόριsτον.
·         ὅτι  τά  δίχρονα  ι  καί  υ ἔουσι   επιτατικόν καί   sτερητικόν  μόριον   αντίsτοιχα.

·         ὅτι  οφείλομεν  να επαναφέρωμεν τό αποβληθέν από την ἀλφάβητο U καί νά τό διαφοροποιήσωμεν από τό Υ (Y grec) τό ὁποῖον ἔχει αντικαταsτήσει  τό δίγαμμα (F)  καί τό  (V)  τά ὁποῖα υπάρχουν ακόμα σέ ξένα αλφάβητα. Τό U εἶναι sτερητικόν μόριον καί τό Υ (τό  F καί  τό V) εἶναι  επιτατικόν ποιότητος. Ἄν δασύνεται,  επιτάσσει κακήν ποιότητα. Ἄν ψιλοῦται,  επιτάσσει καλήν ποιότητα. Τό ψιλόν εὐ εἶναι καλή ποιότητα.  Τό δασύ εὑ εἶναι κακή  ποιότητα.

·         ὅτι    οὐκ     υπάρχουν    ἀνώμαλα ρήματα                          
·         ὅτι       μέλλων  τῆc   τρίτηc  sυζυγίαc   διαμορφώνεται  μέ τήν  χρῆσι τοῦ  "ζ ", ὥσπερ   καί     μέλλων   τῆc  πρώτηc  μέ τήν  χρῆσι τοῦ   "ψ"  καί     μέλλων   τῆc  δευτέραc  μέ τήν  χρῆσι τοῦ   "ξ".
·         ὅτι      μέλλων   τῆc  πέμπτηc  sυζυγίαc   διαμορφώνεται  μέ τήν  χρῆσι τοῦ   Σ,  ὥσπερ    οἱ  Αιολέεc    τόν  διαμόρφωναν.
·         ὅτι    αἱ   τρείc   sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων    υπόκεινται σέ πάθη καί  sυνιsτάεται ἡ   χρῆσιc  αὐτῶν    μόνον  κατά     ποιητικῇ  ἀδείαι.
·         ὅτι    αἱ   τρείc   sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων  ὥσπερ   καί  αἱ   τέσσεραι    sυζυγίαι  τῶν   είc  μι  ἔουσι παράγωγαι τῆc  ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων καί   οφείλομεν νά   περιορίσωμεν τήν  χρῆσι αὐτῶν
·         ὅτι οὐκ υπάρχουν διθεματικά.  Κάθε θέμα ἔχει τήν δική του σημασία.
·          
Sκοπό   ἔχω   νά    υπενθυμίσω

1     ὅτι    αἱ   sυζυγίαι  τῶν   ρημάτων ἦσαν  δέκα καί  τρεῖc.
2     ὅτι    Ἐλληνιsμόc  ἔει λέξιc  υγιήc.
3     ὅτι    Ἐλληνιsμόc  ἔει  τό χρῆsθαι πάσαιc  ταῖc  διαλέκτοιc  ὀρθῶc.
4     ὅτι    Ἐλληνιsμόc  ἔει  εὐτμολογία.
sκοπό ἔχω νά    υπενθυμίσω   ὅτι    τά  κατά    διαλεκτόν ιδιάζοντα   οὐ   δεῖ είc  κοινόν παραλαμβάνειν.

Περί γλοτόc  καί διαλέκτου.
Οἱ παλαιοί ἔλεγαν·
                         Διάλεκτοc  μέν ἐsτι φωνῆc  χαρακτήρ ἐθνικόc   καί  ὅτι  διαφέρει διάλεκτοc  γλοτόc,  ὅτι ἡ μέν διάλεκτοc  ἐμπεριεκτική ἐsτι γλωτῶν  καί  ὅτι   sυμβάλλεται  ἡ γλότα πρόc  ὀρθογραφίαν καί εὐτμολογίαν.
Ἐγώ λέγω.  Τό διαλέγεsθαι ἔει τῶν ανθρώπων καί  δέν  επιτυγχάνεται  μόνον διά τῆc  γλώσσαc.

Περί   γραμματικῆc
Ἔλεγαν οἱ παλαιοί.    
Ἡ γραμματική τέχνη ἐsτίν     επιsτήμη;
Τέχνη.
Διά τί;
Διότι ἡ μέν   επιsτήμη ἄπταιsτοc  ἐsτιν, ἡ δέ τέχνη πταιsτή·  καί γάρ ἡ γραμματική τέχνη οὖσα εν πολλοῖc  πταιsτή   εὐρίσκεται· διά τοι τοῦτο τέχνη ἐsτίν,  οὐκ  επιsτήμη.         

Ἡ διαφορά τέχνηc  καί   επιsτήμηc.
 επιsτήμη ἔει ἄπταιsτοc.
Ἡ τέχνη ἔει πταιsτή.

Τῇ γραμματιsτικῇ παρέπεται
Ἡ διαίρεσιc  τῶν γραμμάτων.
   επίγνωσιc  πάντων τῶν  sτοιχείων.
Οἱ κανόνεc  τῶν  sτοιχείων.
 επίγνωσιc  πάντων τῶν τόνων.
Οἱ κανόνεc  τῶν τόνων.
 επίγνωσιc  τῶν πνευμάτων.
Οἱ κανόνεc   τῶν πνευμάτων.
 επίγνωσιc   τῶν  μορίων.
Οἱ κανόνεc  τῶν μορίων.
 επίγνωσιc   τῶν  παθῶν.
Οἱ κανόνεc   τῶν παθῶν.

Οἱ παλαιοί ἔλεγαν·
Γραμματική ἐsτι τέχνη ἔξιc  θεωρητική καί πρακτική τῶν παρά ποιηταῖc τε καί sυγγραφεῦσι, δι’ ἧc  ἑκάsτωι τό οικεῖον αποδιδόντεc  ἐξ απείρου καταληπτόν ποιούμεθα.   Τῆc γραμματικῆc τό τέλοc  ὁ Ἐλληνιsμόc.

Η  γλώσσα  δέν δημιούργησε τήν γραφή. Η  γραφή δημιούργησε τήν γλώσσα.   Τά φυσικά φαινόμενα και γενικότερα τα φυσικά πράγματα (κρύο, ζέστη, κεραυνός, αστραπή, γλυκό, πικρό, κλπ. κλπ.) επιδρούν στίς αισθήσεις (όραση, ακοή, αφή, γεύση, όσφρηση) καί οι αισθήσεις ενεργοποιούν τήν γλώσσα καί γίνεται η εκφώνησις.  Αυτά τά φυσικά φαινόμενα τροποποιήθηκαν σύν τ χρόνωι καί τώρα έχουν παντελώς ανοήτως περιορισθεί σέ είκοσι καί τέσσερα• καί η γλώσσα στήν συνέχεια περιορίστηκε καί αυτή παντελώς ανοήτως σέ ένα βιβλίο πού γράφει στό εξώφυλλο μέ μεγάλα γράμματα ⟨⟨ΛΕΞΙΚΟ⟩⟩. Παλαιότερα,  έγραφαν καί ετυμολογικό. Τώρα έχει παύσει αυτό. Ένας άλλος λόγος πού δέν δημιούργησε η γλώσσα τήν γραφή είναι ότι ο ομιλών πολύ, σκέπτεται λίγο καί η δημιουργία απαιτεί πολύ σκέψεα. Τό αυτό συμβαίνει καί μέ τόν γράφοντα πάρα πολλά. Η συντομία είναι αρετή λόγου,  η μακρολογία ουχί.
Αἱ   λέξειc   γίνονται ἐκ  τῶν   αυλλαβῶν.  Αἱ    λέξειc   ἐξ  ἄλλων λέξεων   ὀφείλουν νά    υποsτοῦν  δυνατή  κριτική καί  νά   περιοριsτῆ     χρῆσιc  αὐτῶν τῶν  λέξεων  εἰc τάc   ἀνάγκαc  τοῦ ποιητοῦ αὐτῶν.   Λέξειc    ἀγνωsτοῦ εὐτμολογίαc   ὀφείλουν νά ξεχαsτοῦν   διότι   υπόκεινται είc  τό ενδεχόμενον κακοsυνθεσίαc.


Περί Ἐλληνιsμοῦ
                                  
Πρό τοῦ Δευκαλίωνοc  καταλκυsμοῦ, ἡ  οικουμένη  διαιρέετο είc  Γραικοῦc  (Greeks, Griekos) καί   ἀδαείc.
Καλλίμαχοc,…….Γραικοί καί  γῆc  ημετέρηc   ἀδαείc.
Μετά τόν  Δευκαλίωνοc  καταλκυsμόν,    οικουμένη  διαιρέετο είc  Ἔλληναc καί βαρβάρουc.

Οἱ βατικανοί σχολιαsταί τῆc  γραμματικῆc  τοῦ Διονυσίου τοῦ Θρακόc  ἔχουν πεῖ.

Μετά δέ τόν  επί Δευκαλίωνοc  κατακλυsμόν οὐδείc  τῶν περιλειφθέντων Ἐλλήνων ἐφύλαξεν αὐτῶν (τῶν Γραικῶν) τήν μνήμη, πλήν τῶν Πελασγῶν τῶν από  Ἐλλάδοc  είc  βαρβάρουc  πλανηθέντων, οὓc  καί ὁ ποιητήc  δίουc  καλεῖ, φάσκων        (Κ 429 ) καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  δῖοί τε Πελασγοί·


Ὁ Διογένηc  Λαέρτιοc   ἔχει πεῖ.
Ἀρεταί δέ λόγου εισί πέντε· Ἐλληνιsμόc, sαφήνεια, sυντομία, πρέπον, κατασκευή.

Ἐλληνιsμόc  μέν οὖν ἐsτι φράσιc  ἀδιάπτωτοc  εν τῇ τεχνικῇ καί μή εικαίᾳ sυνηθείᾳ·

sαφήνεια δέ ἐsτι λέξιc  γνωρίμωc  παριsτᾶσα τό νοούμενον·

sυντομία δέ ἐsτι λέξιc  αὐτά  τά ἀναγκαῖα περιέχουσα πρόc  δήλωσιν τοῦ πράγματοc·

πρέπον  δέ ἐsτι λέξιc  οικεία τῷ πράγματι·

κατασκευή  δέ λέξιc  ἐκπεφευγυῖα  τόν ιδιωτιsμόν.
Ὁ δέ βαρβαριsμόc  ἐκ τῶν κακιῶν λέξιc  ἐsτί παρά τό ἔθοc  τῶν  εὐδοκιμούντων Ἐλλήνων, σολοικιsμόc  δέ ἐsτι λόγοc  ἀκαταλλήλωc  sυντεταγμένοc.

Ὁ Ἀέλιοc  Ἠροδιανόc  ἔχει πεῖ.
Τοῦ λόγου ἀρεταί μέν ἔξ,

Ἐλληνιsμόc 
sαφήνεια .
sυντομία .
κυριολογία.
εὐsυνθεσία .
εὐπρέπεια .

κακίαι δέ ταύταιc  ἀντικείμεναι 

ἀsάφεια
μακρολογία
ἀκυρολογία
κακοsυνθεσία
ἀπρέπεια
βαρβαριsμόc

Ἐλληνιsμόc  μέν οὖν ἐsτί λέξιc  υγιήc  καί ἀδιάsτροφοc  ἢ λόγου μερῶν πλοκή κατάλληλοc.
βαρβαριsμόc  δέ ἐsτι λέξιc  ἡμαρτημένη περί τήν sυνήθειαν. Διαφέρει δέ βαρβαριsμόc  σολοικιsμοῦ, ὅτι ὁ μέν σολοικιsμόc  τήν τάξιν βλάπτει τοῦ λόγου, ὁ δέ βαρβαριsμόc  τῆc  λέξεοc.

Ἐλληνιsμόc  ἐsτιν τό πάσαιc   ταῖc  διαλέκτοιc  ὀρθῶc  χρῆsθαι.

Ἐδῶ    δυνάμεθα  ειπεῖν   ὅτι    Ἐλληνιsμόc   οὔκ ἔει γενιά.  Ἐλληνιsμόc  ἔει sαφήνεια, sυντομία, κυριολογία,   εὐsυνθεσία καί  εὐπρέπεια.

  Ἔλλην    οὐ γεννιέται.     Ἔλλην  γίγνεται διά  τῆc  παιδεύσεοc.   Καί  Αισχύλοc είc τό ἔργον του ΠΕΡΣΕΣ,  ὦ παῖδεc  Ἐλλήνων ἶτε.  Διά  τί  οὔκ εἶπε,  ὦ Ἔλληνεc, ἶτε?

Ἡ μάχη τοῦ   Μαραθόνοc  δέν κερδίθηκε  sτό πεδίο τῆc  μάχηc   ἀλλά    πολύ πιό πρίν ὸταν οἱ Αθηναῖοι ἔπρεπε νά    αποφασίσουν ἄν θά  πολεμήσουν τούc  Πέρσαc  ἤ θά τούc   ἀφήσουν νά   περάσουν.   Τό  μεγάλο "νενικήκαμεν"  τό  εἶπε ὁ Μιλτιάδηc  ὸταν ἔπεισε  τούc  Ἀθηναίουc  νά   πολεμίσουν τούc  Πέρσαc.  Οί Λακαιδεμόνιοι δέν  ἀμισβήτησαν τήν ικανότητα  τῶν   Ἀθηναίων νά   νικήσουν  τούc    Πέρσαc   εἰc τό πεδίον τῆc  μάχηc   ἀλλά    τήν βούλησι  τῶν   Ἀθηναίων νά   πολεμήσουν  τούc    Πέρσαc.   Ἐλληνιsμόc  εἶναι  λόγια  διαυγέα.

Πατριῶται  τῶν   Ἐλλήνων ἔουσι αὐτοί οἱ ὀποῖοι ευβρίσκονται εντόc  τῶν προαναφερθέντων sυνόρων.   Τά  γεογραφικά sύνορα  οὐκ ἔουσι  sύνορα Ἐλλάδοc.     Τά  sύνορα τῆc  Ἐλλάδοc  ἔουσι  sαφήνεια, sυντομία, κυριολογία,   εὐsυνθεσία καί    εὐπρέπεια.

Ὁ μαραθόνιοc  (μαραθώνιος)  δρόμος δέν εἶναι ἀγώναc δρόμου από τόν μαραθόνα sτήν Ἀθήνα ἀλλά ἀγώναc δρόμου από τήν Ἀθῆνα sτόν Μαραθόνα.  Ὁ μαραθόνιοc δρόμοc εἶναι ἀγώναc πειθοῦc υπερασπίσεοc τῆc πατρίδοc καί ὁ Μιλτιάδηc μέγαc μαραθόνιοδρομεύς.

Τά   γράμματα ἔχουν  ὡc     ἐξῆc

Α:     sτοιχεῖον μεγάφωνον, μακρόν, μόριον    επιτατικόν   καί   sτερητικόν.    Οἱονεί  τά  σώματα.  Τήν ακινησία.    Ωc   sτοιχεῖον ἔχομεν τό ψιλόν ἄλφα καί  τό δασύ ἅλφα. Τό ψιλόν ἄλφα  οἱονεί τά φίλα   προσκείμενα είc  τόν ἄνθρωπον σώματα.  Τό δασύ ἅλφα οἱονεί τά  δασαῖα  σώματα·   τήν δασαία ύλη. Τήν ἀόριsτη ύλη·  τήν μαύρη ύλη· τήν μή   κατανοηθεῖσα από τόν ἄνθρωπον ύλη· τά μή φίλα προσκείμενα  sτόν ἄνθρωπον  σώματα.

Β:   sτοιχεῖον μικρόφωνον,   μεσαῖο  χειλικόν.  Πιέσεοc.    Οἱονεί  βία.

Γ:   sτοιχεῖον μικρόφωνον,   μεσαῖο  λαρυγγικόν.  Χωρικόν.  Οἱονεί  ἕναν   εὐρύτερον  χῶρο    από τόν χῶρο   τοῦ ἀνθρῶπου.  Γῆ

Δ:  sτοιχεῖον μικρόφωνον,  μεταφορικόν, μεσαῖο  ὀδοντικόν.  Οἱονεί  μεταφορα·  τό δίδω. 

Ε:     sτοιχεῖον μεγάφωνον,  μόριον    επιτατικόν. Οἱονεί  τό αἴτιον τῆc  κινήσεοc   τῶν   σωμάτων·  τήν ψυχήν.  Τό ἔψιλον  ὥc     sτοιχεῖον οἱονεί κίνησιν. Ἔω (ψιλοῦται) οἱονεί κινῶ εν τῷ χώρωι τοῦ ανθρώπου.  ἕω (δασύνεται) οἱονεί απομακρύνω από τόν χῶρον τοῦ ανθρώπου· sυνεκδοχικά τό πέμπω,  μέ τήν σημασία τοῦ απομακρύνω. (τό  επίκεντρο  εἶναι πάντοτε  ὁ ἄνθρωποc ).

S:  (sτίγμα). μόριον   sτερητικόν/επιτατικόν. Ἔχετε ποτέ σκεφθεῖ διά  τί τόν  ἀριθμό ἐξ τόν  γράφομεν μέ τό  sτ, καί  οὐχί μετά  τοῦ ζ.  δύναται ἄν εἴην  Α=1, Β = 2,  Γ = 3, Δ = 4, ε = 5, Ζ = 6,Η = 7, Ενώ ἔχομεν,Α = 1, Β = 2,  Γ = 3, Δ = 4, ε = 5,  sτ = 6,  Ζ=7, Η = 8, Θ = 9, Ι = 10, ΙΑ = 11, ΙΒ = 12…. οἱ  παλαιοί τόν  ἀριθμο ἐξ  τόν ἔγραφαν καί  μέ ς.  αὐτό  ἔει τό  sτίγμα.   

Ζ:    Διπλό μεσαῖο ὀδοντικόν  φέρει τήν δύναμιν τοῦ Δ καί    Σ   εν sυλλήψει.  Τό ζ οὐκ ἔει  sτοιχεῖον.  Τό ζ  ἔχει κακοποιηθεῖ  από ὄλουc   τούc    παλαιούc  καί  νέουc  γραμματικούc.   Ὄλα  τά   ὀνόματα    τά  ὀποῖα ἔχουν   ὥc    κατάληξιν είc  τήν γενικήν τό ΔΟC   ὀφείλουν νά   ἔχουν  ὡc     κατάληξιν είc  τήν ὀνομαsτικήν τό ζ καί  οὐχί τό Σ.  Λέξειc   ὅπωc  Παλλάc, Ἐλλάc,  Ἄρτεμιc, Πανίc,   Sελίc,    ὀφείλουν εἶναι Παλλάζ, Ἐλλάζ, Ἄρτεμιζ, Πανίζ, Sελίζ.   Ἄν μία ὀμάδα ανθρώπων  αποβάληι τό εν διαsτάσει χωραενεργειακόν,  ὀδοντικόν πρίν τό  Σ     επαγομένου φωνήεντοc,  αὐτό  ἀνήκει είc   τά  κατά διάλεκτον ιδιάζοντα καί   οφειλέομεν νά   μήν τό  αποδεχθοῦμε είc  τήν κοινήν διάλεκτο.  Τό Ζ φέρει τήν δύναμιν τῶν Δ καί Σ,  εν sυλλήψει καί  οὐχί εν διαsτάσει.   Ὄταν τό ἐκφωνοῦμεν δέν  ἀκούομεν οὒτε τό Δ οὒτε τό C.   Ἀκούομεν μόνον τό Ζ.  Μία δύναμιc  εν ἐνί  γράμματι,  τό Ζ.  Ενοποίησιc  δύο δυνάμεων εν μία δύναμιν,  τήν δύναμιν τοῦ Ζ.     Διά νά ἔχωμεν μία ἑν sυλλήψει δύναμιν,  δέν δυνάμεθα νά τήν ποιήσωμεν ἐξ ἑνόc  ἡμιφώνου (σ)  καί ἑνόc  ἀφώνου (δ) διότι τά ἄφωνα προηγοῦνται τῶν ἡμιφώνων.  Αὐτά πρόc  τόν Ἠρωδιανόν,  υιόν τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ γραμματικοῦ.
Ὁ γραμματικόc  ὀφείλει νά ενώσηι τάc  γλώτταc  τῶν ανθρώπων  εν μία γλότα καί μία γραμματική.  Ἠ καταγραφή τῶν διαφόρων διαλέκτων  καί κατανόησιc  αὐτῶν τῶν διαλέκτων,  δέν  εἶναι τό ἀντικείμενον τοῦ γραμματικοῦ.  Ἡ γλωττομάθεια υπερετεῖ τόν γραμματικόν είc  τήν αποβολήν ἐξ αὐτῶν τῶν διαλέκτων τήν ἀsάφεια,  τήν μακρολογία, τήν ἀκυρολογία, τήν κακοsυνθεσία,  τήν απρέπεια καί ὀ, τί  αντίκειται  τῷ  Ἐλληνιsμῷ.

Οἱ γραμματικοί δέν καταγράφουν καί  δικαιολογοῦν τάc  γλοτικάc  sυνηθεὶαc  τῶν ανθρώπων.  Οἱ γραμματικοί  διορθώνουν τάc  γλοτικάc  sυνήθειαc  τῶν ανθρώπων τρόπωι αὐsτηρῷ  διά τήν  επίτευξιν τῆc  γλοτικῆc  ενώσεοc  τῶν ανθρώπων.  Αὐτά πρόc  ὄλουc  τούc  γραμματικοῦc,  παλαιούc  τε καί  νέουc.

Ἐπίσηc,  είc   τά   ρήματα     τῆc   τρίτηc  sυζυγίαc   ὀφείλομεν νά   χρησιμοποιέωμεν τό  Ζ  είc  τήν sύνθεσιν τοῦ μέλλοντοc  καί  τοῦ  ἀορίsτου. 

Ἡ τετάρτη sυζυγία οὐκ    υποsτάεται (ὑφίsταται)  διότι  τό ζ ἔει διπλό καί   τά   διπλά    ὥσπερ   τό ψ καί  τό ξ,  οὐκ ἔει κατακαταληκτικά  ενεsτῶτοc.    Χρησιμοποιοῦνται είc  τόν μέλλοντα καί   ἀόριsτον.  Ἀc  μεταβοῦμε πίσω  καί   ἀc  δοῦμε τί ἔχει φταίξει καί  ἔχομεν καταsτήσει τήν διάλεκτό μαc  μή ὀμαλή  καί  sυνεπῶc  δύσκολη  ἐοικυία  βαρβάρωι.

Η:   μακρόν μεγάφωνον·   φέρει τήν δύναμιν τό ε καί   τόν χρόνον τοῦ ε καί ἄλλον   ἕναν   χρόνο  ενόc  πεφθειρομένου   sτοιχείου τό ὀποῖον sυνήθωc  ἔει ἕνα ἐκ τῶν   α,ε,ο,σ,ν χωρίc  νά    αποκλείωμεν καί τό ενδεχόμενον φθορᾶc ἄλλου sτοιχείου.  Τό Η  οὐκ ἔει  sτοιχεῖον.  Παλαιότερα τό Η δέν ἦτο διπλό.  ἐχρησημοποιεῖτο ὡc  πνεῦμα δασύ τρόπωι λατινικῷ.  Παλαιότερα δέν υπήρχαν ψιλέc  καί δασίεc, ὥσπερ υπάρχουν τήν σήμερον.  Παλαιότερα δέν υπήρχε μακρόν Η.  Ὑπήρχε μόνον ε βραχύ τέ καί μακρόν,  ὥσπερ υπάρχει σήμερα βραχύ τέ καί μακρόν Α.  Γνώριζαν τότε ποῖον ἔει   μακρόν καί ποῖον ἔει βραχύ ὥσπερ γνωρίζωμεν ἐμειc  τό μακρόν Α καί τό βραχύ Α.

Φαίνεται  εἶχαν ἀρχίση νά sυγχέουν  τό  μακρόν  ε  καί   τό  βραχύ ε καί  αποφάσισαν νά τά χωρίσουν.  Καί τό ἔκαμαν.  Καί  εἶπαν τό ε  εἶναι τό βραχύ ε καί τό η  εἶναι τό μακρόν ε.

Ἔκαμαν πολύ καλά καί χώρισαν τό μακρόν  ε από  τό βραχύ ε.  ὀφείλομεν καί ἐμειc  νά χωρίσωμεν τό μακρόν Α από τό βραχύ Α.  προτείνω τό διπλό ΑΑ με ἕνα χαρακτήρα·  ἕνα Μ μέ μία γραμμή  sτήν μέση.

Θ:    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  δασύ  ὀδοντικόν,  μεταφορικόν.

Ι:     μόριον     επιτατικόν   καί   μεγάφωνον    καί  δίχρονον.   Τό  Ι  οὐκ ἔει  sτοιχεῖον καί  επομένωc οὔτε ψιλοῦται οὔτε δασύνεται..

Κ:    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  ψιλόν  λαρυγγικόν. Οἱονεί  τόν ψιλόν χῶρο·   τόν  ιδιάζοντα χῶρον·  τόν χῶρον τοῦ  ἀτόμου, τοῦ  ανθρώπου· τόν φίλα προσκείμενον είc  τόν ἄνθρωπον χῶρον.    sυλλαβή κε  οἱονεί   τόν  ἄνθρωπον (τόν εμέ, τόν ενεργόντα ἄνθρωπον καί συνεκδοχικᾶ  τόν γείτονα ἄνθρωπον). ἐξ οὕ καί ἡ πρόθεσιc  ἐκ.  τά πάντα ἐκ τοῦ ανθρώπου, ἐξ ἐμοῦ  καί συνεκδοχικᾶ  τόν γείτονα δικό μου ἄνθρωπον.    sυλλαβή Κα  οἱονεί  τά  τοῦ ανθρώπου υλικά  ἀγαθά.    sυλλαβή Κο  οἱονεί    τά  τοῦ  ανθρώπου νοητικά ἀγαθά.  Τόν σκεπτόμενον ἄνθρωπον.  ἐξ οὓ καί  τό  ὄνομα κοέν.  ἐκ τῶν sυλλαβῶν κο + εν.  ὁ εν συλλογισμῷ   εὐρισκόμενοc  ἄνθρωποc.   Sυνεκδοχικά ὁ ἱερεύc  σέ ἄλλη διάλεκτο.

Λ:    sτοιχεῖον ἡμίφωνον   ἀμετάβολον·  οἱονεί  τό φυσικόν φαινόμενον τῆc  διαsτολῆc·  τήν εξάπλωσιν,  τήν διάsπαρσιν, τήν ἐξωτερίκευσιν, τήν διάχυσιν,  τό  απλώνω. 

Μ:     sτοιχεῖον ἡμίφωνον  ἀμετάβολον·  οἱονεί τήν μάζαν,  τήν sυσσόρευσιν, τήν sυρρύκνωσιν,  τήν   αδυναμίαν ἐξωτερικεύσεοc,  τήν sυμπύκνωσιν.   Τρόπωι τινά τό   αντίθετον τοῦ  sτοιχείου λ.

Ν:     sτοιχεῖον ἡμίφωνον   ἀμετάβολον·  οἱονεί  τήν δύναμιν πορεὶαc  εν χρόνωι, τήν     δύναμιν χρωνοπορεὶαc·  τήν διαβίωσιν.  Αγγλιsτι. the power to go on.  ἐξ οὓ καί τό ὀνομα μόνοc·   ἀφαιρέσει τῆc  πτωτικῆc  καταλήξεοc  οc  ἔχομεν μον.   Τό Μ.   τό Ο.  τό Ν.   οἱονεί   τήν δυνατότητα χρονοτριβῆc  μή ἐξωτερικεύονταc  τάc  sκέψεάc  μου.  ἄλλωc,  δυνατότητα χρονοπορεὶαc  φυλάττονταc  μέσα μου τάc  σκέψεάc  μου.  Τό ξένο  μόνκ (monk)   οἱονεί   τήν δυνατότητα τοῦ πορεύεsθαι sυσσορεύονταc  τάc  sκέψεάc  μου  sτόν κ χῶρον ὁ ὁποῖοc   εἶναι ἕναc  ψιλόc  χῶροc.  ὁ χῶροc  τοῦ ανθρώπου.  ἐδυνὰμην ἄν τόν μόνον εἴποιμεν μόνκον.  Καί ὸταν ἐμπέση είc  τάc  πτώσειc   γίγνεται  ὁ μόγκοc  τοῦ μόγκου. τό Ν προ τοῦ Κ, Γ, Χ τρέπεται σέ Γ.  Καί ἄν ἐκτείνωμεν τό Ο σέ  οὐ  ἔχομεν μουγκόc.

Ξ:    διπλό ψιλόν  λαρυγγικόν.  φέρει τήν   δύναμιν τοῦ  Σ   καί   κ εν sυλλήψει.  Τό Ξ  οὐκ ἔει  sτοιχεῖον.  Ἐν sυλλήψει οἱονεί   ὅτι  ἐκφωνὼνταc  τό  Ξ  δέν  ἀκούομεν  οὒτε  τό  Σ   οὒτε τό κ.  Ὑπαρχει μία δύναμιc.   Ὑπάρχει ἡ δύναμιc  τοῦ   Ξ.   Αὐτά πρόc  τόν Ἡρωδιανόν, υιόν τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ γραμματικοῦ.

Ο:   sτοιχεῖον μεγάφωνον,   μόριον    επιτατικόν.  Οἱονεί τά νοούμενα·  τάc  σκέψεαc.   Τό  ὄμικρον  επίσηc  φέρεται ὡ  ψιλόν καί  δασύ.  τό  ψιλόν οἱονεί ὅ,τι  εἶναι φίλα προσκείμενον είc  τόν ἄνθρωπον.  τό  δασύ οἱονεί ὅ,τι  εἶναι μή φίλα προσκείμενον είc  τόν ἄνθρωπον.  Πᾶν μέτρον ἄνθρωποc.

Π:    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  ψιλόν πιεsτικόν,  χειλικόν.  Οἱονεί  ψιλήν  πίεσιν.   Τήν φίλα προσκειμένη  είc  τόν ἄνθρωπον πίεσιν.
Ρ:     sτοιχεῖον ἡμίφωνον  ἀμετάβολον,  Οἱονεί  τήν πάροδο τοῦ χρόνου, τήν ροή τοῦ χρόνου,  μία χρονική  περίοδοc  μέ ἀρχή καί τέλοc.
ἔχομεν τό ψιλόν ρ καί τό δασύ ῥ.
Ρα, Ρε, Ρο  οἱονεί μία ὀριsμένη χρονική περίοδον (σωματική, ψυχική, νοητική).
Ῥα, Ῥε, Ῥο  οἱονεί μία ἀόριsτον χρονική περίοδον (σωματική, ψυχική, νοητική).

τόν ρ’ ἐφίλησεν ἄναξ Διόc  υἱόc  Απόλλων.
τόν ἀγάπησεν τότε (γνωsτό χρονικό) ὁ υἱόc  τοῦ Διόc  ὁ ἄναξ Απόλλων.

τόν ῥ’ ἐφίλησεν ἄναξ Διόc  υἱόc  Απόλλων
τόν ἀγάπησεν κάποτε (ἄγνωsτο χρονικό) ὁ υἱόc  τοῦ Διόc  ὁ ἄναξ Απόλλων.

Σ: σ, c. (c = τό χρησιμοποιῶ ὡc τελικόν πρόc αποφυγήν συγχύσεοc μέ τό S (sτίγμα))  πνεῦμα  δασύ.  ἡμίφωνον.      οἱονεί τό ἀόριsτον. Χρησιμοποιεῖται διά τήν sύνθεσιν τῶν ἀορίsτων χρόνων μέλλοντοc  τέ καί ἀορίsτου.
Τ:    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  ψιλόν  ὀδοντικόν, μεταφορικόν.  Οἱονεί ψιλήν   μεταφορά.      Τέω οἱονεί μεταφέρω  κάνονταc  κίνησιν (Ε)·  και συνεκδοχικᾶ   τό  λαμβάνω.  Τέε πίε οἶνον.  Κατά κράσιν  τῆ πίε οἶνον.  Ἄπλωσε  τό  χέρι σου καί  λάβε.  Τάω οἱονεί  δέχομαι, μεταφέρω  ἀκίνητοc.  Τόω οἱονεί  μεταφέρω σκεπτόμενοc.

Υ:   Μόριον ποιοτικόν·  μεγάφωνον    καί  δίχρονον.
Ἄν ψιλοῦται, επιτάσσει καλή ποιότητα·  Ἄν δασύνεται, επιτάσσει κακή ποιότητα.     Λαμβάνει δε  τό ὀνομά του   από τό  sτερηρικόν μόριον υ καί τό ψιλόν ἤγουν ύψιλόν τό μή ψιλόν οἱονεί τό δασύ διό καί δασύνεται πάντοτε καταχρηsτικῶc.

U:  Μόριον  sτερητικόν·   μεγάφωνον    καί  δίχρονον.  Τό U  οὐκ ἔει  sτοιχεῖον  καί  ἑπομένωc οὔτε ψιλοῦται οὔτε δασύνεται.  

Φ:    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  δασύ χειλικόν. Πιέσεοc.   Οἱονεί  τὴν δασεὶα πίεσιν.  Τήν βλάπτουσα τόν ἄνθρωπον πίεσιν.  Τήν μή φιλική είc  τόν ἄνθρωπον πίεσιν καί  πολλά ἄλλα.  Τό δασύ ἔχει πολλά πρόσωπα.
       Φόρσα.  Φάοc.   Τήν μή φίλα προσκειμένη είc  τόν ἄνθρωπον πίεσιν.  Τήν μαύρη καί δασεία  καί μή δυναμένη κατανοηθήναι πίεσιν.  Τό πάν ἐκ τοῦ ανθρώπου.  Πᾶν μέτρον ἄνθρωποc.
Χ:    sτοιχεῖον μικρόφωνον,  δασύ  λαρυγγικόν.  Οἱονεί   τόν δασύ χῶρον.  χάοc.   Τόν μαῦρον καί ἄγνωsτον είc  τόν ἄνθρωπον  χῶρον.
Ψ:   διπλό ψιλόν χειλικόν  φέρει τήν   δύναμιν τοῦ  Π   καί   Σ εν sυλλήψει.   Τό  Ψ  οὐκ ἔει  sτοιχεῖον.     Ἐν sυλλήψει οἱονεί ὂ,τί ἐκφωνώνταc  τό Ψ δέν ἀκούομεν οὒτε τό Π οὒτε τό Σ.  Δέν τίθεται θέμα πρώτου ἡ δευτέρου διότι τό ἕνα  εἶναι ἄφωνον καί τό ἄλλο  εἶναι ἡμίφωνον καί τά ἄφωνα προηγοῦνται τῶν ἡμιφώνων εν sυλλήψει.  Ὑπάρχει μία δύναμιc.   Ὑπάρχει ἡ δύναμιc  τοῦ  Ψ.   Αὐτά πρόc  τόν Ἡρωδιανόν, υιόν τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ γραμματικοῦ.

Ω:   μακρόν μεγάφωνον.   Φέρει τήν   δύναμιν τοῦ  ο καί   τόν χρόνον τοῦ ο καί  ἄλλον ἕναν χρόνο  ενόc  πεφθειρομένου  sτοιχείου τό ὀποῖον sυνήθωc  ἔει ἕνα ἐκ  τῶν   α,ε,ο,σ,ν  χωρίc  νά    αποκλεὶωμεν     τό ενδεχόμενον  φθορᾶc  ἄλλου  sτοιχείου.   Τό Ω  οὐκ ἔει  sτοιχεῖον.

Τά  γράμματα διαιρέονται εν    sτοιχείοιc  καί  μορίοιc  καί  διπλοῖc  καί  μακροῖc καί πνεὺματσι. 

Τά   sτοιχεῖα ἔουσι δέκα καί  ἐξ,  ἤγουν   τά  Α,Β,Γ,Δ,Ε,Θ,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ρ,Τ,Φ,Χ

Τά μόρια ἔει  επτά·  τά  Α,Ε,Ο,Ι,Υ,U καί  S.
Τά πνεύματα  ἔει Σ, (τό H παλαιότερα)  καί  ενδεχομένωc  καί  ἄλλα πολλά.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν διπλοῖc  ἤγουν  sυνύπαρξιc  τοῦ  Σ   μετάτινοc  μικροφώνου εν sυλλήψει.  Δύο δυνάμεεc  εν ἐνί χρόνωι.

Τά γνωsτά  διπλά   ἔει τρία ἤγουν  τό ζ, ψ, ξ.  Ἐγώ πιsτεύω ὅτι   επιβάλεται ἡ  καθιέρωσιc  καί   τῶν   ἄλλων διπλῶν καί  είc   τά   ὀνόματα   καί  είc   τά   ρήματα.  ἡ κατάργησιc  τῶν διπλῶν δέν μειώνει τήν γλότα.  Ἴσωc    εἶναι   καλλίτερα μέ  τό  πλήρεc  τῆc  γραφῆc.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν μακροῖc  ἤγουν   Α, Η, Ω.  Λέγονται μακρά  διότι  ενέχουν   μία   δύναμιν καί  δύο χρόνουc·    ενέχουν τόν χρόνο τόν δικό τουc  ἤγουν  τό μακρό Α ενέχει   τόν χρόνο τοῦ βραχέοc  Α,  τό μακρό Η ενέχει   τόν χρόνο τοῦ βραχέοc  ε  καί  τό μακρόν Ω ενέχει   τόν χρόνο τοῦ βραχέοc  Ο,  καί  ενέχουν   ἄλλον ἕναν χρόνο, αὐτόν τοῦ   πεφθειρομένου γράμματοc.  Sυνήθωc  αὐτό τό γράμμα ἔει ἕνα ἐκ  τῶν   Α, Ε, Ο, Ν, Σ  χωρίc  νά    αποκλείωμεν  τά   υπόλοιπα γράμματα.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν  τά  τοῦ χώρου.  Κ, γ, χ.  Ἐδῶ,  επιθυμῶ  επισημαίνειν ὅτι ὁ χῶροc  εἴτε  εἶναι ψιλόc  (κ),   εἴτε  εἶναι μέσοc  (γ),   εἴτε  εἶναι δασύc  (χ),   δέν ἔχει διαsτάσειc.   Αἱ διαsτάσειc  αἱ ὀποῖαι φαίνεται νά    εἶναι διαsτάσειc  χώρου,  εἶναι αἱ διαsτάσειc  τῶν σωμάτων  εὐρισκομένων εν τῷ χώρωι αὐτῷ.  Ὁ χῶροc, ὄμωc, δέν ενέχει πάντοτε σώματα·  ὁ χῶροc  δύναται ενέχειν  καί σώματα καί πράγματα (ἄυλα) καί ιδέεc.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν  τά  τῆc   πιέσεοc   π, β, φ.

Τά  γράμματα   επίσηc  διαιρέονται εν   τά  τῆc  μεταφοράc  τ, δ, θ.


Τό α ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον.  Επιτάττει  τά σώμματα είc  τά  sτοιχεῖα ὠc  μόριον καί  ὠc   sτοιχεῖον δεικνύει  τό  ἄψυχον υλικόν σῶμα καί  τήν ακινησία.   Παρατηράομεν ὅτι τό α ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μακρόν καί  μόριον.  Καί διά  τοῦτον τόν λόγο προτὰσσεται  τῶν   ἄλλων γραμμάτων  καί  όχι  διότι  ἔει ὄμοιο  τῷ  σχήματι   τῇ  κεφαλῇ  ἀγγελάδοc. Καί  ὄχι   επειδή  αποτελεῖ μέροc  κάποιαc  ἱερῆc  λέξεοc .   Ὄλαι  αἱ  λέξειc , προιόντοc  ἱεροῦ νοόc,  ἔουσι ἱεραί.     Ἐγώ προτείνω νά ἀφαιρέσωμεν τήν ιδιότητα τοῦ μακροῦ από τό Α απεικονίζονταc  τό μακρόν Α μέ ἕναν ἂλλο χαρακτήρα,   ἕνα διπλό Α ὣσπερ ἁπεικονίζωμεν τό μακρόν Ο μέ τό Ω.  Ἂν ἐγένετο αὐτό, θά γνωρίζαμεν ὂτι τό Α τῆc  παραληγούσηc  τοῦ ἀγαπᾶμεν  περιsπᾶται (περιsπάεται) διότι ἒει   μακρόν ἐκ τοῦ ἀγαπάομεν.  Φθείρεται τό Ο  καί  ὁ χρόνοc  τοῦ Ο  εισέρχεται   τῷ Α καί ἐκτείνει αὐτό·  καί τό πάθοc ὀνομάζεται sυναλοιφή κατά κράσιν.  (ἐδῶ παρατηράομεν ὅτι ἡ νέα Ἐλληνική ἔχει διορθώσει τό λανθαsμένο ἀγαπῶμεν τῶν  ἀρχαίων).
                                                                                                                                                                       
Τό ο ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον.   Επιτάσσει τά νοούμενα είc  τά  sτοιχεῖα ὡc  μόριον καί ὡc   sτοιχεῖον δεικνύει τάc  ιδέαc, τά νοούμενα, τάc sκέψεαc, τάc  τοῦ νοόc  φαντασίαc, τά  τοῦ νοόc  γεννήματα.   Τό ο  οὐκ ἔει μακρόν.  Ωc  μακρόν ἒχομεν τό ω.

Τό ε ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον.  Ὡc  μόριον  επιτάττει τό αἴτιον τῆc  κινήσεοc  (κίνησιν) είc  τά  sτοιχεῖα καί ὠc   sτοιχεῖον δεικνύει τό ἔμψυχον, ζωή, κίνησιν, σωμάτων τε καί ἀσωμάτων.   Τό ε  οὐκ   ἔει μακρόν.  Ωc  μακρόν ἒχομεν τό η.

Τά   Ι, τό   Υ  καί  U  οὐκ    ἒουσι   sτοιχεῖα.   Τό Ι, τό Υ καί τό   U έουσι  δίχρονα καί  μόρια     επιτατικόν    καί   sτερητικόν .    Τό I ἔει    επιτατικόν   μόριον· επιτάσσει τό πάνυ…, τό μεγάλωc…. Τό U ἔει  sτερητικόν μόριον· τό Υ ἔει επιτατικόν ποιότητοc.



Περί  sτοιχείων

Πλάτων..… Sτοιχεῖον, τό sυνάγον καί διαλύον τά sύνθετα.

Οἱ παλαιοί ἔλεγαν·
sτοιχεῖον ἐsτί καί ἡ πρώτη  καί αμερήc  τοῦ ανθρώπου φωνή  ἢ φωνῆc  Ἐλληνίδοc  φθόγγοc  ἐλάχιsτοc.  Ἑκάsτη μέν λέξιc  καί sυλλαβή δύναται  μεριsθῆναι, ἡ μέν λέξιc  είc  sυλλαβάc, ἡ δέ sυλλαβή είc   sτοιχεῖα, τό δέ  sτοιχεῖον αμερέc  ἔsτι.

Ἐγώ λέγω·
Τά  sτοιχεῖα τῆc  γλοτόc  ἔουσι άυλλα καί  ἡ μεταφορά τῆc  σημασίαc  είc  τά υλικά  εἶναι sυνεκδοχική  καί δι’αὐτόν τόν λόγον μία λέξιc  μέ τά ίδια  sτοιχεῖα δύναται εννοεῖν πολλά πράγματα.

Ὄσο καλά καί ἄν ἀκούονται αἱ λέξεεc, ἄν τά  sτοιχεῖα τά ὁποῖα sυνάγουν αὐτάc  τάc  λέξεαc  δέν  εἶναι τά κατάλληλα,  αὐταί αἱ λέξεεc  θά ξεχαsθοῦν, θά ἀφαιθοῦν είc  τήν λήθη.

Παράδειγμα.
 Ἡ sύνθεσιc τῆc sύλλαβῆc ΚΥΝ ἄν καί υπάρχη sέ sύνθεταc λέξεαc, ἔχει οὐσιαsτικᾶ απολεsθῆ από τό λεξιλόγιο τῶν Νεοελλήνων ἔχουσα τήν ἔννοια τοῦ κατοικιδίου.  Κύν, κυνόc, κυνί, κύνα.  Ἡ sύνθεσιc δέν ἔχει πρόβλημα.  Τό πρόβλημα τό ἔχει ἡ απόδοσιc.  Τό κατοικίδιον δέν εἶναι κύν-αc ἀλλά sκύλοc· θά δοῦμε ἀργότερα διά τί.

Αἱ ξεχαsμέναι λέξειc  ξεχάsθησαν διότι ἦσαν κακοsυντεθημένεc  ἢ ἦσαν   εὐsυντεθημένεc   ἄλλά    κακομεταχειριsμένεc.  Οἱ παλαιοί γραμματικοί ὂφειλαν νά προσέξουν τήν κακομεταχείρισιν καί τήν κακοsυνθεσία καί τρόπωι αὐsτηρῷ νά τάc  διορθώσουν.  Δέν τό ἔκαμαν καί τά πράγματα ἔφθασαν ὡc  ἐδῶ.  ἀσχολήθησαν μέ πράγματα ἀsτεία καί τά σοβαρά πράγματα κακοποιήθησαν.

Ηρωδιανόc  καί πατήρ Ἀπολλώνιοc  προσπαθοῦν νά πείσουν ὁ ἕναc  τόν ἄλλον ἂν τό ὄμικρον   εἶναι μακρύτερον τοῦ ἔψιλον ἢ τό ἔψιλον  εἶναι μακρύτερον τοῦ ὄμικρον καί τῷ  αὐτῷ χρόνωι  επιτρέπουν νά ἒχωμεν ἀνώμαλα ρήματα καί πολλάc  ἄλλαc  ἀνωμαλίαc  είc  τήν γλότα.  Αὐταί αἱ ἀνωμαλίαι ἔχουν καταsτήσει τήν γλότα δύσκολην πρόc  μάθησιν καί ἡ κατάsτασιc  τῆc  δύσκοληc  γλοτόc  κατέsτησεν τό σκέπτεsθαι τοῦ ανθρώπου δύσκολον  καί διά μερικούc ἀδύνατον.

Τά   sτοιχεῖα ἔει δέκα καί  ἑξ,  ἤγουν   τά  Α,Β,Γ,Δ,Ε,Θ,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ρ,Τ,Φ,Χ
Τά   sτοιχεῖα   επίσηc  χωρίζονται σέ καθαρά καί  μή καθαρά.
Τά μή καθαρά ἔει  τά  μεγάλην  φωνήν ἔχοντα(φωνήεντα ἤ  μεγάφωνα) ἤγουν  τό α τό ε  καί  τό ο.  Τό α, τό ε  καί  τό ο λέγονται καί  μή καθαρά  διότι  αὐτά ἔει καί    sτοιχεῖα  καί  μόρια.
Τό  ἀλφα ἔει καί   sτοιχεῖον καί  μόριον  sτερητικόν καί  μόριον    επιτατικόν   καί  μακρόν καί  βραχύ.  Τό  ἄλφα ενέχει ὅλαc  τάc  ιδιότηταc   τῶν    υπολοίπων γραμμάτων  ενώ ουδέν ἐκ  τῶν    υπολοίπων γραμμάτων ενέχει ὄλαc  τάc  ιδιότηταc   τάc    ὀποῖαc  ενέχει   τό α  καί  διά  τόν προαναφερθέν  λόγον  τό  ἄλφα προτάσσεται  τῶν    υπολοίπων γραμμάτων.

Τό α,   ὥc    μόριον,  sτοιχειοδοτεῖ τήν σωματικήν ύπαρξιν είc  τά  sτοιχεῖα καί ψιλοῦται ἤ δασύνεται.   Τό α   ὥc     sτοιχεῖον  επιτάσσει  ακινησία.  Τό Α  επίσηc   ὥc     επιτατικόν καί   sτερητικόν μόριον φέρεται νά    επιτάσση τό πάνυ μεγάλο καί  τήν  sτέρησιν·  ιδιοτήτων  ἀφαιρεθέντων από τό πάλαι ποτέ γνωsτόν   S (sτίγμα).  ἐδῶ τό  α,  ὥc    μόριον, δέν υπάρχει λόγοc  νά   δασύνεται ἤ νά ψιλοῦται. 

Τό ε   ὥc    μόριον,  sτοιχειοδοτεῖ τήν ψυχικήν   ύπαρξιν  είc  τά  sτοιχεῖα,  τό αἴτιον τῆc  κινήσεοc   τῶν   σωμάτων,   καί  ψιλοῦται ἤ δασύνεται.    Τό ε   ὥc     sτοιχεῖον  επιτάσσει κίνησiν.  Ἐδῶ  επιθυμῶ νά θέσω ἕνα ἐρώτημα:  Δυνάμεθα  ἄν ἔχοιμεν  ε  ψιλόν καί  ε  δασύ;

Τό  ο   ὥc    μόριον,  sτοιχειοδοτεῖ τήν νοητικήν   ύπαρξιν, τά νοούμενα, είc  τά  sτοιχεία,  καί  ψιλοῦται ἤ δασύνεται. Τό ο   ὥc     sτοιχεῖον  επιτάσσει φαντασία· τό προδέρκεsθαι.                                                                   

Τά καθαρά  sτοιχεῖα  ἔουσι  τά:   1).  Τά  μικράν φωνήν ἔχοντα(κακόφωνα ἤ  μικρόφωνα),  ἤγουν   τά  τῆc  πιέσεοc    π β φ,   τά  τοῦ χώρου  κ γ χ, καί τά τῆc  μεταφορᾶc  τ δ θ  καί  2).  τά ἡμίφωνα  ἤγουν   τά  ἀμετάβολα Λ Μ Ν Ρ.    Ὀνομάζονται ἀμετάβολα ὄχι μόνον διότι δέν μεταβάλλονται εν τοῖc  κλήσεσι τῶν ὀνομάτων  καί τοῖc  μέλουσι τῶν ρημάτων  ἄλλά    διότι τά  sτοιχεῖα τά ὁποῖα  απεικονίζουν  εἶναι  ἀμετάβολα εν τῇ φήσει.  Ὅλα αὐτά ἔει καθαρά  διότι  ἔουσι   μόνον    sτοιχεῖα καί  οὐχί μόρια.

Ἐπίσηc,  ἔχομεν τό επιτατικόν μόριον Ι, τό επιτατικόν μόριον ποιότητοc U, τό  sτερητικόν μόριον Υ καί  τό S (sτίγμα) τό ὁποῖον  εἶναι καί   sτερητικόν καί    επιτατικόν μόριον.   Οἱ γραμματικοί τό ἔχουν ταυτήσει καταχρηsτικῶc  μέ τό δασύ  πνεῦμα  Σ   (σίγμα).  Πιsτεύω ὅτι μετά τήν κατάργησιν τοῦ  sτίγμα από τήν ἀλφάβητο,  αἱ ιδιότηται αὐτοῦ μεταφέρθησαν τῷ Α, μή δυνάμενο νά    τάc    αποδεχθῆ τό δασύ πνεῦμα  Σ   (σίγμα).

Ἐπίσηc, ἔχομεν τό μόριον  U,  τό (ου) τό ὀποῖον ἐξακολουθεῖ νά υπάρχη sέ ξένα ἀλφάβητα καί οἱ προγονοί μαc τό ταύτησαν καί τό ενοποίησαν μέ τό Y (ύψιλον).
Καί τά  δύο εἶναι μόρια  επιτατικά.    Τό ἕνα  επιτάσσει  sτέρησιν. (sτερητικόν μόριον)  καί τό ἄλλο  επιτάσσει ποιότητα. (ποιοτικόν μόριον)  καί εξακολουθεῖ νά υπάρχει εἰc τήν δίφθογγον ΕU.  Εἰc  τήν δίφθογγον ΟΥ πιsτεύω ὅτι ἔχει  επιβιώσει τό  sτερητικόν  Y  καί  επιμένω ἡ ου νά προφέρεται εν διαsτάσει καί ἔχομεν ου =(ο ου). O Uρανοc  καί όχι ο ουρανόc.  Καί ἡ δίφθογγοc ΟΥ νά προφέρεται ὡc  οf ἤ οv(οβ).  Προσοχή, χρησιμοποιέω τό μικρόν f  τό ὁποῖον πιsτεύω ὅτι εἶναι τό πάλαι ποτέ χαμένο F (δίγαμα).  Επίσηc χρησιμοποιέω τό μικρόν (β)τό ὁποῖον πιsτεύω τι εἶναι τό πάλαι ποτέ χαμένο V.  Καί τά δύο αὐτά δεν ἔχουν κάν μία σχέση μέ τό ἄφωνον δασύ φ  ἤ μέ τό ἄφωνον β. Τό φ καί τό β εἶναι sτοιχεῖα. Τό F καί τό  V εἶναι  επιτατικά μόρια ποιότητοc.  (ποιοτικά μόρια).   Ἔφυγαν τό   F καί τό  V καί γενήθηκε τό Y grec (το Υ ψιλόν) καί ξεχάσαμε ὄτι τό U ἑπιτάσσει  sτέρησιν καί τό Υ επιτάσσει ποιότητα· καλή ἄν ψιλούται καί κακή ἄν δασύνεται.



Τά πτωτικά  ὀνόματα   είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί  Κλητικήν ενικήν λήγουν σέ  c  καθαρόν καί  c  μή καθαρόν.  Καθαρόν λέγεται  τό  c  ὄταν πρό αὐτοῦ  υπάρχηι φωνήεν.  μή καθαρόν λέγεται  τό  c  ὄταν πρό αὐτοῦ  υπάρχηι sύμφωνον ἤ  sύμφωνα. Ἄν  πρό τοῦ   c   υπάρχηι ἄφωνον   sύμφωνον,  τό  ἄφωνον   sυλλαμβάνονταc   τό  c  μεταβάλεται καί  γίνεται διπλό καί  φέρει μίαν δύναμιν ἐκ δύο δυνάμεων καί   μόνον ἕναν χρόνο.  Τό  π  sυλλαμβάνονταc   τό  c   γίγνεται ψ.   τό  κ  sυλλαμβάνονταc   τό  c   γίγνεται ξ.      Τό  δ  sυλλάμβανονταc   τό  c   γίγνεται ζ.  Διά   τά   υπόλοιπα sύμφωνα   οὔκ  υπάρχει  γράμμα διά  νά    απεικονίση τήν sύλληψιν   τῶν    υπολοίπων  ἀφώνων μέ  τό   c.    Γνῶμιν  μου εἶναι  ὅτι   αὐτό  ἔηι παράληψιc  τῆc   Ἐλληνικῆc     γλοτόc.

Ἄν πρό τοῦ   c   υπάρχηι  ἀμετάβολον,  παρατηρεῖται  ὅτι    τό   ἀμετάβολον  οὐ μεταβάλεται σέ  διπλό  ἀλλά    sυμβαίνει μία ἐκ  τῶν   δύο περιπτώσεων.  Ἠ  θά  αποβληθῆ   τό   ἀμετάβολον   ἤ  θά  αποβληθῆ   τό  c.   Ὄλα αὐτά sυμβαίνουν είc  τήν  ἐνική  ὀνομαsτική.   είc  τήν  ἀνέμπτωτην μορφή δέν  ἔχει ἐμφανιsθεῖ ἀκόμα τό C.

Ἔχομεν  τό  χωρικόν   sτοιχεῖον χ καί οιονεῖ τόν  δασύ  χῶρο.  Παρατίθεται αὐτῷ  τό  ε τῆc   ψυχικῆc   υπάρξεοc   τό  ὀποῖον οιονεῖ κίνησιν καί   εἶτα  τό  ρ τοῦ χρόνου  καί   ἔχομεν δύο  sτοιχεία ἤγουν   τό  χ καί   τό  ρ.  Μεσολαβοῦντοc  τοῦ   μορίου ε ενέχοντοc   sτοιχεία ψυχικῆc   υπάρξεοc  (κινήσεοc ),    ἔχομεν τήν sυλλαβή  χερ.
Τήν ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  χέρc
καί  τό  κλίνομεν οὔτωc.
Ἐνικόc 
χήρ-        αποβάλεται  τό  c  καί  ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η               
χερ όc      χερόνησοc  οιονεῖ  ἡ  νῆσοc  τοῦ  
               χερό(c ) (Γενική ενική)           
χέρ  ι                     
χέρ α                     
χῆρ-       αποβάλεται  τό  c  καί  ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η               

Πληθυντικόc 
χέρ εc
χερ ῶν         ἐκ τοῦ χέρονc  χερόννησοc  οιονεῖ  νῆσοc
                   τῶν   χέρον(c )  (Γενική πληθυντική)
χερ σί
χέρ αc
χὲρ εc
 
Χὲρ,  χέρc  καί  χήρ είc  τήν ὀνομαsτικήν οιονεῖ τόν Ρ δασύ χρόνωι,    εν χώρωι δασύ, μαῦρο καί ἄγνωsτο.  Ὁ χήρ  εἶναι αὐτόc  ὁ ὀποῖοc   εὐθήνεται διά αὐτήν τήν ενέργιαν. Ὁ χήρ  τοῦ χερόc.  Καί ἄν μεταθέσωμεν  τά    sτοιχεῖα, ἔχομεν ΧΡΕ ἐξ οὕ καί χρέ-οc.                                                                                                                                                                                                                                      

Δέν γνωρίζω διά τί τό μέροc  τοῦ ἀνθρωπινοῦ σώματοc  ὀνομάsθει χείρ, χειρόc, χέρι.  Χαριτολογόνταc  θά ἔλεγα ὅτι ὁ χήρ φέρει τόν ἄνθρωπον διά τῆc  χειρόc  του   είc  τόν δασύ, τόν ἄγνωsτον καί  μαῦρον χῶρον.

Ἄλλαι διάλεκτοι sυνέθεσαν τό ὄνομα τοῦ ἀνθρωπίνου μέλουc ἐκ τῶν  sτοιχείων Μ, Α, Ν.  ΜΑΝ+(Ο ἡ κατάληξιc ) ἔχομεν μανο. la mano, Ἱsπανικά.  Καί  ἡ   sύνθεσιc τῶν sτοιχείων Μ,Α,Ν  τί δύναται νά εννοει;  

Το μ οιονεῖ   τό  sυσσωρεύω.
Το α οιονεῖ  τά σώματα,  τήν ύλην.
Τό ν οιονεῖ  τήν δύναμην τοῦ πορεύεsθαι εν χρόνωι.

Μαν είc  τή ἐλληνικήν  οιονεῖ (ὁ ἔχων, ἡ ἔχουσα, τό ἔχον)  τήν δύναμιν τοῦ πορεύεsθαι εν χρόνωι sυσσωρεύονταc  σώματα, ύλη.  Οἱ Νεοέλληνεc  τό  εἶπαν μάνα, οιονεῖ τήν μητέρα.  Οἱ Ἱsπανοί τό  εἶπαν μάνο, la mano, οιονεῖ τήν χεῖρα.  Οἱ Ἄγγλοι τό  εἶπαν μαν,  the man, Οιονεῖ  τόν ἄνδρα.

Ἡ λέξιc  κήρ θεωρῶ ὅτι ἔχη χρησιμοποιηθεῖ λανθαsμένωc.   Τό θέμα  εἶναι Κερ. Ὀνομαsτική ενική  κέρc.   καί  ἔχομεν κήρ αποβληθέντοc  τοῦ c  καί  οιονεῖ τήν sύν  τῷ ψιλῷ χρόνωι  ροή (Ρ)  τῶν ψυχῶν(Ε)  εν τῷ χώρωι Κ.  Ἐν χώρωι γνωsτῷ, εν χώρωι  φωτεινῷ  καί  οὐχί εν χώρωι  Χ, δαςύ, μαῦρον καί  ἄγνωsτον.  Κήρ δέν  εἶναι ἡ θανατηφόροc  μοῖρα ἄλλά ἡ μοῖρα τῆc  ενσαρκόσεοc  τῶν ψυχῶν ἤγουν ἡ μοῖρα τῆc  γενήσεοc  τῶν ανθρώπων.

Ὄλα τά παλαιά  λεξικά  καί  ἐτυμολογικά sυνάγουν ἀsυναρτησίαc  ὡc  πρόc  τήν εὐτμολογία τῆc  λέξεοc  κήρ. Ἐκ τοῦ καίω γράφουν ἀγνωόνταc  τήν διαδικασίαν sυνθέσεοc  τῆc  λέξεοc  ἐκ  τῶν    sτοιχείων. 

Καί πῶc  ἐτυμολογοῦν  τό  καίω;  Δέν τό ἐτυμολογοῦν.  Μόνον τό Μέγα ἐτυμολογικόν  γράφει ἐκ τοῦ κῶ.  Καί πῶc  ἐτυμολογεῖ  τό  κῶ;
Οὔτωc 
Τό δέ κῶ σημαίνει  δύο•  τό κοιμῶμαι,  ἐξ οὗ καί κοίτη•  τό καίω, ἐξ οὗ καί τό,
Κειάμενοι πυρά πολλά.

τό κειάμενοι δέν  εἶναι καιόμενοι.  Τό κειάμενοι  εἶναι κείμενοι.  Κείμενοι  πυρά πολλά.  Δέν ἐτυμολογεῖ  τό  κῶ. Μᾶc  γρᾶφει ὅτι sυμαίνει δύο.  Αὐτό καί  αὐτό. Τίποτα ἄλλο.   Ἐτυμολογία απούσα.

Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον ν καί οιονεῖ τήν δύναμιν τοῦ πορεύεσθαι εν χρόνωι.  Παρατίθεται  τό  μόριον ι   επιτάσονταc   τό  μεγάλο,  τό  πάνυ, καί   ἔχομεν  τήν sυλλαβή  ιν.
Τήν ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  ινc  καί  τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 
ιν-     ἤ ιc.     Τό ι  ἔει μακρόν καί  είc  τάc  δύο
                   περιπτῶσειc λόγωι  φθορᾶc  του  c  είc
                   τήν μία περίπτωσιν καί τοῦ ν εἶc  τήν ἄλλην          
ιν - οc 
ιν -  ι                     
ιν - α                     
ιν-   ἤ  ιc.        τό  ι  ἔει μακρόν καί  είc  τάc  δύο
                     περιπτῶσειc  καί περιsπάεται  διότι
                     ἐδῶ   ἔχομεν Κλητική. 
                   
Πληθυντικόc
ιν - εc
ιν - ων  ἐκ τοῦ    ινονc
ι  - σι
ιν - αc
ιν - εc

Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον Α  τῶν   σωμάτων.   ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον ρ τοῦ   χρόνου.  Μεσολαβοῦντοc  τοῦ   μορίου ε  τῆc   ψυχικῆc   υπάρξεοc   ἔχομεν  τό   ἀνέμπτωτον ὄνομα  ἄερ.  Τό  ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα  ἄερc  καί   τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 
ἀήρ- ἤ  ἀήc         αποβληθέντοc  ενόc  ἐκ  τῶν   δύο
                        sυμφώνων ἐκτείνεται τό  ε  σέ  η
                         καί ὀξύνεται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν
                        ὀνομαsτική.                
ἀερ - οc            ἀερολογία οιονεῖ περί  ἀεροc   ὁ  λόγοc.           
ἀερ - ι                      
ἀερ -α                     
ἀῆρ- ἤ ἀῆc             αποβληθέντοc  ενόc  ἐκ  τῶν     δύο
                           sυμφώνων ἐκτείνεται τό ε  σέ  η  καί 
                           περιsπάεται διότι ἐδῶ ἔχομεν Κλητική.


Πληθυντικόc 
ἀέρ - εc 
ἀέρ - ων      ἐκ τοῦ     ἀέρονc.   Ἀερολλογία οιονεῖ  περί
                  ἀέρωνὁ  λόγοc. ἀέρον + λόγοc=  ἀερολλογία.
                  Tό  ν πρό τοῦ   λ τρέπεται σέ  λ.
ἀέρ - σι
ἀέρ - αc
ἀέρ - εc

Σέ  ἄλλη  περίπτωσιν  ἔχομεν  τό  ε  προτασόμενον τοῦ   α οἷον ἔαρ.  Ἐδῶ  τό  ε   ἔει   sτοιχεῖον καί   τό  α  ἔει μόριον ἐμπλουτίζονταc   τό  ε μέ τήν  ἔννοια  τῶν   σωμάτων  οιονεῖ τήν ἐμψύχωσιν σωμάτων  καί σωματιδίων εν χρόνω γνωsτῷ, ψιλο. (το Ρ  ἔει ψιλόν  διότι  ψιλά ψιλῶν ἡγοῦνται) καί   τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

Ἔαρ-     τό c τῆc ὀνομαsτικῆc αποβάλεται καί ἐκτείνεται
           τό  α σέ  α μακρόν διότι προηγεῖται ἀμετάβολον.
           επίσηc ὀφείλομεν νά γνωρίζωμεν ὅτι τό ε καί τό α
           δέν δύναται κραsθεῖναι διότι  τό α  ἔει μακρόν.
Ἔαρ-οc  κατά κράσιν   ἦρ-οc     τό  α ἐδῶ εἶναι βραχύ καί
                                             δύναται κράsθειναι.
Ἔαρ-ι         κατά κράσιν   ἦρ-ι
Ἔαρ-α        κατά κράσιν   ἦρ-α
Ἔαρ (c )  τό  c   αποβάλεται  διότι  προηγειται
              ἀμετάβολον   καί  ἐκτείνεται  τό  α

Πλυθηντικόc 

Ἔαρ-εc        κατά κράσιν   ἦρ-εc 
Ἔαρ-ων       κατά κράσιν   ἠρ-ῶν
Ἔαρ-σι        κατά κράσιν   ἦρ-σι
Ἔαρ-αc       κατά κράσιν   ἦρ-αc 
Ἔαρ-εc       κατά κράσιν   ἦρ-εc 

Αἱ δύο sυλλαβαί τῆc    ὀνομαsτικῆc  ενικῆc  καί  δοτικῆc  ενικῆc οὐ δύναται ενοθεῖναι κατά κράσιν  διότι   τό  α  ἔει μακρόν.  αὐταί αἱ sυλλαβαί ενέχουν   δύο χρόνουc.   Ἕναν χρόνον  ἔχει  τό  ε  καί  δύο χρόνουc   ἔχει  τό  α.  ἐμεῖc  ἀναζητᾶμεν ἐκ  τῶν   δύο sυλλαβῶν νά   ἐκλείψη μία sυλλαβή μακράν ἤγουν  μία sυλλαβή μέ δύο χρόνουc.   είc  τήν  περίπτωσιν τῆc   κράσεοc αἱ δύο sυλλαβαί  ἔουσι βραχέαι καί  φθειρομένηc  τῆc   μιᾶc  ἐκτείνεται ἡ  ἄλλη.    ὄταν ὅμωc   ἡ  μία sυλλαβή  ἔη μακρά δέν δύναται φθαρεῖναι  καί  ἐκθλήβεται ἡ  βραχέα καί   ὁ  χρόνοc  αὐτῆc  sυνεκθλήβεται καί  μένει ἡ  μακρά.   αὐτό ὀνομάζεται  ἔκθλιψιc  καί   ἔχομεν αρ.  Ἄν  καί   τό  α   ἔη μακρόν  ὀξείνεται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν  ὀνομαsτικήν.

 Ὄλα  τά  προαναφερθέντα δύναται νά  τά  κάμουν οἱ  ποιηταί διά  ιδιοτελεῖc σκοπούc.   Ἐγῶ sυνιsτῶ τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.   Τό  ἘΑΡC  τοῦ   ἘΑΡΟC.

τά  διπλά    ἔουσι ἑννέα.  

τρία ψιλά.             ψ,        ξ,       (τc ).
τρία μέσα           (βc ),     ζ,        (γc ).
τρία δασέα         (φc ),    (χc ),   (θc ).

ἄλλωc.
τρία χειλικα.         ψ,      (βc ),     (φc ).
τρία δοτικα         (τc ),    ζ,         (θc ).
τρία ουρανικα       ξ,      (γc ),     (χc ).

ἄλλωc.
τρία πιέσεοc                         ψ,       (βc ),    (φc ).
τρία μεταφοράς.           (τc ),      ζ,        (θc ).
τρία χωρικά                         ξ,        (γc ),    (χc ).

Ἐκ  τῶν   ἑννέα  μόνον  τά  τρία  ἔχουν χαρακτῆρα (γράμμα).  Οἱ  χαρακτῆρεc   τῶν    υπολοίπων ἐξ  ἔχουν  ἀφαιθεῖ  sτήν λήθη.  Ἡ  δομή τῆc    γλοτόc  προδίδει  ὅτι    ἔχουν  υπάρξει σέ   ἀνιsτόριτουc  χρόνουc.

Τό διπλό τc  υπάρχει εν χρήσει εν  διαφόρουc  διαλέκτουc  ἀκόμα. Μιλόσεβιτc, Μιλοσέβιτοc.  Δέν γνωρίζω διά τά ἄλλα διπλά.  Φαντάζομαι ὅτι κάππου θά υπάρχουν καί αὐτά. 

Τά  διπλά   εν τέλει τῆc    ὀνομαsτικῆc  ενικῆc   ἔει καί  αὐτά καθαρά καί  μή καθαρά.  Καθαρά ἄν  πρό αὐτῶν  ἔει φωνήεν.  Μή καθαρά ἄν  πρό αὐτῶν  ἔει sύμφωνον. 
Ἡ ενική  ὀνομαsτική ἄν  λήγη εν μή καθαρόν c  ἤ  μή καθαρόν διπλό καί  πρό αὐτῶν  υπάρχη  ἀμετάβολον,  αποβάλει εἶτε  τό  ληκτικόν c  ἤ   διπλό εἶτε  τό  πρό υπάρχον  ἀμετάβολον   sύμφωνον καί  μεταφέρει τόν  χρόνον τοῦ    αποβληθέντοc   ἀμεταβόλου sυμφώνου  τῷ πρό υπάρχον αὐτόῖc  βραχύ φωνήεν ἐκτείνονταc  αὐτό.

παραδείγματα.
Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον Δ οιονεῖ μεσαῖα χῶρο  ενέργια,  τό  δοω, δίδω.  Παρατίθεται  τό     επιτατικόν   μόριον  ι καί   ἔχομεν Δι   ὁ  μεγάλωc  δίδων  καί  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc 

Δί-c
Δί-οc 
Δί-ι
Δί-α
Δί-c

Πλυθηντικόc 

Δί-εc 
Δι-ῶν
Δί-σι
Δί-αc 
Δί-εc 

Ἔχομεν  τό    sτοιχεῖον Δ οιονεῖ  τό  δόω, δίδω.  Παρατίθεται  τό  ι καί   ἔχομεν ΙΔ   ὁ  μεγάλωc  δίδων  καί  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc

Ιζ
Ιδ-οc 
Ιδ-ι
Ιδ-α
Ιζ

Πλυθηντικόc

Ιδ-εc 
Ιδ-ων
Ιδ-σι      εν διαsτάσει.   Τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.
Ιδ-αc 
Ιδ-εc 

Πάν sύμφυτον ὄροc  ίδη κέκληται.  Πάν sύμφυτον ὄροc  μεγάλωc  δίδει.
Ἄν είc  τήν ιδ παραθέσωμεν τήν sυλλαβήν  παν  ἔχομεν παν + ιδ = Πανίδ ἡ   τό  πάν μεγάλωc  δίδουσα.  Ἐμπίπτονταc  είc  τάc    πτώσειc  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc

Πανίζ   (δ+c  =ζ)
Πανίδ-οc 
Πανίδ-ι
Πανίδ-α
Πανίζ

Πλυθηντικόc 

Πανίδ-εc 
Πανίδ-ων
Πανίδ-σι     εν διαsτάσει.   τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.
Πανίδ-αc 
Πανίδ-εc 

Τό γένοc οὐκ  ἔει σημαντικόν τοῖc  παλαιοῖc.  Πανίζ οιονεῖ ἡ   τό  πάν   επιτεταμένωc  δίδουσα, ἤ   ὁ  δίδων   επιτεταμένωc   τό  πάν ἤ  τό  δίδον  τό  πάν   επιτεταμένωc.

Ἄν  ἀντικαταsτήσωμεν  τό     επιτατικόν   ι μέ  τό  μεταγενέsτερον    επιτατικόν   λα,  αντί παν + ιδ    ἔχομεν παν + λαδ. Προσθέτομεν  τό  c  καί   ἔχομεν πανλάδ.  Καί  τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

Παλλάζ            Τό  ν πρό τοῦ λ τρέπεται σέ λ καί   τό  δ
                      καί  τό c  τῆc ὀνομαsτικῆc  τρέπεται σέ  ζ
Παλλάδ-οc 
Παλλάδ-ι
Παλλάδ-α
Παλλάζ

Πλυθηντικόc 

Παλλάδ-εc 
Παλλάδ-ων
Παλλάδ-σι          Ἐν διαsτάσει.   Τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.
Παλλάδ-αc 
Παλλάδ-εc 

Οιονεῖ ἡ τό  πάν   επιτεταμένωc  δίδουσα.   Ὥσπερ   βλέπομεν   υπάρχουν   sυνόνυμα εν  τῇ  ἐλληνικῇ.  Πανίζ = Παλλάζ.

Ἡ θεά  Ἀθηνά  παλλαδόει.  Ἐν τμήσει…   τό  πάν  λά  δόει  ἡ  θεά  Ἀθηνά.  Τοῖc  κακοῖc   τά  κακά καί  τοῖc  καλοῖc   τά  καλά

Παλαιά λεξικά καί ἐτυμολογικά μεγάλα καί μικρά δέν ἔχουν εὐτμολογίσει τό ὄνομα Παλλάc.  Προσέξτε τί γράφουν.  Παλλάc  παρά τό ἀναπεπάλθαι ἐκ τῆc  κεφαλῆc  τοῦ Διόc.   Ἐγῶ δέν βλέπω οὔτε τόν Δία οὔτε τήν κεφαλήν του   μέσα  sτήν λέξι Παλλάc.   Ἐγῶ θά προσπαθήσω νά τάc  ενθέσω.  Ἐκδιοκάρπαλλα.  Σᾶc   ἀρέσει; Οιονεῖ τήν  ἀθηνα παρά τό ἀναπεπάλθαι ἐκ τῆc  κεφαλῆc  τοῦ Διόc.

Ἐπίσηc    ἐτυμολογοῦν τό Παλλάc  ὅτι πάλλαντα ἕναν τῶν γιγάντων απέκτεινε.
Ἐδῶ   λίπει τό ρῆμα.  Ἐγῶ θά προσπαθήσω νά τό ενθέσω.  Παλλανταπέκτεινα.
Σᾶc   ἀρέσει; Οιονεῖ ὅτι  απέκτεινε τόν πάλλαντα.  Τό  α τῆc   τα   εἶναι μακρόν  διότι  ἐκπίπτει ἐκ τῶν α+α.

Ἐπίσηc    ἐτυμολογοὺν τό Παλλάc  παρά τό  ἀεί πάλλειν καί κραδαίνειν τό δόρυ.  Λίπει  τό  δόρυ.   ἐγῶ τό ενθέτω.  Δορύπαλλα.  Σᾶc   ἀρέσει;  Βλέπετε  τό  ὄνομα δορύπαλλα καί  καταλαβαίνετε ὅτι κάποια γυναίκα πάλλει  τό  δόρυ.  είc  τήν ἄλλην  περίπτωσιν  δέν καταλαβαίνετε τίποτα.

Ἐπίσηc    ἐτυμολογοῦν τό Παλλάc  διά   τό  παλλομένην τήν καρδίαν τοῦ διονύσου προσκομίσαι τῷ διί.  ἐδῶ λίπουν ὄλα.  Καί ὁ Διόνυσοc  καί ἡ καρδιά του καί ὁ Δίαc  καί  τό ρῆμα.

Ὄπωc  βλέπωμεν ὄλα  εἶναι ἀτυχέsτατα.  Ὀφείλομεν νά γνωρίζωμεν ὅτι ἄλλο  εἶναι εὐτμολογία καί ἄλλο ὀνοματοθεσία.  Ἡ ὀνοματοθεσία  ἀφορᾷ τούc  ιsτορικούc  καί τούc  sυγγραφέαc καί τούc νονούc   καί  γίνεται παντῖ τρόπωι.  Ἡ εὐτμολογία  ἀφορᾶ τούc  γραμματικούc  καί  γίνεται sύμφωνα μέ τούc  κανόναc   Ἐλληνικῆc  γραμματικῆc  ἐκ τῶν  sτοιχείων τῆc  ἀνθρωπινῆc  φωνῆc.

Παλαιά λεξικά καί ἐτυμολογικά μεγάλα καί μικρά καί  ὄλοι οἱ γραμματικοί ἔχουν αποδεκτεῖ ἕνα ἐκ τῶν ἄνω ἤ ὄλα ἐκ τῶν ἀνω.  Ἀγνωοῦν ὅτι τό ὄνομα Παλλάζ  ενέχει τό  sτοιχεῖον Δ.  Τό  ἀγνοοῦν  διότι  δέν τό βλέπουν είc τήν ὀνομαsτικήν.  Ἄν κοιτάξουν ὅμως, είc  τάc  ἄλλαc  πτώσειc  θά τό δοῦν.  Παλλάδοc,  Παλλάδι,  Παλλάδα,  Παλλάδεc, Παλλάδων.

Ειc  τήν ὀνομαsτικήν ενικήν αποβάλουν τό Δ διά ιδιοτελείc σκοπούc  μέ τούc  ὀποίουc  δέν sυμφωνῶ καί οὔτε ἡ  γλότα sύν  τῷ χρονωι ἔχει sυμφωνίσει.  Πάντοτε ἡ  γλότα ἀναζητοῦσε  τό  Δ καί    εποίησε  τήν ὀνομαsτικήν ενικήν ἡ Παλλάδα.  Διατί δέν  εποίησεν  τό ὄνομα ἡ πάλλα ἄν ἤτο ἡ εὐτμολογία ἐκ τοῦ «πάλλω τό δόρυ καί τοῦτο καί   τό  ἄλλο»

Ἐπίσηc  ὀφείλομεν νά μή ξεχνάμε τόν ὀριsμό τοῦ ὀνόματοc  sύμφωνα μέ τόν Ἀριsτοτέλη.   Ὄνομα μέν οὖν ἐsτί φωνή σημαντική κατά sυνθήκην ἄνευ χρόνου, ἧc  μηδέν μέροc  ἐsτί σημαντικόν κεχωριsμένον• Sυμφωνῶ απολύτωc  καί θά προσέθετα.   Ὄνομα μέν οὖν ἐsτί φωνή σημαντική κατά sυνθήκην ἄνευ χρόνου, ἧc  μηδέν μέροc  σημαντικόν ἐsτί κεχωριsμένον

Ειc  τά προαναφερθέντα πολλά  εἶναι κεχωριsμένα ἐκ τοῦ ὀνόματοc  Παλλάζ.   Καί τά δόρια καί τά κεφάλια τῶν θεῶν καί αἱ καρδίαι τῶν θεῶν καί οἱ θεοί.

Ἄν  ἀντικαταsτήσωμεν  τήν sυλλαβή παν  μέ  τήν  Sελ τοῦ   φωτόc   ἔχομεν   sελ + λαδ  καί  ἄν   ἀντικαταsτήσωμεν  τό   ἀρκτικόν  c  μέ τήν δασεία  ἔχομεν ἐλ+λαδ.  Προσθέτομεν  τό  c  καί   ἔχομεν ἐλλάδc  ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τό  φωc  καί  κλίνεται οὕτωc.

Ἐνικόc

Ἐλλάζ
Ἐλλάδ-οc 
Ἐλλάδ-ι
Ἐλλάδ-α
Ἐλλάζ

Πλυθηντικόc 

Ἐλλάδ-εc 
Ἐλλάδ-ων
Ἐλλάδσι 
Ἐλλάδ-αc 
Ἐλλάδ-εc 
Το πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  περί τῆc  δοτικῆc  πληθυντικῆc.    sελ + λαδ+ σι.   τό    sελ τοῦ   φωτοc.    τό  λαδ τῆc     επιτεταμένηc  δοσεοc  καί   τό  σι τῆc   δοτικῆc  πλυθηντικῆc.  Ὄποια ἄλλη  sύνθεσιc  ἐγκυμονεῖ ἐτυμολογικά προβλήματα.
Εδώ θά  μείνω λιγο νά   ἐξετάσωμεν τήν sυλλαβή   sελ.   Ὀφείλω νά   παραδεχθῶ ὅτι δέν βλεπω φώc   sτήν sυλλαβή   sελ.  Ἡ    sελήνη =  sελάνα =   sελ + αν  + α(πτωτική κατάληξιc).  Ἡ sυλλαβή  αν  δέν γνωρίζω τί εἶναι.  ίσωc  ἡ  πρόθεσιc.   ίσωc  κάτι ἄλλο  sτό μυαλό τοῦ   sυνθέτη.   Ἡ  sελ ὅμωc   εἶναι φανερο.  s=sτερητικόν καί     επιτατικόν   μόριον.  ἐλ=η εξάπλωσιc   τῶν   ψυχων=ζωντων, καί  βλέπομεν ὅτι ἐδῶ  υπάρχει καί   sτέρησιc  καί    επίτασιc  ἐξαπλώσεοc  ψύχων=ζωντων.  Sυμπεραίνονταc  θά   ἔλεγα ὅτι ἡ    sελήνη εἶναι χῶροc  καί  ἐλείψεοc  καί    επιτάσεοc  ζωῆc.  Δέν ἔχει ζωή ἀλλά παρέχει ζωή sτήν γέα μαc.  Προσοχῆ, ἐδῶ  τό  ε τῆc SΕΛ εἶναι ψιλόν  καί τό  S   επιτατικόν καί sτερητικόν  μόριον.

Τό δασύ ε    επιτασσόμενον τοῦ   λ οιονεῖ τήν εξάπλωσιν δασέων ψυχῶν(κακών ψυχών, κακοεργειών καί  ὅτι ενέργεια    αντίκειται τοῦ    ανθρώπου).  Καί   ἔχομεν τήν sυλλαβή ἑλ μέ  τό  ε δαsύ καί  ἐξ αὐτῆc   ἔχομεν  τό   ρῆμα  ἕλω  τό  φονεύω,  τό  πορθῶ.

ἀνδράσι δυsμενέεσσιν ἕλωρ καί κύρμα γένηsθε.

 επεί Σαρπηδόν’ἅμα ξεῖνον καί ἑταῖρον
κάλλιπεc  Ἀργείοισιν ἕλωρ καί κύρμα γενέsθαι.
ὅc  τοι πόλλ’ὄφελοc  γένετο πτόλε•ί• τε καί αὐτῷ
ζωόc  ἐών•

Πριαμίδη, μή δή μέ ἕλωρ Δαναοῖσιν ἐάσηιc  κεῖsθαι.

Ἡ δαsυνομένη Ἑλλάc, Ἑλλάδοc  δέν τιμᾷ τούc   Ἔλληναc  ἐτυμολογικῶc.   Περί φωτόc  καί    sελήνηc  δύναται νά  sτέκη ιsτορικῶc  γιά τούc  "γλωττολόγουc", ἐτυμολογικῶc  ὄμωc  γιά τούc  γραμματικούc  δέν ἐχει καμμία τύχη.  Ὄτι δασύνεται  αντίκειται τοῦ ανθρώπου.

Ἔχομεν τήν δυνατότητα νά  επαναεξετάσσωμεν τήν λέξι Ἐλλαζ,  Ἐλλάδοc.   ΕΛ+ΛΑΔ+ΚΑΤΑΛΗΞΙΣ(ΟΣ). Ἄν προσθέσωμεν είc  τήν sυλλαβή ΕΛ καί χῶρο, ψιλό χῶρο, τόν χῶρο Κ, τότε ἔχομεν ΚΕΛ.  Καί ἔχομεν ΚΕΛ+ΛΑΔ. ἡ  επιτεταμένωc  δίδουσα τήν εξάπλωσιν καλῶν ψυχικῶν είc  τόν χῶρον Κ. Κελλάc, Κελλάδοc. Ἄν ἀντικαταsτήσωμεν  τό  Κ μέ τήν ψιλήν, ἔχομεν ἘΛΛΆΖ, ἘΛΛΆΔΟC.   Τό Κ μέ τήν δασεία δέν δύναται νά ἀντικαταsτάθη.
Ἄν προσθέσωμεν δασύ χῶρο  sτήν δαsυνομένη sυλλαβή ἑλ, τότε ἔχομεν ΧΕΛ=εξάπλωσιc  ψυχική σέ χῶρο δασύ καί ἐξ αὐτοῦ ἔχομεν τήν κόλαση σέ ἄλλη διάλεκτο  καί χελλαδ  = ἡ  επιτεταμένωc  δίδουσα χέλ καί  επανέρχομαι λέγονταc  ὅτι ἡ δαsυνομένη Ἐλλάc  δέν τιμᾷ τούc  ἜΛΛΗΝΕC.   Ἐγώ νομίζω ὅτι τό ὄνομα ἘΛΛΆΖ  ψιλοῦται.  Ἐγώ  θέλω τό ὄνομα Ἐλλαζ  νά ψιλοῦται.

Ἐπίσηc  ἔχομεν τήν δυνατότητα νά ἀντικαταsτήσωμεν τήν sυλλαβή ΛΑΔ μέ τήν  sυλλαβή ΙΔ.  Καί ἡ μία καί ἡ ἄλλη εννοοῦν τό   επιτεταμένωc  δίδω.   Καί ἔχομεν ΚΕΛΙΣ, ΚΕΛΙΔΟC   ἤ ΕΛΙΣ, ΕΛΙΔΟC.

Ἐπίσηc  ἔχομεν τήν δυνατότητα νά μεταθέσωμεν τά  sτοιχεῖα τῆc  sυλλαβῆc  ΚΕΛ  καί νά ἔχωμεν EΛΚ ἤ ΛΕΚ.  Τά  sτοιχεῖα παραμένουν τά ίδια καί δέν ἄλλάζει τίποτα.  Τό ίδιο γίνεται καί  sτήν μαγειρική καί ἔχομεν λάδι, ἁλάτι, λεμόνι.   Sτήν ἄλλη περίπτωσι ἔχομεν λεμόνι, λάδι, ἁλάτι διά νά ἔχωμεν τό ἁλατιsμένο λαδολέμονο σέ ὄλαc  τάc  περιπτώσειc.   Καί γιά νά πᾶμε πίσω  sτήν sυλλαβή ἔχομεν EΛΚΙΖ, EΛΚΙΔΟC.  (ψιλοῦται καί Ἀc   ἀρχίζει από EΛΚ  διά νά θυμιθοῦμε ὅτι εντάξαμε τά πνεύματα  sτήν προσωδία καί απωλέσαμεν τήν εὐτμολογίαν.)  EΛΚΙΔΕC  =  EΛΛΑΔΕC (μέ ψιλή)  ἤ  ΛΕΚΙΔΕΣ.  ΕΛΚΙΖ = ΚΕΛΛΑΖ = ΚΕΛΙΖ= ΛΕΚΙΖ.

Ἐδώ θά θέσω ἕνα ἐρώτημα.  Τί σχέσι ἔχει τό ὄνομα EΛΛΗΝ μέ  τό  EΛΛΑC  καί ποῖα ἡ εὐτμολογία τοῦ ὀνόματοc  EΛΛΗΝ;   τό  Η εἶναι μακρόν καί ἔχει προκείψει είc  τήν ὀνομαsτική ενική μετά  από τήν φθορά τοῦ ληκτικοῦ c  τῆc  ὀνομαsτικῆc  ενικῆc  ἐκ τοῦ θέματοc  EΛΛΕΝ  καί διατηρήθηκε τό η καί  sτάc  ἄλλαc  πτῶσειc  διά λόγουc  καλοφωνίαc  μέ sυνέπεια τήν  απώλεια τῆc  εὐτμολογίαc.

Καί τί εννοεί  τό  ΕΛΛΕΝ;
ΕΛ+ΛΕΝ 
ΕΛ=εξάπλωσιc  ζώντων.  εξάπλωσιc ζωῆc. Φίλα προsκειμένη sτόν ἄνθρωπον ζωή.  Τό ε εἶναι ψιλό  καί δέν δασύνεται ἀλλά ψιλοῦται.
ΛΕΝ = διατριβη ἐξαπλώσεοc  ζωῆc  ἤ καλλοεργειῶν
(Ε =ψιλόν).
Εἶναι προφανέc  ὅτι  τό  ἕνα Λ πλεονάζει.
Ἀc  ἐξετάσωμεν τό ενδεχόμενον τό πρώτο Λ νά  εἶναι Ν.
Καί ἔχομεν
ΕΝ+ΛΕΝ γιά νά   ἔχομεν ΕΛΛΕΝ  ἐφ’οσον τό Ν πρό τοῦ Λ τρέπεται σέ Λ.
Καί ἔχομεν
ΕΝ=πρόθεσιc 
ΛΕΝ = διατριβη ἐξαπλώσεοc  ζωῆc  ἤ καλλοεργειῶν
(Ε =ψιλόν).
ὁ εν τῇ διαδικασία διατριβῆc   ἐξαπλώσεοc  ζωῆc  ἤ καλλοεργειῶν ὀνομάζεται ΕΛΛΗΝ είc  τήν ὀνομαsτική ενική διότι φθείρεται τό πτωτικόν c  καί ἐκτείνεται τό ε σέ η.  Αλλά ἡ πρόθεσιc  εν ψιλοῦται δέν δασύνεται καί ἔχομεν Ἔλλην μέ ψιλή.
Ειc  τό ΕΛΛΗΝ μέ δασεῖα πλεονάζει  τό  ἕνα Λ καί ἔχομεν ἕλεν
Καί ἔχομεν
ἑλ + εν
ἑλ = εξάπλωσιc  κακοεργειῶν. ε=δασύ.
Εν = πρόθεσιc.
ὁ εν τῇ διαδικασία ἐξαπλώσεοc  κακοεργειῶν ὀνομάζεται ἕλεν καί  sτήν ὀνομαsτική ενική ἕλην καί ἄν  επιθυμοῦμε νά τό εντάξωμεν  sτό θυλικόν γένοc  ἔχομεν ἕλεν+η  ἤ.ἕλεν+α  γιά νά  ἔχωμεν  ἀργότερα τό Κύριο δαsυνόμενο ὄνομα Ἑλένη=ἡ αιτία τῶν κακοεργειῶν  sτήν τροία.  Ἀργότερα, αἱ φέρουσαι τό ὄνομα Ἑλένη μή ἔχουσαι διαπράξει κακοεργεῖαc  δέν ἄντεξαν τήν δασεῖα καί τήν απέβαλαν  sτήν νεα ἐλληνική.

Ἄν  ἀντικαταsτήσωμεν  τό    επιτατικόν λα μέ  τό    επιτατικόν ι   αντί   sελ+ λαδ ἔχομεν   sελ+ ιδ καί  προσθέτονταc   τό  c  ἔχομεν   sελ+ιδ+c  =   sελίδc  καί κλίνεται οὔτωc 

Ἐνικόc

  sελίζ
  sελίδ-οc 
  sελίδ-ι
  sελίδ-α
  sελίζ

Πλυθηντικόc 

  sελίδ-εc 
  sελίδ-ων
  sελίδ-σι
  sελίδ-αc 
  sελίδ-εc 

Ἀc ἐξετάσωμεν τό ὄνομα  ΤΡΟΙΑ
ΤΡΟΙ + α.   Τό α εἶναι ἡ πτωτική κατάληξιc.
Τ = ψιλή χωροενέργια.
Ρ = ψιλόν χρονικόν διάsτημα.
Ο = νόησιc, φροντίδα.
Ι =  επιτατικόν μόριον
Ψιλή  χωροενέργια(τ)  επιτεταμένηc νοήσεοc(οι) διά ἕνα χρονικόν διάsτημα (ρ).  Καί ἡ εὐτμολογία  ιsτορεί μεγάλον πολιτιsμόν.  Βλέπετε... ἡ ετυμολογία ιsτορεῖ• ἡ ιsτορία δέν ετυμολογεῖ.

Ἔχομεν τό ὄνομα τύχη.  ἀφαιρέομεν τήν πτωτικήν κατάληξιν η καί ἔχομεν τυχ. Τυχ  ἔει  τό ἀνέμπτωτον ὄνομα (τό  θέμα)  καί ἐτυμολογεῖται οὔτωc.  

Τ       χοροενέργια ψιλή.  ( ενέργια εν τῷ ψιλῷ χώρωι.
         Τόν γνωsτόν  χῶρον, τόν χῶρον τοῦ ανθρώπου).
U       sτερητικόν μόριον. Δεν βλέπω πῶc  δύναται εἶναι
         επιτατικόν ποιότητοc. (Υ).
Χ       χῶροc  δασύc  μαῦροc  καί ἄγνωsτοc.

Οιονεῖ  sτερίσει (U)  ψιλῆc   αμεριsτοῦ χωροενεργίαc  (τ),   επερχεται ὁ δασύc   χῶροc  χ  τοῦ μαύρου καί  τοῦ   ἀγνώsτου. Ἐξ οὖ sύν Ἀθηνᾷ καί χεῖρα κίνει.

Λέγω αμερίsτου χωροενεργίαc  διότι ἐδύνατο ἄν  ἔην μεριsμένη διά τῶν μορίων Α,Ε,Ο. καί  ἔχομεν ΤΑ, ΤΕ, ΤΟ.  Καί εν  sτερίσει ἔχομεν ταυ, τευ, του.
Καί προσθέτονταc  τόν  χ χῶρον ἔχομεν ταυχ, τευχ, τουχ.  Καί ἐξ αὐτῶν ἔχομεν.
Αρσενικα                          θυλικα                         ουδετερα
Ταῦχ-οc  ταύχ-η                           ταῦχ-ον – Ταῦχ-οc
Τεῦχ-οc  τεύχ-η                            τεῦχ-ον – Τεῦχ-οc
Τοῦχ-οc  τούχ-η                            τοῦχ-ον –Τοῦχ-οc

Οιονεῖ  sτερίσει (U)  ψιλῆc  μεριsμένηc  (Α, E, Ο) χωροενεργίαc  (τ),   επέρχεται ὁ δασύc  χῶροc  χ  τοῦ μαύρου καί  τοῦ   ἀγνώsτου.


Ἔχομεν τήν sυλλαβή ον+κ  ἡ ὀποῖα ἐδύνατο ἄν ἔην κον ἤ νοκ.  Τήν ὀνοματομποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν ονκc.
Τήν κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

ὬΝ  ἤ  Ὤξ       Ἐκτείνεται  τό  ο  λόγωι τῆc   φθορᾶc
                      ενόc  ἐκ  τῶν   δύο   sυμφώνων.
                     Φθειρομένου τοῦ  ν  ἔχομεν Ὤξ.
                     Φθειρομένου tοῦ   ξ  ἔχομεν Ὤν.
                     Καί   τονίζεται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν
                     ὀνομαsτική
Ὄγκοc           Τό  ν πρό τοῦ   κ   τρέπεται σέ  γ.
Ὄγκι
Ὄγκα
Ὤν   ἤ  Ὤξ       Φθειρομένου τοῦ   ν   ἔχομεν Ὤξ.
                      Φθειρομένου τοῦ   ξ  ἔχομεν Ὤν.
                      Περιsπᾶται  διότι  ἐδῶ  ἔχομεν Κλητική.

Πληθυντικόc

Ὄγκεc
Ὄγκων      ἐκ τοῦ   ογκονc
Ὄγκσι      τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc   ἔει ονκ + σι.  τό  σι
                ἔει τῆc δοτικῆc πληθυντικῆc καί ἔχομεν ονκσι.
               τό ν πρό τοῦ κ τρέπεται σέ γ. Tό κ καί c
               προφέρονται εν διαsτάσει διότι αποτελοῦν
               sτοιχεῖα  διαφορετικῶν  sυλλαβῶν.Ὄγκαc
Ὄγκεc

ἡ λέξιc  οιονεῖ τόν  ὀνηλάτη ἐκ τοῦ   ὄνοc  καί  τοῦ   κέω, κῶ  τό  κεῖμαι.  Μετέπειτα  ἔχομεν τήν λέξιν  ὄγκα  Παλλάδα ἐκ τῆc   αιτιατικῆc  καί  οιονεῖ  τήν θεά   Ἀθηνά  κειμένη   επί ὄνου. 
Ἐπί Ὄνου θέλουν  τούc    θεούc  οἱ  πιsτοί πελάται τοῦ   ιεροῦ τμώλου.
Πρό τῆc   θεολλογίαc, ὄταν ἔγινε  ἡ  sύνθεσιc   τῶν   sυλλαβῶν, ἡ  sυλλαβή ὄνκ ἐφέρετο διαφορετικᾶ.  ΝΟΚ.   Τό  ν τῆc   πορείαc  εν χρόνωι.   Τό  ο  τῶν   νουμένων.   Τό  Κ τοῦ   ιδιάζοντα (μικροῦ καί  ιδιοτικοῦ) χώρου.   Sτήν sυνέχεια  ὁ  χῶροc  ἔγινε  ὄνοc  καί   τό  ὄφελοc  ἔγινε  χρῆμα.  Ὄν = Ὄφελοc  Ὄνκ = ιδιάζον ὄφελοc.

Ἔχομεν τήν λέξι ὀγκίζ ἤ  ὀγκίc.  Αὐτήν τήν λέξιν τήν  ἔχουν χρησημοποιήσει  οἱ  οικοδόμοι είc   τό  παρελθόν.  Sυγκειμένη ἐκ  τῶν   sυλλαβῶν ονκ + ιδ. Ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τά  ιδιάζοντα ὀφέλη.  Προσέξτε… ὄχι (Παλλάc ) ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τό  πάν  ἀλλά    ἡ  μεγάλωc  δίδουσα  τά  ιδιάζοντα ὀφέλη. Ἡ  ὀγκίc  ενέχει    τό    sτοιχεῖον δ ενῷ ἡ  ὄγκα  sτερείται τοῦ      sτοιχείου δ καί  διά  αὐτό τόν  λόγο sυμπεραίνω ὅτι ἡ  θεά  Ἀθηνά κεῖται   επί ὄνου.

Ἔχομεν την sυλλαβή ΤΥΝ. Χωροενέργεια sτέρησεοc διαβίωσεοc.
Τ = χωροενέργεια (ψιλή).
U = sτέρησιc.
Ν = διαβίωσιc.
Καί ἄν προσθέσωμεν τόν χῶρο Κ  ἔχομεν ΤUΝΚ Χωροενέργεια sτέρησεοc διαβίωσεοc ανθρώπου• καί τό κλίνομεν οὕτωc.
Ἐνικόc
Τύγξ            Τό ν πρό τοῦ κ τρέπεται σέ γ καί τό κ
                    sυλλαμβάνονταc  τό c τρέπεται σέ ξ.
τυγκ- όc
τύγκ-ι
τύγκ-α
τύγξ
Πληθυντικόc
Τύγκ-εc
Τυγκ-ῶν
Τύγκ-σι
Τύγκ-αc
Τύγκ-εc
 Καί ἔχομεν ενδεχομένωc ἕνα φάρμακον τό ὀποῖον sτερεῖ τοῦ ανθρώπου τήν ζωή διά (τ) ψιλῆc χωροενέργειαc.

Ἡ  ψιλή χωροενέργεια εἶναι φίλα προσκειμένη είc τόν ἄνθρωπον καί βλέπομεν ἐδώ ὅτι ἡ ενέργεια αὐτή ἔρχεται σέ  αντίθεσει μέ τόν ὄρκο τοῦ Ὑποκράτουc ὁ ὀποῖοc λέγει …οὐ δώσω δέ οὐδέν φάρμακον οὐδενί αιτηθείc θανάσιμον….
Τύγκω = sτερῶ ζωήν ανθρώπου κατά ενέργεια φίλα προσκειμένη είc τόν ἄνθρωπον•  καί ἐδύνατο εἶναι ἡ καλοπροαίρετη  ενέργεια ἑνόc ιατροῦ ἤ ἡ ἐργασία ἑνόc δημίου.

Καί τῶρα γνωρίζομεν τί εννοεῖ SΤUΓΞ  καί τί εἶναι τό ύδωρ τῆc sτυγκόc (καταχρησικῶc sτυγόc).
Καί ἐδῶ ἐρωτῶ, τί θά ἄλλαζε ἄν τό γράφαμε μέ ι καί ὄχι μέ υ;  Ἄπαντῶ ὄ,τι δέν θά ἄλλαζε τίποτα.

Τό μόριον s καί sτερεῖ sτέρησιν ἄν προσάπτεται τοῦ υ  καί sτερεῖ  επίτασιν ἄν προσάπτεται τοῦ ι.
Τό μόριον s καί  επιτάσει sτέρησιν ἄν προσάπτεται τοῦ υ  καί  επιτάσει  επίτασιν ἄν προσάπτεται τοῦ ι.

Καί ἔχομεν τό ύδωρ τῆc sτυγκόc καί νά sτερεῖ ζωή καί νά sτερῆ sτέρησιν ζωῆc. Καί νά  επιτάση ζωή καί νά  επιτάση θάνατον• καί οἱ ειδικοί  επιsτήμονεc δύναται νά μάc ποῦν πιό υγρό δύναται εἶναι ύδωρ sτυγκόc.


Ἔχομεν τήν λέξι γέροντ.  Τήν ὀνοματποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν γέροντc  καί τήν κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc 

Γέρων- ἤ γέρω-c    Tό  c  ἔει διπλό (τc )  αποβάλεται  τό
                              Διπλό (τc )  ἤ τό  ν  καί  ὁ   χρόνοc
                              αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ο  ἐκτείνονταc
                              αὐτό σέ  ω.
γέροντ- οc
γέροντ-ι
γέροντ-α
γέρων-  ἤ γέρω-c (τc)    αποβάλεται τό διπλό (τc ) ἤ  τό
                                      ν καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται
                                     τῷ ο ἐκτείνονταc αὐτό σέ ω.. είc
                                     τήν νεα Ἐλληνική ὀφείλομεν νά
                                     ἔχωμεν ο γέρωc(c = τc) τοῦ
                                     γέροντοc καί οὐχί ὁ γέροc τοῦ
                                     γέρου.

Πληθυντικόc

Γέροντ- εc 
Γερόντ- ων          ἐκ τῆc   γέροντονc 
Γέροντ-σι            τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.  Γερ-οντ-σι. 
Γέροντ- αc 
Γέροντ- εc 

Ἔχομεν τάc συλλαβάc ιπ καί πόδ.  Τά συνθέτομεν καί ἔχομεν ΙΠΠΟΔ  καί ἔτυμολογεῖται οὕτωc.
ΙΠ = επιτεταμένη πίεσις.
Ποδ = επί ποδόc
Καί τό κλίνομεν οὔτωc.
Ἐνικόc
Ιπποζ
Ιπποδ-οc
Ιπποδ-ι
Ιπποδ-α
Ιπποζ
Πληθυντικόc
Ιπποδ-ες
Ιπποδ-ων
Ιπποδ-σι
Ιπποδ-αc
Ιπποδ-εc
ΙΠΠΟΖ= επιτεταμένη πίεσιc  επί τοῦ ποδόc καί συνεκδοχικᾶ τό ζόων.  Καί ἐλείψει εὐτμολογίαc ἔγινε ὁ ίπποc τοῦ ίππουc.
Ἀπό τόν Ὁμηρο ἔχομεν
χρυσάμπυκας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό    χρυσάμπυκας ἵπποδαc.
μώνυχας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      μώνυχας ἵπποδαc.
κεντρηνεκέας  ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      κεντρηνεκέας  ἵπποδαc.
ὠκέας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό        ὠκέας ἵπποδαc.
καλλίτριχας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      καλλίτριχας ἵπποδαc.
δώδεκα δ’ ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      δώδεκα δ’ ἵπποδαc.
ἐριαύχενας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό      ἐριαύχενας ἵπποδαc.
λύον δ’ ὑψηχέας ἵππους.    Ἀντιπαραθέsτετο μέ τό        λύον δ’ ὑψηχέας ἵπποδαc.
Ποῖο ἀκούγεται πιό καλά;

Sτήν συνέχεια ἔγινε ἄλογο.  Ἄλογα εἷναι ὄλα τά ζώα καί ὄχι μόνον ὁ ίπποζ.   Ἤ μήπωc τό α τῶν ἀλόγων εἶναι   επιτατικόν μόριον  καί ὄχι sτερητικόν;  Ποιόc θά μάc πῆ;
Εγῶ πιστεύω εἶναι και τά δύο.  Εδύνατο εἶναι sλόγο και από αυτό έχομεν μία πολύ πετυχημένη λέξη στήν αγγλική SLOG-AN.

Ἔχομεν τήν λέξι φίλιπποc.   ἐτυμολογικῶc παρατηρεῖται κακοσυνθεσία. 
Ἔχομεν τήν λέξι φίλιποc με ἕνα π (Ισπανικά FILIP ) καί ἔχομεν

Φιλ –ιπ + οc  πτωτική κατάληξις.
Φ =δασέα πίεσις
Ι = Ἐπιτεταμένη
Λ =εξάπλωσις

Ι = επιτεταμένη
Π =ψιλή πίεσις
Καί ἔχομεν τήν  επιτεταμένη εξάπλωσιν δασέαc πιέσεοc διά  επιτεταμένηc ψιλῆc πιέσεοc.  Καί οιωνεῖ τόν πολύ δικό μαc ἄνθρωπον(ΙΠ = επιτεταμένη ψιλή πίεσιc) νά μάc φέρεται ἐχθρικᾶ. (ΦΙΛ = Eπιτεταμένη εξάπλωσις δασέα πίεσεοc)• Συνεκδοχικᾶ  εἶναι ὁ φίλοc ὁ ὀποῖοc  μάς συμπεριφέρεται ἐχθρικᾶ.


ἴνc   γίγνεται ίc, ινόc.       αποβάλεται  τό  ν καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ι  βραχύ  ἐκτείνονταc  αὐτό                                          σέ  ι μακρόν.
ἴνc   γίγνεται ίν, ινόc.   αποβάλεται  τό  c  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ι  βραχύ ἐκτείνονταc  αὐτό                                     σέ  ι μακρόν.                      
ἄνερc   γίγνεται  ἀνήρ,  ἀνέροc.  αποβάλεται τό c καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ε ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η.
ἄνερc   γίγνεται  ἀνήc,  ἀνέροc. αποβάλεται τό ρ καί ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ   ενέρχεται τῷ ε ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η.                                              Δρυόc  πεσούσηc  πᾶc  ἀνήc ξυλεύεται.                                           
ἄρενc   γίγνεται  ἄρηc,  ἀρένοc. Ἀποβάλεται τό ν καί ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται  τῷ ε ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η.
ἄρενc  γίγνεται ἀρήν, ἀρένοc. Ἀποβάλεται τό c  καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ   ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η.

ἄερc  γίγνεται ἀήρ, ἀέροc.  Ἀποβάλεται  τό  c  καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η.
ἄερc  γίγνεται ἀήc, ἀέροc. Ἀποβάλεται  τό  ρ καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε   ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η. Ἐξ αὐτοῦ  εὐαήc  καί δυσαήc.                                          
γέc   γίγνεται γή, γεόc.   Ἀποβάλεται  τό  c  καί   ὁ χρόνοc    αὐτοῦ  ενέρχεται  τῷ ε   ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η
πύρc   γίγνεται πύρ, πυρόc. αποβάλεται  τό  c  καί   ὁ χρόνοc  αὐτοῦ  ενέρχεται τῷ υ βραχύ ἐκτείνονταc αὐτό σε υ μακρόν. υπάρχει ἡ ἄποψιc  ὅτι τά  μονοσύλλαβα οὐδέτερα  περιsπῶνται εν  τῇ    ὀνομαsτικῇ.  Ἐδῶ οὐ ἔχομεν  οὐδέτερα.  ἔχομεν πύρ εν ὄλα τά γένη ἀρσενικόν, θυληκόν,  ουδέτερον καί ὄποιον ἄλλο ἄν ἔην.
πάτερc  γίγνεται πατήρ, πατέροc. Ἀποβάλεται τό c καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η
μήτερc   γίγνεται μήτηρ, μητέροc.   Ἀποβάλεται  τό  c  καί   ὁ  χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε  ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  η
μήτερc   γίγνεται μήτηc, μητέροc.  Ἀποβάλεται τό ρ καί ὁ χρόνοc αὐτοῦ ενέρχεται τῷ ε ἐκτείνονταc αὐτό σέ  η

Ειc  τήν περίπτωσιν κατά τήν ὀποῖαν ἔχωμεν  ἀμετάβολον πρό τοῦ c,  είc  τήν ὀνομαsτικήν θεωρῶ ὅτι δέν θά ἔπερπε νά αποβάλετε  τό  ἀμετάβολον ἄλλά μόνον τό c.

Ειc   τά  πρωτότυπα  ὀνόματα, τό  εἶδοc   ἔει  σημαντικόν•   τό  γένοc   ἔει   ἀνύπαρκτον  τῇ  γραμματικῇ,  ἀσήμαντον  τῇ  sυνηθείαι.

Τά πρωτότυπα  ὀνόματα    ἔει  ὄλων  τῶν   γεννῶν.   Ἀργότερα διά  νά    τά  χωρίσουν  προέθεσαν αὐτῶν  τό   ἄρθρο  καί  ἔπλασαν κλίσειc  γεννῶν μέ καταλήξειc  τοπικῶν διαλέκτων. Ἄλλοι ἔπλασαν μόνον  ἄρθρα, οἱ  Ἄγγλοι.

Ἔχομεν τήν sύνθεσιν τῶν sυλλαβῶν πέλαc  ἡ ὀποῖα οὔ ἔει εὔκολοc   sτήν ἀνάλυσιν.

Αἱσχύλοc• υψίκρημνόν θ’ οἳ πόλιsμα Καυκάσου   πέλαc  νέμονται.
Δηλαδή. Καί αὐτοί υψίκρημνον πόλιsμα πλησίον τοῦ Καυκάσου νέμονται.
Ἄλλωc. υψίκρημνον πόλιsμα καί πέρα τοῦ Καυκάσου αὐτοί νέμονται.
Ἀc  τήν ἐξηγήσωμεν.
Ἡ sυλλαβή ΠΕΛ.
Π = πίεσιν ψιλήν, φίλα προσκειμένη sτόν ἄνθρωπον.
Ε = κίνησιν, ύπαρξιν ψυχική.
Λ = εξάπλωσιν.
Οιονεῖ τήν εξάπλωσιν τῆc  κινήσεοc τῆc φίλα προσκειμένηc  ψυχικήc πίεσεοc sτόν ἄνθρωπον.
Πέλω = εξάπλώνω,  προβάλω τήν ἀνΘρωπινή δραsτηριότητα.  Τήν δικήμου δραsτηριότητα.
Τώρα ἡ sυλλαβή αc  τί δύναται  εἶναι.  Μῆπωc  ἔη αιτιατική πληθυντική;  Τό πιό πιθανόν.
Ὀπότε ἔχομεν.
εξάπλωσιν τῆc  ἀνθρωπινήc  δραsτηριότητοc  είc  αc  χώρουc  καί  sυνεκδοχικά  τό πλησίον.
Πελασγόc  οιονεῖ αὐτόc  ὁ οποῖοc  ἄγει τήν εξάπλωσιν τῆc  ἀνθρωπινῆc  δραsτηριότητοc  είc  αc  χώρουc.
Ειc  τά σχόλια τῶν βατικανῶν περί τῆc  γραμματικῆc  τοῦ Διονυσίου τοῦ θρακόc  ἀναφέρεται ἡ δραsτηριότηc  τῶν Πελασγῶν.
Μετά δέ τόν  επί Δευκαλίωνοc  κατακλυsμόν οὐδείc  τῶν περιλειφθέντων Ἐλλήνων ἐφύλαξεν αὐτῶν τήν μνήμην, (εννοεί τῶν γραικῶν) πλήν τῶν Πελασγῶν τῶν από Ἐλλάδοc  είc  βαρβάρουc  πλανηθέντων, οὓc  καί ὁ ποιητήc  δίουc  καλεῖ, φάσκων       Κ 429  καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  δῖοί τε Πελασγοί.

Προσέξτε. Τό «δίουc  καλεί» οὔ ἔχει κάν μία σχέσι μέ τόν θεό Δία. Διοί  εἶναι οἱ  επιτεταμένωc  δίδοντεc.   Ἐν τῆι αὐτῆι περιπτώσει οἱ Πελασγοί.   Ἄν ἤτο, καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  διέc  τε Πελασγοί,  γνώμιν μου  εἶναι ὅτι δέν θά ἄλλαζε τίποτα.  Ἄν ἤτο, καί Λέλεγεc  καί Καύκωνεc  διέc  τε Πελασγέc,  γνώμιν μου  εἶναι ὅτι δέν θά ἄλλαζε πάλι τίποτα. Τό τελευταῖο φαίνεται καλλίτερο ὄλων.

Δίc  ἔει ὀνομαsτική πληθυντική τοῦ θέματοc  ΔΙ,  επιτεταμένωc  δίδων.
Καί ἔχομεν.
Δί-c        ὁ δίδων  επιτεταμένωc.
Δι-όc
Δί-ι
Δί-α
Δί-c

Δί-εc     οἱ  δίδοντεc   επιτεταμένωc
Δι-ῶν   (εκ τοῦ ονc )
Δί-σι
Δί-αc
Δί-εc

Πελασγέc  ἔει ὀνομαsτική πληθυντική τοῦ θέματοc  ΠΕΛΑΣΓ

Καί ἔχομεν.

Πελάσγ-c
Πελασγ-όc
Πελάσγ-ι
Πελάσγ-α
Πελάσγ-c

Πελάσγ-εc
Πελασγ-ῶν  ἐκ τοῦ ονc 
Πελάσγ-σι
Πελάσγ-αc 
Πελάσγ-εc 

Ἔχομεν τό ὄνομα Δαυίζ  γενική Δαυίδοc 
Τό θέμα  εἶναι Δαυίδ.
Αἱ sυλλαβαί  εἶναι ΔΑΥ καί ΙΔ
ΔΑΥ=χωροενέργεια  sτερίσεοc  υλικῶν  ἀγαθῶν.
ΙΔ= επιτεταμένωc  χωροενεργῶ sυνεκδοχικά  τό  δίδω.
ἐδῶ ἐδυνάμεθα ἄν εἴποιμι  τό  ἕνα Δ πλεονάζει  καί  ἔχομεν αυίδ   καί γενική αυίδοc.
ΔΑΥΙ=χωροενεργών  sτερόνταc  υλικά  ἀγαθά.  Ὁ  χῶροc  δέν εἶναι ψιλόc   ἀλλά    μεσσαῖοc.  Γειτονικόc.  Καί  ἔχομεν sυνεκδοχικά τόν   ἅρπαγα, τόν  ληsτή, τόν οικονομικόν ἄδικον ἔφορον, τόν  ἀντικαθεsτοτικόν καί ενδεχομένωc  καί ἄλλα πολλά.

Ἔχομεν τήν sυλλαβή SΚΙΦ.
Τά  sτοιχεῖα
S =  sτίγμα (Ἐπιτατικόν/sτερητικόν μόριον.)
Κ= ψιλόc  χῶροc, ὁ ἄνθρωποc.
Ι=  Ἐπιτατικόν  μόριον.
Φ= δασέα ενέργια.
Οιονεῖ τήν
Ι.  επιτετεμένην
S. Ἐπίτασιν, sτέρησιν.
Κ. τοῦ ανθρώπου
Φ. κατά τρόπον δασέαc  ενεργίαc.
Ἄλλωc.
Κατά τρόπον  επιτεταμένηc  δασέαc  ενεργίαc  (ΙΦ),  επέρχεται (sτέρησιc  καί  επίτασιc. ) είc  τόν χῶρον Κ. (ΣΚ).
Sυνεκδοχικά τό σκίφοc.  Ἀργότερα τό ξίφοc  (τό ὄπλον). Τό ξίφοc   sτερεῖ τήν ζωή τοῦ ἐχθροῦ καί  επιτάσει ζωή  sτόν νικητή (σφαγέα).

ἔχομεν τήν λέξι παιάν.
Τήν ὀνοματοποιέομεν προσθέτονταc   τό  c  καί   ἔχομεν  τό  πτωτικόν ὄνομα παιάνc 
επειδή ἡ  sυνύπαρξιc  τοῦ   ν καί τοῦ   c  φέρη  ὡc      αποτέλεsμα τήν φθορά ἑνόc  ἐκ  τῶν   δύο sυμφώνων,  ἔχομεν  ὡc      αποτέλεsμα τήν μεταβολή τοῦ   α βραχέοc  σέ  α μακρόν.  Σέ  αὐτήν τήν  περίπτωσιν φθείρεται  τό  c  καί   ἔχομεν παιάν μέ  τό  α μακρόν. Ἐδύνατο ἄν περιsπαsθοῖ  τό  α ἄν οὐκ   ἦτο εν  πτῶσει  ὀνομαsτική. είc  τήν Κλητική  ὀφείλει νά   περιsπαsθῇ.  Καί  κλίνομεν  τό  παιάν οὕτωc.

Ἐνικόc 
παιάν-         τό   c  φθείρεται διό καί   τό  α  ἔει  μακρόν
                 ἀλλά ὀξύνεται  διότι  ἡ  πτῶσιc ἔει ὀνομαsτική
παιάν-οc    τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ      υπάρχει λόγοc
                ίνα μή ἔη βραχύ.
παιάν-ι     τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ      υπάρχει λόγοc
               ίνα μή ἔη βραχύ.
παιάν-α         τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ      υπάρχει
                    λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
παιᾶν-         τό c  φθείρεται διό καί   τό  α  ἔει
                  μακρόν καί  περιsπᾶται

Πληθυντικόc

παιάν-  εc                τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                              λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.

παιάν-ων                 τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                             λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
    
παιάν-σι                 Τό πλῆρεc  τῆc    γραφῆc
παιάν-αc                τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                            λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
    
παιάν-εc               τό α  ἔει  βραχύ  διότι  οὐχ  υπάρχει
                           λόγοc ίνα μή ἔη βραχύ.
 
Ἔχομεν τό ρήμα υπάρχω.  Ἀφαιροῦμε τήν ρηματική κατάληξι Ω καί ἔχομεν ΥΠΑΡΧ.  Διαιροῦμε τάc  sυλλαβάc  καί ἔχομεν ΥΠ+ΑΡΧ. Βλέπομεν τήν πρόθεσι ΥΠ=sτερήσει πιέσεοc    καί  τό  Αρχ τῆc   ἀρχῆc.  Τό  υπάρχω εννοεῖ  ἄρχω ἐλείψει πιέσεοc  ἔsτω καί ψιλῆc  καλοπροαίρετηc  sυμβουλῆc.   Τό  υπάρχω εννοεῖ ἄρχω μόνοc  μου χωρίc  sυμβούλουc  καί διευθηντάδεc. 

Γραμματικοί τοῦ παρελθόντοc  ἔχουν  υποsτηρίξει ὅτι ἄρχω υπό κάποιον καί εννοοῦν κάποιον θεό.  Ἔχουν δώσει  sτήν πρόθεσιν ΥΠ τήν σημασία τοῦ   επιρήματοc.   Ἡ  πρόθεσιc   ὥc    πρόθεσιc  προτερεύει τῆc  προθέσεοc   ὥc      επίρημα.

Τό ρήμα  υπανδρεύομαι ἔχει  επίσηc  ἐτυμολογηθεῖ λανθαsμένα.  Δέν θέτω ἑαυτόν υπό (επίρημα) κάποιον ἄνδρα ἀλλά ἀνδρεύομαι (δέχομαι ἄνδρα  sτήν ζωή μου) ἐλείψει πιέσεοc  (ΥΠ) καί οιονεῖ τό ἐλευθέρωc  ἀνδρεύομαι. Ἐγῶ ἐλευθέρωc   επιλέγω τόν ἄνδρα καί ὄχι διά τῆc  sυμβουλῆc  ἤ πιέσεοc  κάποιου.



ἔχομεν τήν λέξιν δελφίν.
Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ υπάρχει λόγοc  ίνα μή ἔη βραχύ.  Τό  ι  ἔει     επιτατικόν    μόριον.

Ἐνικόc

δελφίν-εc        Τό c  φθείρεται διό καί τό ι ἔει μακρόν ἄλλά
                     ὀξύνεται  διότι ἡ  πτῶσιc   ἔει   ὀνομαsτική.
δελφίν-οc       Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ   υπάρχει λόγοc
                     ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-ι         Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει λόγοc
                     ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-α        Τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει λόγοc
                    ίνα μή ἔη βραχύ
δελφῖν-         Τό c  ψθείρεται διό καί   τό  ι  ἔει  μακρόν
                    καί  περιsπᾶται  διότι  ἡ   πτῶσιc   ἔει
                   κλητική καί  οὐχί  ονομαsτική

Πληθυντικόc

δελφίν-εc         τό ι ἔει βραχύ διότι οὐχ υπάρχει λόγοc
                       ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-ων       τό ι ἔει βραχύ διότι οὐχ υπάρχει λόγοc ίνα
                        μή ἔη βραχύ
δελφίν-σι          Ὄταν τό πλῆρεc τῆc γραφῆc φυλάττεται,
                         Φυλάττεται καί ἡ δύναμιc τῆc λέξεοc
δελφίν-αc         τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ  υπάρχει λόγοc
                       ίνα μή ἔη βραχύ
δελφίν-εc         τό ι  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ   υπάρχει λόγοc
                       ίνα μή ἔη βραχύ


 Ἐδῶ   θέλω νά    υπενθυμίσω   ὅτι     τά  κατά     διάλεκτον ἤ   τά  κατά    sυνήθεια  ἤ   τά  κατά     παράδοσιν  ιδιάζοντα,  οὐ δεῖ είc  κοινόν παραλαμβάνειν.  Ἄν τι  ἔχη χρησιμοποιηθῇ κατά    τρόπον μή   Ἐλληνικόν ἐμεῖc   ὀφείλομεν νά    τό  ἐξετάσωμεν καί  νά    τό  διορθώσωμεν μή ἐξετάζονταc  ποῖοc   ἔει   ὁ  προσπάπουc   ὁ  ὀποῖοc   τό   ἔχει χρησιμοποιήσει χωρίc  νά    τό   ἔχει δικαιολογίσει.


Ἔχομεν τό ὄνομα ΓΡΑΙΚΟC.
Ἄν τό διαιρέσωμεν, ἔχομεν  ΓΡΑ+ ΙΚ  ἀφαιρόνταc  τήν πτωτική κατάληξι οc.   Καί ἔχομεν
ΓΡΑ= σχέσιν ἔχει μέ  τά  γραφή,γράμματα, γράφω.
ΙΚ=σχέσιν ἔχει μέ τό ρήμα ΙΚΩ.
Καί φαίνεται νά μᾶc  τά ἔδωσαν οἱ ΓΡΑΙΚΟΙ.
Ἐδῶ ὀφείλω νά  υπενθυμίσω ὅτι τό ρῆμα ἐτύμω τῆc  πέμπτηc  sυζυγίαc  τῶν βαρυτόνων οιονεῖ τό   εὐτμῶ  μετά τό πάθοc  τῆc  μεταθέσεοc.  Τό καλῶc  διαμερίζω, τό καλῶc διαιρέω.

ἔχομεν  τό  ὄνομα  χιτόν καί   τό  κλίνομεν οὕτωc.

Ἐνικόc

Χιτών-        ἐκπίπτει τοῦ ἀνέμπτωτου ὀνόματοc χιτόνc. Τό
                 c  φθείρεται  διό καί τό ο ἐκτείνεται σέ ω ἄλλά
                ὀξύνεται διότι ἡ πτῶσιc ἔει ὀνομαsτική).
χιτόν-οc      Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ  υπάρχει λόγοc
                  ίνα μή ἔη Βραχύ
χιτόν-ι        Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ υπάρχει λόγοc  ίνα
                 μή ἔη βραχύ
χιτόν-α      Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ υπάρχει λόγοc  ίνα
                μή    ἔη  βραχύ.
Χιτῶν-       Τό c φθείρεται διό καί τό ο ἐκτείνεται σέ ω
               ἀλλά Περιsπᾶται διότι ἡ πτῶσιc ἔει Κλητική καί
               οὐχί   ὀνομαsτική.

Πληθυντικόc

χιτόν-εc            Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                         λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.
χιτόν-ων           Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                         λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.


χιτόν-σι           Τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.
χιτόν-αc          Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                       λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.


χιτόν-εc        Τό ο  ἔει  βραχύ  διότι οὐχ     υπάρχει
                     λόγοc  ίνα  μή  ἔη βραχύ.

Τά μακρά γίγνονται μετά τό πάθοc τῆc  κράσεοc.

ἔχομεν τήν sύνθεσιν τῶν sυλλαβῶν  ἀν + θρο + οπ.  Ἐτυμολογεῖται ἐκ τῆc   λέξεοc     ἀν(ω)  καί  τοῦ    ρήματοc  θρο(ω) καί  τοῦ   οπ.  καί   ἔχομεν  ἀν+θρο+οπ.   Ἀνθροοπ. ὄταν ἡ sύνθεσιc  ἐμπέση είc  τάc  πτώσειc,  μετά  sυναλοιφῆc  κατά    κράσιν φθείρεται  τό  ἕνα ο καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ  εισέρχεται   τῷ  ἄλλωι ο καί  ἐκτείνει  αυτό σέ  ω. καί   ἔχομεν   ἄνθρωψ.

 Ὀνομαsτική      ἄνθρωψ
ὄταν  τά   ἀνέμπτωτα  ὀνόματα   βρεθοῦν είc  τήν     ὀνομαsτικήν καί   πρό τοῦ   ληκτικοῦ c   υπάρχη ἄφωνον  sύμφωνον, sυλλάμβανει  τό  ἄφωνον   τό  c  καί  μεταβάλονται  τά  δύο μαζι σέ   διπλό
Γενική            ἄνθρωπ-οc  ἤ ανθρώποc
(Ἐκ τῆc   γενικῆc  τοῦ  πρωτοτύπου ὀνόματοc  ἐκπίπτει  ἡ   ὀνομαsτική   ἀνθρωποc  διά  νά     ἔχομεν  ἀργότερα τήν δευτέρα κλῆσιν ἀρσενικῶν  καί  θυληκῶν είc  οc  καί εννοεῖ  ὁ τοῦ ἄνθρωποc.  Ἐπίσηc,  ἐκ τῆc   γενικῆc  τοῦ  προτοτύπου  ἐκπίπτουν   ὄλα  τά     πρωτότυπα μέρη τοῦ    λόγου  τά  γνωsτά  βαρύτονα   ρήματα).  Ἐν τῇ αυτῇ περιπτῶσει ἐδυνάμην ἄν εἴποιμεν  ἐγώ  ανθρώπω.  Βαρύτονον τῆc  πρώτηc  sυζυγίαc.  
Δοτική          ανθρώπ-ι  
Αιτιατική      ανθρώπ-α  
Κλητική        ἄνθρωψ
 Ἐκ τῆc   πρωτοτύπου κλητικῆc   ἔχομεν τήν  παράγωγον  κλητικήν   ἄνθρωπε• φθείρεται  τό  c  καί   τό  π λαμβάνει τό  ε  τῆc   ψυχῆc καί τό πάθοc ὀνομάζεται   μετάληψιc.
Ειc   τά   ἀνέμπτωτα πρωτότυπα  ὀνόματα    τό  ληκτικόν σίγμα  υπάρχει κατά    διάsτασιν• ὄταν ὅμωc, πίπτη είc  τάc πτῶσειc, καί  πρό αὐτοῦ  υπάρχει ἄφωνον, είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί   Κλητικήν ενικήν παύει νά    υπάρχη κατά    διάsτασιν καί  sυμβάλλει είc  τήν δημιουργία   διπλοῦ sυμφώνου  καί   τό  c  ἐκφωνῆται κατά    sύλληψιν.  Παράδειγμα.   τό  προτότυπον  ἀνέμπτωτον ὄνομα  ἔει   ἄνθροοπ. ὄταν πίπτη είc  τάc    πτῶσειc  γίνεται  ἄνθρωψ είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί   ἄνθρωψ είc  τήν Κλητικήν ενικήν.

Ἔχομεν τήν sυλλαβή ΛΥΚ ἐκ τοῦ Λ, Υ καί Κ.

Λ. = εξάπλωσιν
Υ. = sτέρησιν
Κ. = ψιλόc  χῶροc.  Ὁ γνωsτόc  χῶροc  τοῦ ανθρώπου.

Οιονεῖ τήν   Ἐλλειψιν ἐξαπλώσεοc  εν τῷ χώρωι τοῦ   ανθρώπου καί κλίνεται οὔτωc.
Λύξ   ἐκ τοῦ λυκ + c.
Λύκ-οc
λύκ-ι
λύκ-α
λύξ

λύκεc
λύκων
λύκσι
λύκαc
λύκεc

Ἄλλωc. ἀργότερα.
Λύκ-οc
Λύκ-ου
Λύκ-ωι
Λύκ-ον
Λύκ-ε

Λύκ-οι
Λύκ-ων
Λύκ-σι
Λύκ-ουc
Λύκ-οι

Τό ζώον, ὁ λύκοc   sτερῆται ἐξαπλώσεοc  (ὑπάρξεοc ) εν τῷ χώρωι τοῦ ανθρώπου.  Οὔ ἔει κατοικίδιον.
Τό λύκ, τό φῶc,  sτερῆται ἐξαπλώσεοc  (ὑπάρξεοc ) εν τῷ χώρωι τοῦ ανθρώπου. 
Ὁ ἄνθρωποc  ἔει πεφωτιsμένοc  άλλά ὄχι λελυκαμένοc.  Τό λύκ  ὀφείλει νά ἔχη ιδιώτηταc  ἄλλων υπάρξεων.

Τό λύκειον ενέχει ιδιότηταc  μή υπαρκτέc   sτόν   Κ χῶρον.

Ἄν προσθέσωμεν sτήν συλλαβή κυλ τό sτερητικόν  επιτατικόν μόριον  S,  ἔχομεν  sκυλ
S = sτερητικόιν καί  επιτατικόν μόριον.
Κ  =αναφέρεται sτόν χῶρον τοῦ ἄνθρώπου.
Υ = sτέρησις.
Λ =εξάπλωσις.
Καί βλέπομεν ὅτι ὁ σκύλοc καί sτερεῖται καί δέν sτερεῖται τήν sτέρησιν τῆc εξαπλώσεοc sτόν χῶρον τοῦ ἄνθρώπου.
Καί εἶναι καί δέν εἶναι κατοικίδιον.   Καί εἶναι ἤμερον καί εἶναι ἄγριον.

Ἔχομεν τήν συλλαβή ΚΥΝ.
Κ =χῶροc ἄνθρώου.
Υ =sτερητικόν μόριον.
Ν =διαβίωσις.

Ὁ κύν –αc sτερεῖται διαβίωσιν sτόν χῶρον τοῦ ανθρώπου.
Κύνεc εἷναι τά ἄγρια ζῶα τά ὀποῖα δέν δύναται συμβιώσειν μέ τόν ἄνθρωπον καί ὄχι ὁ σκύλοc ὁ ὀποῖοc εἶναι πολέc φορέc φίλοc ανθρώπου.  Διά τοῦτον τόν λόγο ὁ κύναc ἔγινε σκύλοc είc τήν νέα Ἐλληνική.   Τό ενδεχόμενον νά μήν ἦσαν ποτέ οἱ κύνεc σκύλοι μένει ἀνοιχτόν.

ἐδύνατο ὅμωc τόν σκύλον ΣΚΥΝ ειπεῖν.

ἐνικός

Sκύν
Sκυν –ός
Sκύν –ι
Sκύν –α
Sκύν

Πληθυντικός

Sκύν –ες
Sκυν - ῶν
Sκύν –σι
Sκύν –ας
Sκύν –ες



ἐνικός

Sνύξ
Sνυκ –ός
Sνύκ –ι
Sνύκ –α
Sνύξ

Πληθυντικός

Sνύκ –ες
Sνυκ - ῶν
Sνύκ –σι
Sνύκ –ας
Sνύκ –ες



Περί αὐγοῦ, αὑγοῦ, εὐγοῦ καί αβγοῦ.

ἐν ἀρχῆ ἔχονεν τήν sυλλαβή ΑΥΓ καί προσθέτονταc την πτωτική κατάληξι Ο,έχομεν αὐγό.
 τό ΑΥΓΟ δύναται διαιρεθεῖν.
 Εχομεν ΑΥΓ + Ο πτωτική κατάληξη.
 Α = σώματα άψυχα. Υλικά.
Υ = ποιοτικόν μόριον. Επιτάσσει ποιότητα. Οἱ ξένοι τό γνωρίζουν ὡc y grec. Αν ψιλοῦται επιτάττει καλή ποιότητα. Αν δασύνεται, επιτάττει κακή ποιότητα. Είναι εκ του F (δίγαμα) ἤ τό V. Δεν έχει sχέση με τό sτερητικόν μόριον U αν καί  εἰc  την Γλότα μαc οι "γλωσσολόγοι" τα ἔχουν ισοπεδώσει όλα.
Γ = χωρικόν μεσαίο Κ = χωρικόν ψιλό. Χ = χωρικόν δασύ. Ψιλόν εἶναι τό φίλα προσκείμενον sτόν ἄνθρωπον. Δασύ εἶναι τό μή φίλα προσκείμενον sτόν ἁνθρωπον. ΠΑΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Βλέπετε τά πνεύματα δέν εἶίναι προσωδία ὅπωc υποsτηρίζουν Οι "γλωσσολόγοι". ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ τό SΚΕΠΤΕSΘΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
Γ =χώροc  μεσαίοc.   Οχι φίλα προsκείμενοc  sτόν ἄνθρωπο αλλά βατόc. 
 Καί ἔχομεν αὐγό (ψιλοῦται) = σώματα καλήc  ποιότητοc  εν χώρω Γ. Καί έχομεν αὑγό (δασύνεται) = σώματα κακήc  ποιότητοc  εν χώρω Γ. Καί ἄν τό αυγό εἶναι γονιμοποιημένο,  πώc  τό λέμε;
 ΕΥΓΟ. Ε = ψυχή = Τό αἳτιον τηc  κινήσεοc  τὠν σωμάτων. Ε =κίνησιc•  ἐξ ου καί τό εύγε.
 Καί τό ΑΒΓΟ τί εννοεί; τό β = δασέα πίεσιc.   Καί ἔχομεν δασέα πίεση δασέων σωμάτων εν δασύ χώρο. (ψιλά ψιλῶν ηγούνται• δασέα δασέων και μεσαῖα μεσαίων). Ούτε κάν μία σχέση μέ τό αὐγό τῆc  κόταc .

Ἔχομεν τό θέμα λεωνιδ. 
Τό ἐτυμολογοῦμεν (Διαιροῦμεν).  ΛΕΟ  + ΟΝ + ΙΔ. (Ω = ο +ο σέ αυτήν εδῶ τήν περίπτωσιν).
Καί ἔχομεν
Λεο  ἐκ τῆc γενικῆc  λεοc.
ον  = ὄφελοc
ιδ  =  επιτετεμένωc  δίδω.
καί κλίνεται οὕτωc
Λεωνίζ       δ + c =        ο + ο = ω
Λεονίδ-οc
Λεονίδ-ι
Λεονίδ-α
Λεονίζ
πληθυντικόc
Λεονίδ-εc
Λεονίδ-ων
Λεονίδ-σι
Λεονίδ-αc
Λεονίδ-εc
Καί ἔχομεν  τόν   επιτεταμένωc δίδοντα, τόν μεγάλωc δίδοντα (ΙΔ), τό ὄφελοc (ΟΝ), τοῦ λαοῦ, (λεο ἐκ τῆc γενικῆc λεοc).  Τό ληκτικόν c αποβάλεται κατά τήν sύνθεσιν.

Καί ἄν εἶναι μικρό παιδάκι τό λέμε ΛΗΟΝΙ εκ τῆc κλητικῆc ΛΕΟΟΝΙΖ.  Τό ΕΟ κιρνάται sε Η  καί αποβάλεται τό Ζ.

Τελειόνονταc,  πρόc τό παρόν, μέ τό ὄνομα, θέλω νά θέσω ἕνα ἔρώτημα.  ἔχετε  ἀκούση τόν νεοελληνικόν ὅρο ΔΙΘΕΜΑΤΙΚΑ;  Ἕνα ὄνομα νά φέρη δύο θέματα οἷον ἡ πόλι-c τῆc πόλε-οc.  Προσέξτε,  οἱ "γλωσσολόγοι"  επί τό πλείsτον  αντί νά προσπαθήσουν νά διωρθώσουν τάc γλοτικάc κακάc sυνήθειαc τῶν ανθρώπων, προσπαθoύν νά τάc δικαιολογίσουν, οἱ ἀνόητοι.
Ἄν τό θέμα εἶναι πόλι, τό κλίνομεν οὕτωc.
ἐνικόc
Πόλι-c
Πόλι-οc
Πόλι-ι
Πόλι-α
Πόλι-c
Πληθυντικόc
Πόλι-εc
Πόλι-ων
Πόλι-σι
Πόλι-αc
Πόλι-εc

Ἄν τό θέμα εἶναι πόλε, τό κλίνομεν οὕτωc.
ἐνικόc        
Πόλε-c        πόλη       ε + c = η
Πόλε-οc       πόληc     ε + ο = η
Πόλε-ι         πόλει
Πόλε-α        πόλη      ε + α = η
Πόλε-c        πόλη      ε + c = η
Πληθυντικόc
Πόλε-εc      πόληc      ε + ε = η
Πόλε-ων     πόλεων
Πόλε-σι
Πόλε-αc      πόληc     ε + α = η
Πόλε-εc      πόληc     ε + ε = η

Τά διθεματικά εἷναι εφεύρεσιc ἀνοήτων καί εδύνατο νά  επεκταθή οὕτωc.
Ἐνικόc
Ὀνομαsτική    ὁ     κόραξ
Γενική           τοῦ   μαυροπουλιοῦ
Δωτική         τῷ    χ
Αιτιατική      τόν   ψ
Κλητική        ῷ     ο μέγα.
Διά νά ἔχωμεν μία πλήρη ἀνωμαλία.






Περί  ρήματοc 

 Ἐν  ἀρχῆ ἤν  τό  ὄνομα καί   εἶτα  τό   ρῆμα .   Τό   ρῆμα  ἐκ τοῦ   ὀνόματοc  γέγονε.  Τό   ρῆμα  γέγονε ἐκ τῆc   γενικῆc  ενικῆc  τοῦ   ὀνόματοc    κατόπιν κράσεοc  τοῦ   οc   σέ  ω.   Τό  οc    ἔει  ἡ  κατάληξιc   τῆc  γενικῆc  ενικῆc   τοῦ   ὀνόματοc.   Φθείρεται  τό  c  καί   ὁ  χρόνοc  τοῦ     c  ενέρχεται τῷ ο ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  ω.
Ἐκ  τῶν   sυλλαβῶν   ἔχομεν  τά  μονοσύλλαβα  ρήματα.  Tά μονοσύλλαβα  ρήματα  ἔει  τόσα  ὄσα καί  αἱ sυλλαβαί.
Κλίνονταc  ἕνα   sτοιχεῖον  ἔχομεν.
Ἐνικόc 
Ν-    φθείρεται  τό  σ
Ν-οc
Ν-ι
Ν-α
Ν-  φθείρεται  τό  σ
Πλυθηντικόc
Ν-εc
Ν-ων  ἐκ τοῦ   ονc
Ν-σι
Ν-αc
Ν-εc

Ἐνικόc 
Λ-   φθείρεται  τό  c
Λ-οc
Λ-ι
Λ-α
Λ-   φθείρεται  τό  c
Πλυθηντικόc
Λ-εc
Λ-ων  ἐκ τοῦ   ονc
Λ-σι
Λ-αc
Λ-εc
Τά  ἀμετάβολα είc  τήν  ὀνομαsτικήν ενικήν καί  Κλητικήν ενικήν  αποβάλουν  τό  ληκτικόν   c  καί  μένει  τό   ἀμετάβολον.    είc  τήν Δοτικήν πληθυντικήν  υπάρχει πρόβλημα  διότι   ἀμετάβολον   προηγεῖται ἠμιφώνου  καί  ἡ   γλότα δέν  τό    επιτρέπει.   Σέ  αὐτήν τήν  περίπτωσιν μεταφέρεται  τό  c  πρό τοῦ    ἀμεταβόλου καί   ἔχομεν σλι  καί  σνι.  ἤ   μεταφέρεται  τό  c  είc   τό  τέλοc  καί   ἔχομεν λιc   καί  νιc.
 Ἡ  τελευταία περίπτωσιc  γεννᾷ ἄλλο πρόβλημα.   Τό  λιc   καί   τό  νιc  δύναται εἶναι καί   ὀνομαsτική ενική•   τό  θέμα εἶναι λι   καί  νι   αντίsτοιχα.  καί   ἔχομεν.

Ἐνικόc 

Νι- c
Νι-οc
Νι-ι
Νι-α
Νι-c

Πλυθηντικόc

Νι-εc
Νι-ων         ἐκ τοῦ   ονc
Νι-σι
Νι-αc
Νι-εc

Ἐνικόc 

Λι-c
Λι-οc
Λι-ι
Λι-α
Λι-c

Πλυθηντικόc

Λι-εc
Λι-ων         ἐκ τοῦ   ονc
Λι-σι
Λι-αc
Λι-εc

ἔχομεν καί  ἄλλη μίαν περίπτωσιν είc  τήν ὀποῖαν μεταφέρεται  τό   ἀμετάβολον   είc   τό  τελοc  τῆc   λέξεοc     καί   ἔχομεν  σιν  καί   σιλ  ἤγουν   τό  νσι  γίγνεται σιν  καί   τό  λσι  γίγνεται σιλ. 
Θεωρῶ ὅτι ἡ  μεταφορά   τοῦ    ἀφώνου είc   τό  τέλοc  τῆc   λέξεοc   ἔει  ἡ  πιό σωsτή ἄν  δέν εἶναι δυνατόν νά   φυλαχθῆ  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc.    Αὐτήν τήν μεταφορά τοῦ    ἀμεταβόλου είc   τό  τέλοc  τῆc   λέξεοc    τήν  βλέπομεν καί  είc  τόν  Ὅμηρον.

Τά  ἀφωνα   επίσηc  κλίνονται.

Ἐνικόc 

Ψ            ἐκ τοῦ  π-c
Π-οc 
Π-ι
Π-α
Ψ          ἐκ τοῦ  π-c

Πλυθηντικόc

Π-εc 
Π-ων       ἐκ τοῦ   ονc 
Π-σι        τό  πληρεc  τῆc    γραφῆc.
Π-αc 
Π-εc 

Ἐνικόc 

Ξ          ἐκ τοῦ   κ-c
Κ-οc 
Κ-ι
Κ-α
Ξ         ἐκ τοῦ   κ-c

Πλυθηντικόc

Κ-εc 
Κ-ων  ἐκ τοῦ   ονc 
Κ-σι
Κ-αc 
Κ-εc 

Ἐνικόc 
Τ- c
Τ-οc 
Τ-ι
Τ-α
Τ- c
Πλυθηντικόc
Τ-εc 
Τ-ων         ἐκ τοῦ   ονc 
Τ-σι
Τ-αc 
Τ-εc 

Ἐνικόc 

Ζ               ἐκ τοῦ   Δ-c
Δ-οc 
Δ-ι
Δ-α
Ζ               ἐκ τοῦ   Δ-c

Πλυθηντικόc

Δ-εc 
Δ-ων       ἐκ τοῦ   ονc 
Δ- σι          τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  
Δ-αc 
Δ-εc 

Ἡ   ὀνομαsτική  ενική καί  Κλητική ενική προφέρεται καί   γράφεται εν sυλλήψει ἤγουν             ψ-ξ-(τc )-ζ.
Διά τό  εν sυλλήψει (τc )  δέν υπάρχει γραφή  (γράμμα)   πρόc    τό  παρόν. 
Ἡ Δοτική πλυθηντική  γράφεται καί  προφέρεται εν διαsτάσει  διότι   ἀκολουθεῖ μεγάφωνον   μόριον.

Ἔχομεν τρία  sτοιχεῖα φωνήεντα Α, Ε, Ο καί ὄλα κλίνονται. 

Ἔχομεν ἑννέα   sτοιχεῖα  ἄφωνα καί  ὄλα κλίνονται.
Π, Β, Φ, Κ, Γ, Χ, Τ, Δ, Θ.
ἔχομεν τέσσερα  sτοιχεῖα   ἀμετάβολα καί  ὅλα κλίνονται.
Λ, Μ, Ν, Ρ καί Ῥ
Sυνολικᾶ  ἔχομεν δέκα καί   ἑπτά   sτοιχεῖα πρόc  κλήσιν καί  sυνεπῶc  δέκα καί  ἑπτά γενικέc  ενικέc   ἤγουν  ποc,  βοc, φοc, κοc, γοc, χοc, τοc, δοc,  θοc.   Τούεει ὅτι  ἔχομεν δέκα καί   ἑπτά μονοσύλλαβα  ρήματα  ἤγουν   αω, εω, οω, (εν sυλείψει) καί πῶ, βῶ, φῶ, κῶ, γῶ, χῶ, τῶ, δῶ, θῶ, λῶ, μῶ, νῶ, ρω, ῥω.
Δέκα καί   ἑπτά ὀνόματα   καί  δέκα καί  ἑπτά ρήματα.  αὐτά  ἔει   τά   sτοιχειώδη μέρη τοῦ   λόγου τῆc   Ἐλληνικῆc     γλοτόc.   ἐξ αὐτῶν γέγονε  ὄλα τά ρήμματα τῆc    ἀνθρωπινῆc   γλοτόc  ἤγουν  τῆc    γλοτόc   τῶν     Ἐλληνων  εν ὄλαιc  ταῖc  διαλέκτοιc  αὐτῆc.   Λατινιsτί,   ἀγγλιsτί,  γαλλιsτί, γερμανιsτί,  ιταλιsτί  ἀραβιsτί, καί   ἄλαιc  πολαῖc.

Τά   sτοιχεῖα τῆc    γλοτόc   ἔει  περισσότερα  τῶν      sτοιχείων τῆc   sυμβατικῆc   ἀριθμητικῆc   καί    επομένωc οὐ δυνάμεθα μετρίσειν  λέξειc   μέ  ἀριθμούc.    θά  έλεγε κανεῖc  ὅτι δυνάμεθα μετρὶσειν  ἀριθμούc  μέ  λέξειc .   Ὄποιοc  νομίζει ὅτι αἱ  λέξειc  τῆc   Ἐλληνικῆc     γλοτόc  δύνανται  μετριθεῖν ἤ  δύνανται εισχωρεῖν εν λεξικόν τίνα,  αὐτόc   ὁ   ἄνθρωποc  εἶναι ἄν  μή τί ἄλλο  ἀννόητοc.

Πρίν μάθωμεν  τάc    ἔννοιαc   τῶν   ρημάτων  τῶν   μεγάλων    επιβάλεται νά   μάθομεν  τάc    ἔννοιαc   τῶν   δέκα καί  ἑπτά απλῶν μονοsυλλάβων ρημάτων.  Ὑπάρχουν καί  τά  sύνθετα μονοσύλλαβα ρήματα.  Ἡ διαφορά  ἔει  ὅτι τά απλά sύγκειται ἐξ ἑνόc   sτοιχείου καί τά sύνθετα sύγκειται ἐκ περισσοτέρων τοῦ  ἑνόc   sτοιχείων.

Π, β, φ.  οιονεῖ  πίεσιν, βία, φόρσα.  ἕνα   sτοιχεῖον σέ   τρεῖc   ἐκδοχέc, ψιλή,  μεσαία,  δασέα. 
Κ, γ, χ.   οιονεῖ χῶρο  ψιλόν,  μεσσαῖον, δασύ.  Κε (ὁ  ἄνθρωποc.  Ψιλόc  οἱκίοc  χῶροc  είc  τάc  διαsτάσειc  τοῦ ανθρώπου).  Γε  (η γη) γειτονικόc χῶροc .  Χα  (το χάοc ) Μακρινόc χῶροc.
τ, δ, θ.  οιονεῖ χωροενέργειαν.  Ψιλή,  μεσαῖα, δασέα.

Εδώ θέλω νά   κάμω μία  ἀντιπαράθεση τοῦ   δ καί  τοῦ   θ.   τό  δ οιονεῖ ενέργειαν εν χώρω μεσαίω καί   τό  θ οιονεῖ ενέργειαν εν χώρω  δασύ καί ἄγνωsτον καί   ἀόριsτον.   Τό  ἐρώρημα  ἔει  ἄν   τό  ἐκτεινόμενον δ  μορφῇ δι ἤ  μορφῇ ιδ   ἀγγίζη  τό  θ.

Ἡ θεωρία  ὀφείλει νά   ισχυρίζεται ὅτι  τό  ἐκτεινόμενον δ οὐ δύναται  ἀγγίζειν  τό  θ   διότι   τό  δι καί   τό   ιδ  οιονεῖ  τό  επιτεταμένωc  ενεργεῖν εν χώρωι  μεσαίω  ενῷ τό  θ οιονεῖ εν δασύ χῶρο.  ἄλλο εἶναι  τό    επιτεταμένωc  ενεργεῖν εν  χῶρωι  μεσαῖωι καί   ἄλλο εἶναι  τό    επιτεταμένωc  ενεργεῖν εν χῶρωι    δασύ.  είc  τήν πράξιν ὅμωc   βλεπομεν ὅτι  υπάρχει κάποια σχέσιc.    Ἔχομεν  ὁ  Δίc   τοῦ   Διόc   είc  τήν μίαν  περίπτωσιν  καί  σέ  ἄλλη  περίπτωσιν  ἔχομεν   ὁ  Θέc   τοῦ   Θέοc.    Δέν θά  προχωρήσω  περισσότερον.

Ν    πορεία  εν χρόνωι. (χρονοτριβή, διατριβή, διαβίωσιc).
Ρ    ροή μιάc  χρονικῆc  περιόδου.
Λ    εξάπλωσιc,  διαsτολή, ἐξωτερίκευσιc,  επέκτασιc.
Μ   μάζα.  Sυσσώρευσιc, sυsτολή, τρόπω τινά τό  αντίθετον τοῦ Λ.


Το  ρῆμα   τό  περιβάλουν ὀκτώ  sτοιχειώδη χαρακτηριsτικά.
Ἐγκλίσειc
Διαθέσειc
Εἵδη
Σχήματα
ἀριθμοί
Πρόσωπα
Χρόνοι
Sυζυγίαι

Εγκλισιc   ἐsτι βούλημα ψυχῆc.  

Αἱ ἐγκλίσειc  ἔουσι πέντε.
Ὀριsτική
Προsτακτική
Εὐτική
Υποτακτική
Ἀπαρέμφατοc






Αἱ sυζυγίαι  τῶν    ρημάτων.

Αἱ sυζυγίαι  τῶν    ρημάτων ἔουσι δέκα καί  τρείc .
ἐξ  τῶν   βαρυτόνων.
Τρείc    τῶν    περιsπαομένων ἤ  παθητικῶν.
Τέσσαριc   τῶν   είc  μι.
Λέγονται sυζυγίαι  διότι   τά  ἐμπλεκόμενα  ρήματα εν κάθε μία ἐξ αὐτῶν φέρει ίδιον ζυγόν κλήσεοc.
Ἡ πρώτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επί τοῦ  πρώτου τῆc    ἀλφαβήτου sυμφώνου•  τό  β.  Καί    επιδη  τό  β εἶναι χειλικό καί   ἔχει καί  δύο  ἀδελφακία,  τό  χειλικό π  καί   τό  χειλικό φ, ὄλα μαζί   τά  λήγοντα είc  π,β.φ εντάττονται  εν  τῇ  πρώτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία.

Ἡ δευτέρα  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επι τοῦ   δευτέρου τῆc    ἀλφαβήτου sυμφώνου•   τό  γ.  Καί    επιδή  τό  γ εἶναι λαρυγγικόν  καί   ἔχει καί  δύο  ἀδελφάκια  τό  λαρυγγικόν κ  καί   τό  λαρυγγικόν χ, ὄλα μαζί  τά  λήγοντα είc  κ. γ. χ  εντάττονται εν  τῇ  δευτέρα  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία.

Ἡ  τρίτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επι τοῦ   τρίτου τῆc    ἀλφαβήτου sυμφώνου•  τό  δ. Καί    επιδή  τό  δ εἶναι δοντικόν καί   ἔχει καί  δύο  ἀδελφάκια  τό  δοντικόν τ  καί   τό  δοντικόν θ,  ὄλα μαζί  τά  λήγοντα είc   τ, δ, θ,  εντάττονται εν  τῇ   τρίτηι  τῶν   βαρυτόνων sυζυγίαι.

Ἡ τεττάρτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία ἐθεωρῆτο  από  τούc    γνωsτούc  παλαιούc  ἡ   περιλαμβάνουσα  τά  λήγοντα σέ  ζ καί    επιδή  τό  ζ  οὔκ  ἀρκοῦσε κατ’ αὐτόύc  γιά  νά   θεωρηθῇ sυζυγία, ἔπλασαν  τά  λήγοντα σέ  σσ,  καί  θεώρισαν αὐτό  τό   ἀλόκοτο σχῆμα  sυζυγία.  Κατ’ ἐμέ ἡ  τεττάρτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  οὔκ  υπόsταται (ὑφίsταται).   ίδομεν  ἀργότερα διά  τί.

Ἡ  πέμπτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα  ρήματα   επι  τῶν   τεσσάρων  ἀμεταβόλων.  λ, μ, ν, καί  ρ.

Ἡ  ἐκτη  τῶν   βαρυτόνων sυζυγία  περιλαμβάνει  τά  λήγοντα   ρήματα μέ καθαρό  τό  ω.  Καθαρό εἶναι  τό  ω ὄταν πρό αὐτοῦ ἔη  βραχύ φωνήεν.   sτάω,  sτέω,  sτόω,  sτίω,  sτύω.

Ἔνιοι βλέπουν καί  ἐβδόμη sυζυγία μέ  τό  λήγοντα σέ  ξ καί  ψ.   Τό  ξ καί  ψ  ἔουσι  διπλά    ὥσπερ   καί   τό  ζ  καί  χρησιμοποιοῦνται  αποκληsτικᾶ  sτόν μέλλοντα καί   ἀόριsτο.  Ὄλαι αἱ  ἄλλαι χρήσειc  είc  τόν  ενεsτώτα εἶναι πλεοναsμόc  καί   υπέρβασιc  καί   ἀρχή τῆc    ἀνωμαλίαc.

Ἡ  ἐβδόμη sυζυγία  οὔκ ἔγινε   αποδεκτή  από  τούc    γραμματικούc  θεορόνταc   ὅτι    τό  ξ καί  ψ εἶναι  διπλά   καί  χρησιμοποιοῦνται είc  τόν  μέλλοντα τῆc   πρώτηc  καί  δευτέραc sυζυγίαc.   Ἐγῶ θεορῶ ὅτι   καί   τό  τρίτο διπλό,  τό  ζ, ἐχρησιμοποιῆτο σέ   ἀνιsτόριτουc  χρόνουc  είc  τόν  μέλλοντα καί   ἀόριsτο τῆc    τρίτηc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων.  Αὐτό φυσικᾶ ιsτορεῖ  ὅτι   ἡ  γλότα  ἔει  παμπάλαια καί  οἱ  γνωsτοί παλλαοί Ἔλληνεc  γραμματικοί  οὔκ ἔουσι  ἀρχαῖοι.  Ἡ  λογική τῆc   γραμματικῆc   προδίδει αὐτήν τήν γνῶσιν.


Θά μείνω λίγω ἐδῶ καί θά ἐξετάσω τάc τρείc πρῶταc sυζυγίαc.   Ἡ πρῶτη sυζυγία περιλαμβάνει τά λήγοντα σέ Π, Β, Φ.  Sτόν ενεsτώτα καί sτόν μέλοντα καί ἀόριsτον τά Π, Β, Φ  τρέπονται σέ Ψ καί ἔχομεν•
Τρέπ –ω          =       τρέπω
Τρέπ –σω        =       τρέψω.
ἔτρεπ –σα       =       ἔτρεψα.

Σκάβ –ω         =        σκάβω
Σκάβ – σω      =        σκάψω      =     κακῶc
ἔσκαβ –σα     =        ἔσκαψα      =     κακῶc   

τρέφ –ω         =         τρέφω
τρέφ –σω      =          τρέψω       =     κακῶς
ἔτρεφ –σα    =           ἔτρεψα     =     κακῶc

Παρατηράομεν ὅτι δέν γνωρίζωμεν ἄν ὁ μέλλων τρέψω εἶναι τοῦ τρέπω ἤ τοῦ τρέφω μέ συνέπεια νά ἔχωμεν τήν κατάργησιν τοῦ ἑνόc ἤ τοῦ ἄλλου από τήν καθομιλουμένην ἤ μέ συνέπεια τήν ἐφέβρεσιν τοῦ δευτέρου μέλλοντοc καί τοῦ δευτέρου αορίsτου τρεπῶ  καί τρεφῶ καί ἔτρεπον καί ἔτρεφον  παντελῶc ανοήτωc.   Τό τρεπῶ καί τό τρεφῶ αφενόc μέν δύναται είναι τῆc πρῶτης, δευτέραc ἤ καί τῆc τρίτηc sυζυγίαc τῶν περισπαομένων,  αφετέρου δέ,  δέν ενέχουν τό δασύ πνεύμα Σ τό οποῖον απαιτεῖ ὁ μέλλων.   Ὁ ἀόριsτοc τοῦ τρέφω  θά πρέπη νά εἶναι  τό ἔτρεφ –σα  καί ὁ ἀόριsτοc τοῦ σκάβω  θά πρέπη νά εἶναι ἔσκαβ - σα  Ὁ μέλων τοῦ τρέφω  θά πρέπη νά εἶναι  τό τρέφ-σω καί ὁ μέλων  τοῦ  σκάβω   θά πρέπη  νά  εἶναι  τό σκάβ - σω
Ἡ ἐφεύρεσιc  τοῦ δευτέρου μέλλοντοc καί τοῦ δευτέρου αορίsτου ἔγινε πρόc αποφυγή αὐτήc τῆc συγχύσεοc.  Τό σωsτό ὅμωc εἶναι νά έπαναφέρωμεν  τά  υπόλοιπα διπλά σέ χρήσι  καί νά αποφεύγωμεν τούc πλεονασμούc  ὅπωc εἶναι ὁ δεύτεροc μέλλων καί ὁ δεύτεροc αόριsτοc.

Οἱ γλωττολόγοι θά πρέπη νά ασχοληθοῦν λίγο μέ αὐτό τό θέμα καί νά  επιδιώξουν τήν προσθήκη τῶν ἐξ μή υπαρκτῶν διπλῶν sτήν καθομιλουμένην.   Ἡ γραπτή  διάλεκτοc δέν ἔχει πρόβλημα  διότι δύναται ὁ γράπτηc (γράφων) νά χρησιμοποιῆ τά μή υπαρκτά διπλά εν διαsτάσει ὡσπερ ἡ γλότα τῶν Ἀγγλων.  ἔτρεφ –σα,  τρέγ –σω,  σκάβ-σω,  ἔσκαβ –σα,   αντί γιά ἔτρεψα, τρέψω, σκάψω καί ἔσκαψα.

Καί θέλω νά καταλήξω sτό ὅτι ἡ πρῶτη sυζυγία πρέπει νά τριχοτομηθῆ.
Πρῶτη μέροc Α
Πρῶτη μέροc Β
Πρῶτη μέροc Γ
Διά νά ἔχωμεν•
Α1, Β1, Γ1   γιά τήν πρώτη
B1, B2, B3  γιά τήν Δευτέρα.
Γ1, Γ2, Γ3   γιά τήν Τρίτη.

ἤ  δυνάμεθα ειπεῖν ὅτι αἱ sυζυγίαι εἶναι•

1.......ειc    ΑΩ
2.......ειc    ΒΩ
3.......ειc    ΓΩ
4.......ειc    ΔΩ
5.......ειc    ΕΩ
6.......ειc    ΘΩ
7.......ειc    ΙΩ
8.......ειc    ΚΩ
9.......ειc    ΛΩ
10.....ειc    ΜΩ
11.....ειc    ΝΩ
12.....ειc    ΟΩ
13.....ειc    ΠΩ
14.....ειc    ΡΩ
15.....ειc    ΤΩ
16.....ειc    ΥΩ
17.....ειc    ΦΩ
18.....ειc    ΧΩ

Καί ἔχομεν δέκα καί ὀκτώ,  ὄσεc καί αἱ προθέσειc.







Αἱ sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν
Αἱ  τρεῖc    sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων εντάσονται είc τά κατά διάλεκτων ιδιάζοντα καί γνώμιν μου εἶναι ὅτι εντάσονται είc τά ἐργαλεία τῶν ποιητῶν καί ὅτι περί παμπαλαιότητοc εἶναι ὄλα ἀτυχέsτατα.   Οἱ παμπάλαιοι  Αιολέεc δέν τάc  εἶχαν.
Αἱ  τρεῖc    sυζυγίαι  τῶν    περιsπαομένων γίνονται ἐκ τῆc   ἐκτῆc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων.   Τά  λήγοντα τῆc   ἐκτῆc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων  εν εω,  αω καί  οω  μᾶc  δόουν τήν πρώτη,  τήν δευτέρα  καί  τήν  τρίτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων.
                      Ἡ  πρώτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν ἐω.  δέω,  sτέω,  ἀγαπέω, πονέω, κοsμέω. Αἱ τελευταῖαι δύο sυλλαβαί   ἀφοῦ  υποsτοῦν  τό  πάθοc  τῆc   sυναλοιφῆc, γίνονται μία sυλλαβή.  sυναλοιφή  ἔει  ἡ  κατά     τά  φωνήεντα ἔνωσιc  δύο αυλλαβῶν.  Γίνεται δέ  κατά    τρόπουc    επτά.   Ἀπλούc  μέν τρείc   καί  sυνθέτουc  δέ τέσσαριc.
1.   Κατά     ἔκθληψιν.   Καί    ὁ   οριsμοc  τῆc   ἐκθλιψεοc  ἔει.   ἐκθλιβομένου  φωνήεντοc  βραχέοc     sυνεκθλήβεται  καί    ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ.
2.   Κατά     κράσιν.       Καί   ὁ  οριsμοc  τῆc   κράσεοc  ἔει.  φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc                                         μεταφέρεται  ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ τῷ γειτινουντι φωνήεντι.
3.   Κατά    sυναίιρεσιν.  Τό Α•ι• γίγνεται  ᾷ μέ τό   ι προσγεγραμένον καί  ἄφωνον. (ἐδῶ γενιοῦνται πολλά ἐρωρήματα.)
4.   Κατά    ἔκθληψιν  καί  κράσιν.
5.   Κατά     ἔκθληψιν  καί  sυναίιρεσιν.
6.   Κατά    κράσιν καί  sυναίιρεσιν.
7.   Κατά     ἔκθληψιν  καί  κράσιν  καί  sυναίιρεσιν.

ἄν  κατανοήσωμεν  τούc    πρώτουc  τρείc   οἱ   υπόλοιποι τέσσαριc   γίνονται   εὐκόλωc.

                           Ἡ  Πρώτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν     εω.  Τό  δέω γίνεται δῶ  καί    τό   sτέω γίνεται  sτῶ  καί    τό   ἀγαπέω γίνεται  ἀγαπῶ  καί   τό  πονέω  γίνεται πονῶ  καί   τό  κοsμέω γίνεται κοsμῶ  κατόπιν ἐκθλίψεοc  καί  οὐχί sυναιρέσεοc.    Ἔχομεν δύο sυλλαβάc•   Τήν  ω καί  τήν ἐμπεριέχοντα   τό ε.   Τό  ω  ἔει  μακρόν.   ἔχει δύο χρόνουc.    τό  ε  ἔει  βραχύ.   ἔχει  ἕναν χρόνο.   Τό   αποτέλεsμα  τό  ὀποῖον   επιθυμοῦμε   ἔει   μία sυλλαβή μακρά.   Μία sυλλαβή  μέ  δύο  χρόνουc.    Τό  ω  οὐ δύναται νά   φύγη   διότι   ἔχει  δύο  χρόνουc.    τό  ε   φεύγει καί   μαζί του φεύγει  καί   ὁ   χρόνοc  αὐτοῦ   διότι  οὐ  χρηάζεται.   Οὐ  χρηάζεται   διότι    ἔχομεν   τούc    δύο   επιθυμιτούc   χρόνουc   εν  τῷ  ω.   Καί    ὁ   ὀριsμόc  τῆc   ἐκθλίψεοc  ἔει.   Ἐκθλιβομένου  φωνήεντοc  βραχέοc   sυνεκθλίβεται  καί    ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ.
                                Ἡ  δευτέρα sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν     αω….  δαω,  sτάω,  ἀγαπάω, πονάω, κοsμάω.  ἐδῶ  παρατηράομεν  ὅτι   γίνεται  τό  ίδιον  τό  ὀποῖον γίνεται καί   sτήν πρώτη  τῶν     περιsπαομένων sυζυγία.    Τό  δάω γίνεται δῶ καί    τό   sτάω γίνεται  sτῶ  καί    τό   ἀγαπάω γίνεται  ἀγαπῶ  καί   τό  πονάω  γίνεται πονῶ  καί   τό  κοsμάω γίνεται κοsμὼ  κατόπιν ἐκθλίψεοc  καί  οὐχί sυναιρέσεοc.  

                              Ἡ  τρίτη sυζυγία  τῶν    περιsπαομένων γίνεται ἐκ  τῶν   ληγόντων εν   οω….  δόω,  sτόω,  ἀγαπόω, πονόω, κοsμόω.  Ἐδῶ  παρατηράομεν  ὅτι   γίνεται  τό  ίδιον  τό  ὀποῖον γίνεται καί  είc  τήν  πρώτη καί  είc  τήν δευτέρα  τῶν     περιsπαομένων sυζυγία.    Τό  δόω γίνεται δῶ  καί    τό   sτόω γίνεται  sτῶ  καί    τό   ἀγαπόω γίνεται  ἀγαπῶ  καί   τό  πονόω  γίνεται πονῶ  καί   τό  κοsμόω γίνεται κοsμῶ κατόπιν ἐκθλίψεοc  καί  οὐχί sυναιρὲσεοc.  

Ἔχω χρησιμοποιήσει  δέκα  καί  πέντε   Ἐλληνικέc   λέξειc .

πρώτη               δευτέρα            τρίτη
sυζυγία             sυζυγία             sυζυγία

δέω.                  δάω.                  δόω.
sτέω.                 sτάω.                sτόω.
αγαπέω.            ἀγαπάω.           ἀγαπόω.
πονέω.              πονάω.             πονόω.
κοsμέω.            κοsμάω.           κοsμόω.   
  
Ἔχω  παραλάβει   μόνον πέντε  λέξειc .    Τό  δῶ,   τό    sτῶ,   τό   ἀγαπῶ,  τό  πονῶ  καί    τό  κοsμῶ.  
Ἄν θελησω  νά    διαιρέσω   δέκα  καί  πέντε  λέξειc,    τό   αποτέλεsμα  ἔσεται  ἀμφισβιτούμενον. 

                                  Διαίρεσιc   ἔει   τό  πάθοc   τό  ὀποῖον   επαναφέρει  ὅτι   κάνει ἡ  sυναλοιφή.  είc  τήν  περίπτωσίν μαc  διαιρέονταc   τό  ω  λαμβάνομεν  ἤ   εω  ἤ    αω   ἤ  οω.   Ἄδυνατον  ἔει νά    γνωρίζωμεν  ποῖο   ἔει    τό   σωsτόν.  Ἤδη   ἔχει   ἀρχίσει νά    φαίνεται   ὅτι    τά  παθητικά ἔη προβληματικά.   Ἐπιφέρουν   ἀsάφεια.   Ἀc  προχωρήσομεν ὅμωc    καί  είc   τά  πάθη   τῶν    υπολοίπων  πτώσεων   τῶν   τριῶν  sυζυγιῶν.

Ἡ  πρώτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (Κατά  τούc    παλαιούc. )

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc               


sτέω.                                               sτῶ               
sτέειc                                              sτεῖc               
sτέει                                               sτεῖ                
sτέομεν                                          sτοῦμεν              
sτέετε                                            sτεῖτε                
sτέουσι                                          sτουσι               

Παρατηράομεν   ὅτι   είc  τήν πρώτη  sυζηγία,  είc    τό  πρῶτον ενικόν πρόσωπον,  ἐκθλήβεται  τό  ε   καί  sυνεκθλήβεται  καί    ὁ   χρόνοc   τοῦ   ε.  είc     τό   δεύτερον ενικόν  ἐκθλήβεται   τό  ε   τῆc    ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι τῆc   ληκτικῆc   μέ   τό  ε  τοῦ   θέματοc.   Καλῶc   ἐδῶ  αὐτό γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι   ὀφείλεομεν νά    φιλάξωμεν   τό   θέμα   sτε   ἀναλοίοτο.   τό  θέμα  προδίδει  τήν  sυζυγία.  Ἄν   ἀλοιόσωμεν   τό  ε,   οὐ  δυνάμεθα γνωρίζειν  διά  ποίαν sυζυγία  πρόκειται. 
Ειc   τό  τρίτον  ενικόν πρόσωπον ἐκθλήβεται   τό  ε τῆc   ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι  τῆc   ληκτικῆc  μέ  τό  ε   τοῦ   θέματοc.  
Ειc   τό  πρῶτον  πληθυντικόν  γίνεται  κράσιc.   Ὁ  ὀριsμόc  τῆc   κράσεοc    ἔει   φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc   μετεφέρεται   ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ  τῷ γειτονοῦντι φωνήεντι καί  ἐκτείνει αὐτό. Ἐν  τῇ   αὐτη  περιπτώσει, φθείρεται  τό  ε  τοῦ   θέματοc  καί  εισελθών  ὁ  χρόνοc  τοῦ   ε  εν τῷ ο, ἐκτείνει  τό  ο σέ  ου.  ἐδῶ, εγῶ,  κακῶc  λέγω γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  οὐ πρέπει νά   φθαρῇ  τό  ε  τοῦ   θέματοc  καί  νά   θηχθῇ  ἡ  sυζυγία.  Δύναται νά   φθαρῇ  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ νά   εισέλθη τῷ ε  καί  νά   ἐκτείνη αὐτό ἤ  σέ  η  ἤ  σέ  ει ἤ  σέ  ευ.
ειc   τό  δεύτερον πλυθηντικον  ἔχομεν  κράσιν.  Κάλωc    ἔχομεν κράσιν  κατ’αυτόν  τόν  τρόπον.  φθείρεται  τό  ε  τῆc   ληκτικῆc   καί   ὁ  χρόνοc   αὐτοῦ μεταβιβάζετε τῷ ε  τοῦ    θέματοc.  
Ειc   τό  τρίτον  πλυθηντικόν   φθείρεται  τό  ε κακῶc.   Ἄν  φύγει   τό  ε,  οὐ γνωρίζομεν  ὅτι   πρόκειται διά  τήν πρώτήν sυζυγίαν.  Φαίνεται  ὅτι   πρόκειται  διά  τήν  τρίτήν sυζυγίαν.  Ἡ   ἔκθληψιc  καλῶc  γίνεται ἀλλά οὐ ὄφειλε ἐκθληφθεῖν  τό  ε   ἀλλά  τό  ο εν  τῇ  πρώτη sυζυγία   τῶν     περιsπαομένων  ἤ   παθητικῶν.



Ἡ  δευτέρα sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc     ἐξηc.  (Κατά  τούc    παλαιουc. )
Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc                

sτάω.                                               sτῶ
sτάειc                                               sτᾷc
sτάει                                                sτᾷ

sτάομεν                                           sτῶμεν
sτάετε                                             sτῆτε
sτάουσι                                           sτῶσι

Παρατηράομεν   ὅτι   είc  τήν δευτέρα  sυζυγίαν,  είc   τό  πρῶτον ενικόν πρόσωπον  ἐκθληβεται  τό  α  καί  sυνεκθλήβεται  καί    ὁ  χρόνοc  τοῦ   α.  είc    τό   δεύτερον ενικόν  ἐκθλίβεται   τό  ε   τῆc    ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι τῆc   ληκτικῆc   μέ   τό  α τοῦ   θέματοc.   Καλῶc   ἐδῶ   γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  ὀφείλεομεν νά    φιλάξωμεν   τό   θέμα  μαc   ἀναλοίοτο.   Τό  θέμα  προδίδει  τήν  sυζυγία.  Ἄν   ἀλοιόσωμεν   τό  α οὐ  δυνάμεθα γνωρίζειν  διά  ποίαν sυζυγία  πρόκειται. 
Ειc   τό  τρίτον  ενικόν πρόσωπον ἐκθλήβεται   τό  ε  τῆc   ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι  τῆc   ληκτικῆc  μέ  τό  α  τοῦ   θέματοc. 
ειc   τό  πρῶτον  πληθυντικόν  γίνεται  κράσιc.   ὁ  ὀριsμόc  τῆc   κράσεοc    ἔει   φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc   μετεφέρεται   ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ  τῷ γειτονοῦντι φωνήεντι καί  ἐκτείνει αὐτό. εν  τῇ   αὐτῇ  περιπτώσει, φθείρεται  τό  α τοῦ   θέματοc  καί  εισελθών  ὁ  χρόνοc  τοῦ   α εν τῷ ο, ἐκτείνει  τό  ο σέ  ω.  ἐδῶ, εγῶ,   υποsτηρίζω  ὅτι    κακῶc  γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  οὐ  πρέπει νά   φθαρῇ  τό  α τοῦ   θέματοc  καί  νά   θιχθῆ  ἡ  sυζυγία.  δύναται νά   φθαρῇ  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ νά   εισέλθη τῷ α καί  νά   ἐκτείνη αὐτό ἤ  σέ  α μακρόν ἤ  σέ  αι  ἤ  σέ  αυ.
ειc   τό  δεύτερον πλυθηντικόν  ἔχομεν  κράσιν.  Κακῶc    ἔχομεν κράσιν  κατ’αυτόν  τόν  τρόπον.  φθείρεται  τό  α  τῆc   ληκτικῆc   καί   ὁ  χρόνοc   αὐτοῦ μεταβιβάζετε τῷ ε   τοῦ    θέματοc   καί  ἐκτείνει αὐτό σέ  η.  οὐ πρέπει νά   φθαρῇ  τό  α τοῦ   θέματοc  καί  νά   θιχθῆ  ἡ  sυζυγία.  δύναται νά   φθαρῇ  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί   ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ νά   εισέλθη τῷ α καί  νά   ἐκτείνη αὐτό ἤ  σέ  α μακρόν ἤ  σέ  αι  ἤ  σέ  αυ. 
Ειc     τό  τρίτον  πρόσωπον  φθείρεται  τό  υ καί  γίνεται κράσιc  τοῦ   α καί  τοῦ   ο•  πολλά  πάθη καί  πολλά  λάθη•    κακῶc.   Ἄν  φύγει   τό  α,  οὐ γνωρiζομεν  ὅτι   πρόκειται διά  τήν δευτέραν sυζυγίαν.  φαινεται  ὅτι   πρόκειται  διά  τήν  τρίτήν sυζυγίαν.  ἡ   ἔκθληψιc  καλῶc  γίνεται  ἄλλά   οὐκ   ὄφειλε ἐκθληφθεῖν  τό  α   ἀλλά     τό  ο  καί  θά   ἔχωμεν  sταῦσι.  Βλέπονταc   τό   sταῦσι γνωρίζομεν  ὅτι   πρόκειται διά  τήν δευτέραν sυζυγίαν.




Ἡ   τρίτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξηc.  (Κατά  τούc    παλαιουc. )

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc
              
sτόω.                                              sτῶ            
sτόειc                                              sτοῖc            
sτόει                                               sτοί  
             
sτόομεν                                          sτοῦμεν             
sτόετε                                            sτοῦτε              
sτόουσι                                          sτοῦσι 

    Παρατηράομεν   ὅτι   είc  τήν  τρίτήν  sυζηγία είc    τό  πρῶτον ενικόν πρόσωπον  ἐκθλήβεται  τό  ο  καί  sυνεκθληβεται  καί    ὁ   χρόνοc   τοῦ   ο. είc     τό   δεύτερον ενικόν  ἐκθλιβεται   τό  ε   τῆc    ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι τῆc   ληκτικῆc   μέ   τό  ο τοῦ   θέματοc.   Καλῶc   ἐδῶ   γίνεται κατά    αὐτόν τόν  τρόπον  διότι  ὀφειλέομεν νά    φυλάξωμεν  τό   θέμα   sτο   ἀναλοίοτο.   Τό  θέμα  προδίδει  τήν  sυζυγία.  Ἄν    ἀλοιόσωμεν   τό  ο  οὐ  δυνάμεθα γνωρίζειν  διά  ποῖαν sυζυγία  πρόκειται.
Ειc    τό  τρίτον  ενικόν πρόσωπον ἐκθλήβεται   τό  ε τῆc   ληκτικῆc   καί   sυναιρέεται   τό  ι  τῆc   ληκτικῆc  μέ  τό  ο  τοῦ   θέματοc. 
Ειc    τό  πρῶτον  πληθυντικόν  γίνεται  κράσιc.   ὁ  ὄριsμόc  τῆc   κράσεοc    ἔει   φθειρομένου φωνήεντοc  βραχέοc   μετεφέρεται   ὁ   χρόνοc   αὐτοῦ  τῷ γειτονοὺντι φωνήεντι καί  ἐκτείνει αὐτό. εν  τῇ   αὐτη  περιπτώσει, φθείρεται  τό  ο τῆc   ληκτικῆc  καί  εισελθών  ὁ  χρόνοc  τοῦ   ο εν τῷ ο, ἐκτείνει  τό  ο σέ  ου.  καλή διαδικασία  ἀλλά λάθοc    επιλογή ἐκτάσεοc.   Τό  ο δύναται νά   ἐκταθῆ σέ  ω  πρόc    αποφυγεῖν  τῶν   πολλῶν γραμμάτων.  Αὐτό φυσικᾶ ταυτίζεται καί  μέ τήν δευτέραν sυζυγίαν.  θά   τό  δοῦμε  ἀργότερα. 
Ειc    τό  δεύτερον πλυθηντικόν  ἔχομεν  κράσιν.  Καλῶc    ἔχομεν κράσιν  κατ’αυτόν  τόν  τρόπον.  Φθείρεται  τό  ε  τῆc   ληκτικῆc   καί   ὁ  χρόνοc   αὐτοῦ μεταβιβάζετε τῷ ο  τοῦ    θέματοc  ἐκτείνονταc   αὐτό  σέ  ου.  Δύναται ἐκταθεῖν σέ   ω  καί  κατ’εμέ ὄφειλε ἐκταθεῖν σέ   ω.
Ειc     τό  τρίτον  πρόσωπον  φθείρεται  τό  ο  τῆc   ληκτικῆc.   Πολύ  καλῶc. 

    

Τό πρῶτο ενικόν πρόσωπον τῆc   πρώτηc   καί   δευτέραc   καί   τρίτηc  sυζυγίαc  ὀμοιοκαταληκτεῖ.  Αὐτό εἶναι μυονέκτημα  τῶν   τριῶν sυζυγιῶν  τῶν    περιsπαομένων. οὐ νομίζω  ὅτι   δύναται νά   γίνη κάτι ὥsτε νά   διορθωθῆ αὐτό  τό  μυονέκτημα.    επίσειc   τό  πρῶτο πληθυντικόν τῆc   πρώτηc  sυζυγίαc  καί   τό  πρῶτον πληθυντικόν τῆc    τρίτηc  sυζυγίαc  ὀμοιοκαταληκτοῦν.  Ἐπίσειc   τό  τρῖτον  πληθυντικόν τῆc   πρώτηc  sυζυγίαc  καί   τό  τρῖτον πληθυντικόν τῆc    τρίτηc  sυζυγίαc  ὀμοιοκαταληκτοῦν.   Αὐτό  ἔει   κακοsυνθεσία.   ἔχουν προβεῖ σέ  πάθοc   κατά    τρόπον  ἀνορθόδοξον  διαμορφώνονταc    τό  πρῶτον καί  τρῖτον πρόσωπον τῆc  πρώτηc  καί τῆc  τρίτηc   sυζυγίαc.   Αὐτό  ὀφείλομεν νά    τό  διορθώσωμεν.




Αἵ τρείc   sυζυγίαι κατά    τόν  ἐμον τρόπον.


Ἡ  πρώτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (κατ’εμέ)

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc 
              

sτέω.                                               sτῶ
sτέειc                                               sτῇc               
sτέει                                                sτῇ  
             
sτέομεν                                            sτημεν
sτέετε                                              sτητε                  
sτέουσι                                            sτευσι            


ἡ  δευτέρα sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (κατ’εμέ)

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc

sτάω.                                              sτῶ      
sταειc                                              sτᾷc              
sταει                                               sτᾷ
                
sταομεν                                           sταμεν        
sταετε                                             sτατε          
sταουσι                                           sταυσι     

Ἡ   τρίτη sυζυγία   τῶν    περιsπαομένων  ἤ  παθητικῶν  κλίνεται   ὡc      ἐξῆc.  (κατ’εμέ)

Ἐκ  τῆc   ἔκτηc                                  Ἐκ  τῆc   ἔκτηc
τῶν   βαρυτόνων                               τῶν   βαρυτόνων
άνευ πάθουc                                     μετά  πάθουc
              

sτόω.                                               sτῶ            
sτόειc                                               sτῷc            
sτόει                                                sτῷ
            
sτόομεν                                           sτῶμεν           
sτόετε                                             sτῶτε
sτόουσι                                           sτοῦσι  

    εχω χρησιμοποιήσει πέντε ίδιαc   λέξειc   καί  είc  τάc     τρείc   sυζυγίαc.    τό  δω  υπάρχει καί  είc  τάc     τρείc  sυζυγίαc.   δέω, δάω, δοω.   τό   sτῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc      sτάω τῆc   δευτέραc  sυζυγίαc.    τό   ἀγαπῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc      ἀγαπάω τῆc   δευτέραc  sυζυγίαc.    τό  πονῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc     πονάω τῆc   δευτέραc  sυζυγίαc.    τό  κοsμῶ  τό   ἔχομεν δει  ὡc     κοsμέω τῆc πρώτηc  sυζυγίαc.   ἐδῶ  θελω νά   σημειόσω  ὅτι   μία λέξιc  ἄν οὐκ    ἔχει χρησιμοποιηθῇ   από κάποιον sυγραφέα οὐ παῦει νά   εἶναι λέξιc.    ἄλλο λέξιc  καί   ἄλλο λόγοc.   ἡ  λέξιc  sυγκροτεῖται  από sυλλαβάc.  αἱ sυλλαβαί  από   sτοιχεῖα  καί   ὁ  λόγοc   από  λέξειc   καί  νόα.  αὐτό  τό  ὀποῖον πράττω ἐδῶ   ἔει  ἡ  διδαχή πῶc  κλίνονται  τά   ρήματα είc  τάc    τρείc   sυζυγίαc   τῶν    περιsπαομένων.  τί εννοεῖ  τό   ἀγαπόω ἤ   τό   ἀγαπέω ἤ   τό  πονόω ἤ   τό  κοsμό οὐκ    ἔει  τοῦ  παρόντοc.

βέβαιον  ἔει   τό   ὅτι  αἱ  λέξειc   ἔουσι  ἀμέτριται καί οὐ χοροῦν σέ  κάνενα λεξικόν  κανενόc.   Ἄν αἱ  λέξειc   εννοοῦν κάτι ἐξαρτάεται  από  τούc    χρηsτέc.    ὁ  χρήsτηc  διά  νά   δόση έννοια  sτήν λέξι  ὀφείλει νά   γνωρίζη καλά τήν  τῶν     Ἐλλήνων γραμματική  καί  νά    ἔχει υγειέc  νόα. αἱ  λέξεεc    μόνεc οὐκ    ἔχουν ἔννοια  καί   οὔκ ἔουσι σιδηροδέsμιαι σέ  κανένα κανενόc  λεξικόν.

Εἶμαι πεπειsμένοc   ὅτι    ὁ  χρησιμοποιών λεξικόν  ἔει   περίεργοc  ἤ  μή γνώsτηc   τῶν   γραμμάτων καί   τῶν   κανόνων τῆc   γραμματικῆc.    Από  τά   γράμματα παμέ  sτάc  sυλλαβάαc  καί   από τάc    sυλλαβάc  παμέ  sταc   λέξειc    καί   από τάc     λέξειc   παμέ είc   τό  ὄνομα καί   από  τό  ὄνομα πάμε  sτόν λόγο  ἄν   ἔχομεν νόα.

ο γνώsτηc   τῶν   γραμμάτων καί   τῶν   κανόνων τῆc   γραμματικῆc    ἔχει τήν δυνατότητα νά   τμήση όποια λέξι σέ  sυλλαβάc  καί  νά   δεῖ τήν σημασίαν αὐτῆc  ἄν  ἡ  λέξιc   ἔει    Ἐλληνική•  ἄν  όχι,  ὀφείλει νά   μήν  ἀσχοληθῇ.  Μή ξεχνάετε τί ἔλεγαν οἱ  παλαιοί.  Η  οικουμένη χορίζεται σέ  δύο.    Ἐλληνικα τε καί  βαρβαρα.    τά    Ἐλληνικα  ἔει sαφήνεια, sυντομία, κυριολογία,  εὐsυνθεσία, καί απρέπεια. Καί τά βάρβαρα ἔει, ἀsάφεια, μακρολογία, ἄκυρολογία, κακαsυνθεσία, απρέπεια.

Ούτε καν μία σχέσι μέ  τό αἱμα. Ούτε καν μία σχέσι μέ τήν γεννιά. οὐ γεννιόμαsτε Ἔλληνεc.    Ὀφείλομεν νά    γίνωμεν Ἔλληνεc   καί    υπάρχουν   πολλοί Ἔλληνεc   ἀνα τόν  κόsμο. 
Ἀδιαννόητον  ἔει  ἕναc  διδάσκαλοc  τῆc   Ἐλληνικῆc    ἤ  ἕναc  Ἔλλην νά   χρησιμοποιῆ λεξικά.   Γράμμα  γράμμα, sυλλαβή sυλλαβή, βλέπειc  τήν ἔνοια τῆc   λέξεοc.    ἄν  γνωρίζηc  τήν   Ἐλληνικήν γραμματικήν  δύνασαι νά   παράγσηc  ὄσεc  καί  ὄποιεc   λέξειc   χρηάζεσαι διά  τήν παραγωγήν λόγου. 

 Ἡ  γραμματική ενόνει  τά    sτοιχεῖα καί   τά  κάνει μέροc  λόγου.   απούσηc  τῆc   γραμματικῆc, περιοριζόμαsτε σέ  ἕναν μικρόν  ἀριθμό λέξεων διά  τήν παραγογῆ λόγοῦ.  πόσαc   λέξεαc   δύναται νά   sυλλάβη  ὁ  νόυc  τοῦ    ανθρώπου;  Πολύ λίγαc   εν sυγκρίσει μέ αὐτάc   τάc    ὀποῖαc  δύναται νά   παράγση. 

τά ἐμπλεκόμενα  ρήματα είc  τάc    τρείc   sυζυγίαc   τῶν    περιsπαομένων  τά  ὀνομὰζομεν sυνειρημένα  καταχρηsτικῶc.  κατ’εμέ κακῶc.   Ἐγῶ  τά  ὀνομάζω παθητικά  διότι   ἔχουν  υποsτῆ  τό  πάθοc  τῆc   sυναλοιφῆc  γενικότερα καί  οὐχί μόνον τό  πάθοc  τῆc   sυναιρέσεοc  ειδηκότερα.   Τό   ἀsυναίρετο  ἔει   τό  μή παθητικόν.   Τό   πλήρεc  τῆc    γραφῆc.   καί  ὄταν  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  φυλλὰττεται,  φυλὰττετται καί  ἡ  δύναμιc  τῆc   λέξεοc   λέγει παλαιὸc  γραμματικὸc.

Οἱ ποιηταῖ καλῶc  χρησιμοποιοῦν   τούc    κανόναc   τῶν   παθων διά  τάc     ἀναγκαc  αὐτῶν.  οἱ   ἄλλοι  ἄνθρωποι  οὔκ ἔουσι ποιηταί καί  ἡ   χρῆσιc   τῶν   παθῶν οὐ ποιεῖ αὐτόύc  ποιητάc.   Ὀφείλομεν νά   χρησιμοποιέωμεν  τά  μή παθητικά  ἄνευ πάθουc  σέ  ὄλλουc   τούc    χρόνουc, ἐγκλήσειc  καί  πτῶσειc.   Διά  τί νά   λέμε  ἀγαπάω   sτό πρῶτο πρόσωπον μέ  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc    καί   αντί γιά αγαπάειc sτό δεύτερον πρόσωπον  νά λέμε  ἀγαπᾷc    μετά  κράσεοc καί sυναιρέσεοc.    Ἡ  λέξιc   ἀγαπάειc  φέρει  τό  πλῆρεc  τῆc    γραφῆc  καί οὐ χρησιμοποιεῖται.

Αἱ τέσσεραι sυζυγίαι  τῶν   είc  μι 

Αἱ τέσσεραι sυζυγίαι  τῶν   είc  μι  γίνονται ἐκ τῆc   ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων.  Ἔνιοι λέγουσι  αἱ τρείc    πρῶται  ἐκ  τῶν   τριῶν  περιsπαομένων καί  ἡ  τεττάρτη  ἐκ τῆc   ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων.  Ἐγῶ λέγω  ὅτι   καί αἱ τέσσεραι γίνονται ἐκ τῆc   ἔκτηc   τῶν   βαρυτόνων κατ’αυτόν τόν  τρόπον.

Ἡ  πρώτη ἐκ  τῶν   ληγόντων είc  εω  ὥσπερ   καί  ἡ  πρώτη  τῶν    περιsπαομένων.
Ἡ  δευτέρα ἐκ  τῶν   ληγόντων είc   αω  ὥσπερ   καί  ἡ  δευτέρα  τῶν    περιsπαομένων.
Ἡ   τρίτη ἐκ  τῶν   ληγοντων είc  οω  ὥσπερ   καί  ἡ   τρίτη  τῶν    περιsπαομένων.
Ἡ  τεττάρτη ἐκ  τῶν   ληγόντων είc  ιω  ἤ  υω.

 Ἐδῶ   θελω νά   σημειώσω  ὅτι  οὐχ    υπάρχουν   λήγοντα  ρήματα σέ  ηω καί  σέ  ωω.
Γνωρίζω πολύ καλά  ὅτι    τά   ἔχουν χρησιμοποιήσει οἱ  νεότεροι γραμματικοί.   Τό  ζήω καί  ἄλλα πολλά.  Ἐγῶ  τό  θεωρῶ  ἀννόητο.   Τό  ἡ  ενέχει   δύο χρόνουc.   Τό  ω ενέχει   δύο χρόνουc.   Δύο sυλλαβαί  φέρουσαι τέσσεραc   χρόνουc οὐ δύναται sυναλοιφθεῖν•  οὔτε κατά    ἔκθληψιν,  ουτε κατά    κράσιν.   Τό  η  ἔει   αποτέλεsμα κράσεοc    ἔχονταc  τήν δύναμιν τοῦ   ε  καί  τόν  χρόνον ἑνόc  ἐκ  τῶν   τριῶν φωνηέντων ε,α,ο.
Το ω    επίσηc    ἔει   αποτέλεsμα κράσεοc    ἔχονταc  τήν δύναμιν τοῦ    ο καί  τόν  χρόνον ἑνόc  ἐκ  τῶν   τριῶν φωνηέντων ἐ,α,ο, ἢ τοῦ c ἤ τοῦ ν.
Τό α  τό  μακρόν   επίσηc    ἔει   αποτέλεsμα κράσεοc    ἔχονταc  τήν δύναμιν τοῦ   α καί  τόν  χρόνον ἑνόc  ἐκ  τῶν   τριῶν φωνηέντων ε,α,ο.
Το α  τό  μακρόν καί   τό  ἡ  καί   τό  ω δύνανται  υποsτεῖν ὄπου καί  νά   βρίσκονται  τό  πάθοc  τῆc   διαιρέσεοc.

Ἕνα  ρῆμα  είc  μι sυγκροτεῖται κατ’αυτόν τόν   τρόπον.
1.     Ἄν  ἔη  τό   ρῆμα δισσύλλαβο, διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή διά  νά    ἔχομεν τρισύλλαβο λέξι.

         Ὁ  διπλασιαsμόc  γίνεται κατ’αυτόν τόν  τρόπον.  Ἄν  ἡ  λέξιc   ἀρχίζη  από S  ἤ  φωνήεν, τότε είc  τήν   ἀρχην τῆc   λέξεοc   προsτίθεται  τό  ι.  Ἄν  ἡ  λέξιc   ἀρχίζη  από ἄφωνον   sύμφωνον τότε είc  τήν  ἀρχήν τῆc   λέξεοc   προsτίθεται  τό    αντίsτοιχον ψιλόν τοῦ    ἀφώνου μέ  τό  ι ἤ  ε.

2. Ἐκτείνεται  τό  βραχύ φωνήεν τῆc   παραληγούσηc. 

3.      Ἀντικαταsτάεται   τό  ω μέ  τό  μι καί

4.  μεταφέρεται  ὁ  τόνοc  είc  τήν προπαραλήγουσα.
Ἔχομεν  τό  βαρύτονον θέω.

1.  τιθέω             διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                           τήν  τι
2.  τιθήω             ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η
3.  τιθήμι           ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4. τίθημι           μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc  τήν
                         προπαραλήγουσα.

ἔχομεν  τό  βαρύτονον δόω.

1.  διδόω              διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                             μέ  τήν  δι
2.  διδώω             ἐκτείνεται  τό  ο σέ  ω
3.  διδώμι            ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  δίδωμι            μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                            τήν προπαραλήγουσα.


ἔχομεν  τό  βαρύτονον  sτάω.

1.  ιsτάω                 διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                               μέ   τό  ι
2.  ιsτάω                ἐκτείνεται  τό  α σέ  α μακρόν
3.  ιsτᾶμι               ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ίsταμι               μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                              τήν προπαραλήγουσα.


ἔχομεν  τό  βαρύτονον  sτέω.

1.  ιsτέω                  διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                                μέ  τό  ι
2.  ιsτήω                 ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η
3.  ιsτῆμι                ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ίsτημι               μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc  τήν
                              προπαραλήγουσα.

ἔχομεν  τό  βαρύτονον  sτοω.

1.  ιsτόω            διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή
                           μέ  τό  ι
2.  ιsτώω            ἐκτείνεται  τό  ο σέ  ω
3.  ιsτῶμι           ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ίsτωμι           μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                          τήν προπαραλήγουσα.


ἔχομεν  τό  βαρύτονον ἕω(φέρει δασεία)   τό  απομακρύνομαι (από τον άνθρωπο).

1.  ἱέω             διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                        τό  ι
2.  ἱήω            ἐκτείνεται  τό  ε  σέ  η
3.  ἱῆμι           ἀντικαταsτάεται  τό  ω μέ  τήν  μι
4.  ἳημι           μεταβιβάζεται  ὁ  τόνοc  είc
                     τήν προπαραλήγουσα

Αἱ περιπτῶσειc  1 καί  2 καί  3  οὔκ ἔουσι  ρήματα.   μόνον ἡ   περίπτωσιc  τῆc   τέσσερα   ἔει  ρῆμα.
Ειc  τήν περίπτωσιν 2 ἐκτείνεται τό φωνήεν τῆc παραληγούσηc καί είc τήν περίπτωσιν 3  η λήγουσα sυsτέλεται.

Κατά τόν  ίδιον τρόπον  γίγνεται καί   τό  ἔω(φέρει ψιλή)  το εἶμαιμ υπάρχω.  Ἡ  διαφορά  ἔει  είc  τήν δασεία   αντί τῆc   ψιλῆc.   ἔω, ιέω, ιῆμι, ἴημι   τό  εἶμαι, υπάρχω.

Πολλά  ἔχουν ειποθεῖ διά   τό  εἴμι  τό   υπάρχω καί   τό  εἳμι  τό  ἔρχομαι.  Ἐγῶ σκέπτομαι κάτι διαφορετικό.   Ἔει   ρῆμα  ἔω τῆc   ἔκτηc  sυζυγίαc   τῶν   βαρυτόνων.   Ὁ  μέσοc   ἔομαι.  Sυναλοιφῇ  τῶν   δύο  πρώτων   συλλαβῶν κατά    κράσιν  ἔχομεν φθορα τοῦ   ο καί  μεταφορά τοῦ   χρόνου τοῦ   ο είc   τό  ε   μέ  αποτέλεsμα τήν   επέκτασιν τοῦ   ε  είc  ει καταχρηsτικῶc  καί    ἔχομεν εἶμαι  ὥσπερ   ἡ  νέα   Ἐλληνικη.

Σέ  αὐτό  τό  σημεῖο θά   ἀναφέρω  ὅτι   παλλαιοί καί  νέοι γραμματικοί οὐ θά  sυμφωνήσουν  λέγονταc   ὅτι    τά  είc   αω μετατρέπουν  τό  α οὐχί σέ  α μακρόν  ἄλλά    σέ  η    ὥσπερ   καί   τά  είc  εω.  Ἐγῶ  οὐ sυμφωνώ.  Ἡ  Ἐλληνική  γραμματική  οὐ δέχεται ἐξαιρέσειc.   Ἄλλο  ἔει   τό   sτέω  ἄλλο  ἔει   τό   sτάω  καί  ἄλλο  ἔει   τό   sτόω.   Τό   sτέω δηλόει  sτάσι ψυχῆc.   Αισχύλοc...    sτεῦνται πελάται ιεροῦ τμώλου. Πιsτοί πελάται τοῦ   ιεροῦ λαοτεμαχιsμοῦ.  Τμώλοc  ἐsτί μία πόλιc  τῆc    Ἀσίαc   τήν ὀποία ὄλοι τήν ἤξεραν  ἀλλά    κανείc οὐκ   εἶχε πάει ἐκεῖ.  Ἐγῶ τήν ἐτυμολογῶ κατ’αὐτόν τόν  τρόπον.  Τμόω καί  λαόc  ἐsτί τμόλαοc  καί  κατόπιν sυναλοιφῆc  κατά    κράσιν τοῦ   τμο καί  λα  ἔχομεν•  φθειρομένου τοῦ   α μεταβιβάζεται  ὁ  χρόνοc  αὐτοῦ είc   τό  ο καί  ἐκτείνει αὐτό σέ  ω.  καί   ἔχομεν τμώλοc.   Sυναλοιφή  ἔει  ἡ  δύο sυλλαβῶν  κατά    φωνήεντα ἔνοσιc.  Τουτέει   τμο καί  λα  τμωλ      Τό   sτάω δηλόει  sτάσι σώματοc.    Τό   sτόω δηλόει  sτασι νοόc.  Tό ίsτημι  ἔει  παράγωγον τοῦ    sτέω  καί   τό  ίsταμι  ἔει  παράγωγον  τοῦ    sτάω.   Τό  ίsτωμι  ἔει  παραγωγον τοῦ    sτοω.    Τό  τμέω δηλόει τμῆσι ψυχῆc.     Τό  τμάω δηλόει τμῆσι σώματοc•    καί    τό  τμόω δηλόει τμῆσι νοόc.

Ἐδῶ   ὀφείλω νά   σχολιάσω τήν λέξι   επίsταμαι.  θά  διαφωνήσω μέ παλαιούc  καί  νέουc  γραμματικούc   ὅτι    τό  π  ἐφυλάχθει   επιδή ἦτο sυνήθεια κάποιων.   Τό  π  οὐ φυλάχθει   επιδὴ ἦτο sυνήθεια καποιων  ἀλλά      επιδη  οὐ  υπάρχει λόγοc  διά  νά   μή φυλαχθῆ.   Τό  προτότυπον    ρῆμα    οὔκ  ἔει   τό  ιsτῶ.   τό  ιsτῶ  οὔκ  ἔει  βαρύτονον καί   ὥc     περιsπόμενον φέρει  ἀμφιβόλου σημασίαc.   Γέγονε ἐκ τοῦ   ιsτάω΄΄  ἐκ τοῦ   ιsτέω   ἐκ τοῦ   ιsτόω.  Πόθεν γέγονε;  Καί   τό  ι πόθεν γέγονε    Ἔχομεν  ἀναδιπλασιαsμόν  ἀνευ λόγου;   Τό   ρῆμα   ἔει   sτάω.    Sτάω  sύν   τῆc    προθέσεοc    επί  ἔχομεν    επιsτάω.    Μέση   επιsτάομαι.  Διά  νά   μετατρέψωμεν  τό  πρῶτον ενικόν σέ  παθητικόν ἤ  μεσσαῖο  ἀντικαταsτάομεν  τό  ω μέ  τό  ομαι.  καί   ἔχομεν   επιsτάομαι.  Κατόπιν κράσεοc   ἔχομεν φθορά τοῦ   ο καί  μεταβίβασι τοῦ   χρόνου τοῦ   ο είc   τό  α καί   ἔχομεν α μακρόν είc  τήν  sτα   sυλλαβή  καί   ἔχομεν   επίsταμαι.  ίδομεν  ὅτι    τό  ι  οὔκ  ἔει  μέροc  τοῦ    ρήματοc   ἄλλά     ἔει  μέροc  τῆc   προθέσεοc  καί  οὐ προκείπτει λόγοc  διά  τροπή τοῦ   ψιλοῦ π  σέ  δαsύ φ.  Κατά    τόν  ίδιον τρόπον  ἔχομεν   επιsτέομαι   επίsτημαι ἐκ τοῦ    sτέω.  καί    επιsτόομαι   επίsτωμαι ἐκ τοῦ    sτόω. Αἱ δυναταί  λέξειc   γίνονται ἐκ πρωτοτύπων  καί  οὐχί ἐκ παραγώγων. αἱ  λέξεεc   ἐκ  παραγώγων sύντομα θά    επιφέρουν   ἀνωμαλίεc.

Περί τοῦ    ρήματοc   ειμί
Το μι είc   τά  είc  μι  ρήματα      ἔει  βραχύ διό καί  ὀξύνεται ἡ λήγουσα.
Κανών  ἔει   ὁ  λέγων  τά  είc  μι οὐ δέχεται δίφθογγο εν  τῇ  παραληγούσηι.
Το ειμί ενδέχεται εἶναι δύο  λέξειc•.    ἡ  ει καί   ἡ  μι.   Ἡ μι   ἔχει προκύψει εἴτε ἐκ τῆc   μαι, εἴτε ἐκ τῆc   μει, ητε ἐκ τῆc  μοι.   ἔχει  αποβληθεί  τό  προτακτικόν φωνήεν α,ε,ο  καί   ὁ  χρόνοc  ἔχει μεταφερθεῖ  τῷ ι.   τό  πιθανότερον  ἔει   ἡ  μοι.   Τό  ει ενδέχεται εἶναι  τό  τρίτον  πρόσωπον τοῦ   ἔω.  ἔω,  ἔειc,  ἔει.  ἤγουν   ω,  ειc,  ει.    ἔει  + μοι.   τούτεει ειμι.   Ἄλλωc,   τό  ει  οὔκ  ἔει   ρῆμα  αλλά ἡ  πρόθεσιc   ειc.   είc   + μοι  αποβληθέντοc  τοῦ   c   ἔχομεν ειμι ἤ   αποβληθέντοc  τοῦ   ι  ἔχομεν ἐsμί,  ἐσσί,  ἐsτί.   Τά  προλεγόμενα  ἔει  μία  απλή σκέψιc.

Ἐπανερχόμενοc  είc   τά  είc  μι θέλω νά    ἀναφέρω διά  τήν τεττάρτη  τῶν   είc  μι sυζυγία
Ἔχομεν  ρῆμα  δεικνύω.   Ἔει  τρισύλλαβο καί οὐ χρηάζεται νά   γίνη διπλασιαsμόc  διά  προσθέσεοc   sυλλαβῆc   κατ’αρχάc. 

Δεικνύω         οὐ χρηάζεται διπλασιαsμόc   διότι
                       ἔχομεν τρείc   sυλλαβάc.
Δεικνύω         τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σε
                       μακρόν. Sυsτέλλεται τό ω καί
                       ἐκτείνεται τό υ
Δεικνῦμι      ἀντικατάsτασι τοῦ   ω  μέ  τήν  βραχέα
                    Μι.  Sυsτέλλεται τό ω καί ἐκτείνεται τό υ
Δείκνυμι      μεταφορά τοῦ   τόνου είc  τήν
                    προπαραλήγουσα

                                      
Ἔχομεν  ρῆμα  δύω

δεδύω              διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                        τήν  δε
δεδύω          τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σέ  μακρόν.          Sυsτέλλεται τό ω καί ἐκτείνεται τό υ
Δεδῦμι          ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν  βραχέα
                     Μι. Sυsτέλλεται τό ω καί ἐκτείνεται τό υ
Δέδυμι          μεταφορά τοῦ   τόνου είc  τήν
                      προπαραλήγουσα


Ἔχομεν  ρῆμα  κύω

κεκύω              διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ
                        τήν  κε
κεκύω             τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σε
                        μακρόν. Sυsτέλλεται τό ω καί
                        ἐκτείνεται τό υ
Κεκῦμι              ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν
                         βραχέα μι.   Sυsτέλλεται τό ω καί
                        ἐκτείνεται τό υ
Κέκυμι            μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                       τήν προπαραλήγουσα

Ἔχομεν  ρῆμα  ζευγνύω

ζευγνύω         οὐ χρηάζεται διπλασιαsμόc
                       διότι   ἔχομεν τρείc   sυλλαβάc.
Ζευγνύω        τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc   σε
                      μακρόν.   Sυsτέλλεται τό ω καί
                      ἐκτείνεται τό υ
Ζευγνῦμι       ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ 
                      τήν  βραχύ μι Sυsτέλλεται τό ω
                     καί ἐκτείνεται τό υ
Ζεύγνυμι     μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                   τήν προπαραλήγουσα


Ἔχομεν  ρῆμα  ύω   τό  βρέχω (κατά τά λεξικά)

ιυω             διπλασιάζεται ἡ  πρώτη sυλλαβή μέ  τό  ι
ιυω             τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc
                  σέ  μακρόν.
ιυμι            ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν  βραχύ μι
ιυμι            μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                  τήν προπαραλήγουσα


ἔχομεν  ρῆμα  εἴω.

ἐίω              διαιρέεται ἡ  πρώτη sυλλαβή  πρόc
                   επίτευξιν  τρίτηc  sυλλαβῆc.
ἐίω             τροπῇ τοῦ   βραχέοc  φωνήεντοc 
                  σέ  μακρόν.
ἐῖμι            ἀντικατάsτασι τοῦ   ω μέ  τήν  βραχύ μι
ἒιμι            μεταφορά τοῦ   τόνου είc
                 τήν προπαραλήγουσα


Περί  τῆc     ἀντικαταsτάσεοc   τοῦ   ω μέ  τήν  μι

Πῶc  γίνεται νά    ἀντικαταsτήσωμεν  τό  ω μέ  τήν  μι ὄταν  τό  ἕνα εἶναι μακρόν καί   τό   ἄλλο εἶναι βραχύ;  Ἀποβληθέντοc   τοῦ  ω,  ὁ ἕναc χρόνοc αὐτοῦ sυναποβάλεται καί δόει τήν θέσιν του τῇ μι sυλλαβῇ.  Ὁ ἄλλοc χρόνοc αὐτοῦ εἰσέρχεται  τῷ βραχύ δίχρονωι τῆc   παραληγούσηc ἐκτείνονταc  αὐτό σέ  μακρόν.

θελω νά     επαναλάβω  ὅτι    τό  ζητούμενο τοῦ  παρόντοc   ἔει   τό  πῶc  λειτουργοῦν αἱ sυζυγίαι  τῶν    είc  μι.  Τό  ἄν    υπάρχουν   αἱ  προαναφερθένται   λέξεεc   σέ  κάποιο λεξικόν ἤ  δέν      υπάρχουν,   αὐτό οὐκ  ἔει   τοῦ  παρόντοc.  Προτιμῶ νά   χρησιμοποιῶ μή  υπαρκτέc   λέξειc    διότι  αὐταί  ἔει   ἀγναί καί  μή κακοποιημέναι.

Σέ  αὐτό  τό  σημεῖο  ὀφείλω νά     επαναλάβω  ὅτι    τά  είc  μι  ρήματα     φέρουν   τήν  μι  βραχέα καί οὐ    δέχονται εν  τῇ  παραληγούσηι τουέsτιν πρίν  τήν  μι οὔτε δίφθογγο οὔτε sύμφωνον οὔτε βραχύ φωνήεν.    Τό  βραχύ φωνήεν  τό  τρέπουν σέ  μακρόν.   Τό  α σέ  α μακρόν.   Τό  ε   σέ  η.   τό  ο σέ  ω.   Τό   ι σέ   ι  μακρόν.  Καί   τό  υ  σέ   υ μακρόν.    Τό   ρῆμα  ἐsμί   πιsτεύω  ὅτι    ἔει  δύο  λέξειc     διότι οὐ φέρει τρείc   sυλλαβάc.    Τό   ρῆμα  εἶμι πιsτεύω  ὅτι   καί  αὐτό  ἔει   δύο  λέξειc    εἶ + μι  διότι  φέρει δίφθογγον πριν  τήν  μι  καί οὐ φέρει δύο sυλλαβάc.   
περί προσωδιῶν
Κατ•αρχάc  θέλω νά  επισημάνω ὅτι εντάξαμε τά πνεύματα είc τάc προσωδίαc καί απολέσαμεν τήν εὐτμολογία.  Κατά δεύτερον Θέλω  επίσηc νά  επισημάνω ὅτι οἱ .....’γλωττολόγοι’.....  ὀφείλουν νά μᾶc ποῦν πῶc πρέπει νά προφέρωμεν τό ΕΙ τό ΑΙ  τό ΟΙ τό ΟΥ τό η τό ι.  Δέν δέχομαι να προφέρω τό Ι καί τό Η  καί τό ΕΙ  και τό ΟΙ κατά τόν  ίδιον τρόπο.  Δέν δέχομαι νά προφέρω τό Ε καί  τό ΑΙ κατά  τόν ίδιο τρόπο. 

 Περί λόγου.
Ὁ λόγοc.   τό θέμα  εἶναι λογ +οc (πτωτική κατάληξιc)
Λ = εξάπλωσιc, ἐξωτερίκευσιc.
Ο = νούμενα, sκέψεαc και γενικά τά τοῦ νοόc.
Γ = Χῶροc.  Μεσαῖοc χῶροc.  Ἕναc γειτονικόc χῶροc πρόc τόν ἄνθρωπον.  Πάν μέτρρον ἄνθρωποc.
Ἡ  ἐξωτερίκευσιc τῶν  τοῦ νοόc σέ ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Ἡ  εξάπλωσιc  τῶν  τοῦ νοόc σέ ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Ἡ   επέκτασιc τῶν τοῦ νοόc σέ ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Ἡ  αποsτολή  τῶν  τοῦ νοόc σέ  ἕναν ἄλλο χῶρο λέγεται λόγ-οc sτήν Ἔλληνική γλότα.
Καί τό κλίνομεν οὕτωσ.
                    Ἐνικόc
Λογ-c
Λογ-οc
Λογ-ι
Λογ-α
Λογ-c
                     Πληθυντικόc
Λογ-εc
Λογ-ων
Λογ-σι
Λογ-αc
Λογ-εc

Θέλετε νά ἀλλάξωμεν τήν sείρα τῶν γραμμάτων;
Ἔχομεν.
Γλο, Γολ, Ολγ, Ογλ καί Λγο.  Θά κλίνομεν τά τεσσερα.

                    Ἐνικόc
Γλο-c           Γολ-c        Ογλ-c       Ολγ-c 
Γλο-oc         Γολ-oc      Ογλ-oc      Ολγ-oc
Γλο-ι           Γολ-ι         Ογλ-ι        Ολγ-ι
Γλο-α          Γολ-α        Ογλ-α       Ολγ-α
Γλο-c          Γολ-c        Ογλ-c        Ολγ-c
                  Πληθυντικόc
Γλο-εc         Γολ-εc       Ογλ-εc     Ολγ-εc 
Γλο-ων        Γολ-ων      Ογλ-ων    Ολγ-ων
Γλο-ι           Γολ-ι         Ογλ-ι        Ολγ-ι
Γλο-αc        Γολ-αc        Ογλ-αc     Ολγ-αc
Γλο-εc        Γολ-εc        Ογλ-εc      Ολγ-εc

Γλο + οττα = γλοοττα = γλωττα.
Γλο =  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χωρον (Γ) γειτονικόν.
Οττα =  φήμη, μαντεία, θεία κλῃδών κατα τά παλαιά λεξικά.
Εγώ συμπέρασμα δεν βγάζω.

Ἀc προχωρίσωμεν λίγο ἀκόμα.  Ἄν προσθέσωμεν sτήν συλλαβή ΓΛΟ  τό sτοιχεῖον τ , ἔχομεν Γλοτ.  Ἄν προσθέσωμεν τό Θ, ἔχομεν Γλοθ.
Καί ἔχομεν
Γλοτ = Διά ψιλῆc χωροενέργειαc  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χῶρον Γ (γειτονικόν).
Γλοδ = Δια μεσαίαc χωροενέργειαc  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χῶρον Γ (γειτονικόν).
Γλοθ = Δια δασέαc χωροενέργειαc  επεκτείνω τά τοῦ νοόc εἰc χῶρον Γ (γειτονικόν).
Καί τά κλίνομεν οὕτωc.

 Ἐνικόc

Γλοτ-c            Γλοz            Γλοθ-c
Γλοτ-οc          Γλοδ-οc        Γλοθ-οc
Γλοτ-ι            Γλοδ-ι           Γλοθ-ι
Γλοτ-α           Γλοδ-α          Γλοθ-α
Γλοτ-c           Γλοz             Γλοθ-c

Πληθυντικόc

Γλοτ-εc             Γλοδ-εc            Γλοθ-εc
Γλοτ-ων            Γλοδ-ων           Γλοθ-ων
Γλοτ-σι             Γλοδ-σι            Γλοθ-σι
Γλοτ-αc            Γλοδ-αc            Γλοθ-αc
Γλοτ-εc            Γλοδ-εc             Γλοθ-εc

Καί τά ρήματα.
Λόγ-ω, γόλω, Ὄλγω ἤ Ὅλγω, καί γλόω τῆc ἔκτηc sυζυγίαc τῶ βαρυτόνων διά νά ἔχωμεν καί τό εἰc μί  τό  γέγλωμι

Περί προθέσεων (χρηάζεται πολύ επέκτασι)

Ἡ  πρόθεσιc   υπό ἤ  υπ  φέρει  τό    sτοιχεῖον π τῆc   πιέσεοc  καί   τό   sτερητικόν μόριον υ.  Ἡ  πρόθεσιc  οιονεῖ ἔλλειψιν πιέσεοc.  
Παράδειγμα.  Ὑπάρχω οιονεῖ ἄρχω   Ἐλλείψει πιέσεοc•  οιονεῖ τήν  απόλυτον  ἀρχή καί  σέ  καμμίαν  περίπτωσιν τήν ἐξαρτημένη  ἀρχή. 
Διά τήν ἐξαρτημένη  ἀρχή δυνάμεθα χρησιμοποιεῖν τήν  ιπ  ἤ  ιπο.  Οιονεῖ τήν μετά    επιτεταμένηc  πιέσεοc   ἀρχή• οιονεῖ   τήν ἐξαρτημένη  ἀρχή ἤγουν  ιπάρχω.  Ἡ ἐξάρτησιc οὐ δύναται εἶναι πρόθεσιc διό ἡ ιπ οὐ sυγκαταλέγεται sτάc προθέσειc.
Ἰπανδρεύομαι οιονεῖ  ἀνδρεύομαι μετά    επιτεταμένηc  πιέσεοc.   Τουτέει, ἀνδρεύομαι  ἄνδρα τόν  ὀποῖον ἔξοθεν παράγοντεc  μοῦ   επιβάλουν νά    ἀνδρευτῶ.
Ὕπανδρεύομαι οιονεῖ  ἀνδρεύομαι   Ἐλλείψει πιέσεοc   τουτέει  ἀνδρεύομαι  ἄνδρα  ἄνευ πιέσεοc• οιονεῖ  ἀνδρεύομαι μετά  πλήρουc  ἐλευθέραc  βουλήσεοc  καί  ὄχι μετά  πιέσεοc.
Τήν  ἄγνωsτον προύθεσιν (τό  αντίθετον τῆc προθέσεοc) ιπ τήν βλέπομεν είc τό ὄνομα ιπ-ποδ-c καταχρηsτικῶc ίπποc.   Οιονεῖ   επιτεταμένη πίεσιν    επί  τῶν   ποδῶν.   Sυνεκδοχικᾶ   τό  ζῶον.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου